
O καινούργιος χρόνος μας βρήκε να κρατάμε άθελά μας παρέα σ’ έναν πεθαμένο. Είχε πιει και τον είχε σκοτώσει το κρύο; τα ναρκωτικά; η αδιαφορία των περαστικών;
Πάντως τη δεύτερη φορά που περάσαμε από το ίδιο σημείο –«Σταδίου 54», μου φώναξε ο Χαλίντ όταν μίλαγα με το 166- ακολουθώντας μοιραία την αντίστροφη διαδρομή –«για να μη χαλάσει το προξενιό», όπως πρόλαβε να σχολιάσει γελαστά η Ανθούλα- από την Κοτζιά, -όπου μόλις είχε τελειώσει το θλιβερό πανηγύρι του Δήμου που όπως πάντα το είχαν τιμήσει μόνο μετανάστες-, προς το αμάξι, δεν ήταν πια δυνατό να τον αγνοήσουμε. Το ΕΚΑΒ δυσκολευόταν να πειστεί: «Μερικές φορές οι μεθυσμένοι δεν ακολουθούν». Όμως αυτός ήταν ξερός σαν ξύλο καθώς καθόταν οκλαδόν σα να έκανε διαλογισμό με την πλάτη σ’ ένα κουτί του ΟΤΕ. Δεν κούνησε ούτε όταν τον σκούντηξε ελαφρά η Ανθούλα στον ώμο, πολύ λιγότερο όταν κάποιος που τον παραμόνευε από ώρα όπως θυμήθηκε μετά ο Χαλίντ, άρχισε να του ψαχουλεύει τις τσέπες. Όσο να πάμε με την Ανθούλα προς το περιπολικό που άραζε λίγο πιο πάνω στον πεζόδρομο της Αιόλου, με τους δυο αστυνομικούς με πολιτικά που χαλάρωναν και που, ναι, ήξεραν «το περιστατικό», και να καταφέρουμε τον ένα να πάρει απρόθυμα τον χοντρό του κώλο και να 'ρθει μαζί μας, ο Χαλίντ κι η Κέεκο –με πνιγμένη λύσσα- είχαν χαλάσει τη δουλειά του αρπακτικού.
Τώρα, κρατώντας αποστάσεις, παρίστανε τον τύπο που νοιάζεται. Όμως ψάχνοντας, είχε γείρει υπερβολικά τον πεθαμένο και δεν είχε μπορέσει να τον ξαναστήσει μετά με καμιά δύναμη. Νέος άνθρωπος εκείνος, με το σκούρο κουστούμι, το λευκό πουκάμισο με το μυτερό γιακά και τα λουστρίνια, τώρα πια τη μύξα που πάγωνε στο ένα του ρουθούνι. «ΑΔ», είπε με το που τον πλησίασε ο ένας του ΕΚΑΒ ενώ φορούσε τα γάντια του, μιας χρήσης. Βαριεστημένα, με άδεια μάτια, γύρισε προς το μέρος μας μετά: «Μην κάθεστε κι εσείς άλλο, είναι νεκρός». Απομακρυνθήκαμε, ρίχνοντας στενάχωρες ματιές πίσω μας στο όρνιο που έμενε πάντα στη θέση του.
Με ωμή περιέργεια κάρφωνε τον πεθαμένο που ετοιμάζονταν να μετακομίσουν, τα λιγνά του χέρια του σφιγμένα στις τσέπες του λεπτού του μπουφάν. «Καυκάσιος», σχολίασε ο Χαλίντ. Ποιος ξέρει τώρα τι πολύτιμο να 'χε ψαχουλέψει πριν τον διακόψουμε και τώρα λυπόταν που το 'χανε μπροστά στα μάτια του…
2005