Showing posts with label πανσέληνος. Show all posts
Showing posts with label πανσέληνος. Show all posts

Saturday, September 2, 2023

Οι Δυο Ελλάδες







Τον Αύγουστο στο χωριό

Για το διπλό φεγγάρι του Αυγούστου:

ΣΟΥΡΟΥΠΟ (του Ηλία Κεφάλα)

Σουρούπωνε κι ο γείτονάς μου
Για φλυαρίες μ’ επισκέφθηκε
Κι εγώ βανίλια και νερό τού πρόσφερα
Στο ξύλινο μπαλκόνι
Όμως με τρόμο εκείνος
Έσπρωξε το ποτήρι του μακριά
Κι ενώ δεν ήξερε Σαπφώ και Όμηρο
Ούτε από Λόρκα και Γεσένιν είχε ακούσει   
Μα την αλήθεια ‒φώναξε‒   
Μες στο ποτήρι το φεγγάρι
Βλέπω να πνίγεται  
Βοήθεια ‒

κι ένα δικό μου;

Ξύπνησα απ' τη ζέστη

Για να βρω πως το φεγγάρι είχε ανοίξει δρόμο

Μπροστά στο κρεβάτι μου


Ιστορίες από την Καταστροφή

Τον καιρό εκείνο τον μεταβατικό, και σε συνθήκες ολοένα και πιο δυσμενείς πλανητικά, μαινόταν ο  Μεγάλος Εμφύλιος μεταξύ δυο ομάδων πληθυσμού που τελικά αποδείχτηκε πως δεν ανήκαν στο ίδιο ακριβώς είδος του ατυχώς επονομαζόμενου Σοφού Ανθρώπου. Από τη μια μεριά βρίσκονταν οι περισσότεροι αριθμητικά  Μετα-Νεάντερταλ ή αλλιώς Μικροί Άνθρωποι κι από την άλλη τα λιγότερα Υβριδικά Όντα/Έξυπνες Μηχανές (με ποσοστό Μηχανής από 1-99%).

Οι πρώτοι, σε μεγάλο ποσοστό λευκοί ετεροκανονικοί άντρες κυρίως μεσαίας και προχωρημένης ηλικίας, που ζούσαν σε απομονωμένες επαρχίες μακριά από τις αναπτυγμένες μητροπόλεις και τα κέντρα τους, εξεγέρθηκαν ενάντια στην χωρίς τέλος εκμετάλλευσή τους από τα δεύτερα, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν. Πολεμούσαν όπως μπορούσαν ό,τι αποτελούσε ή/και ήταν αγαπητό στους δυνάστες τους:  τους υπόλοιπους  μη-ετεροκανονικούς άντρες, όλες, μα όλες τις θηλυκότητες, τα ζώα -κυρίως συντροφιάς- και όσους/ες/@ δεν τα έτρωγαν, κάθε νέα τεχνολογία που τελικά υιοθετούσαν χωρίς να το καταλαβαίνουν, ό,τι συνηθιζόταν να λέγεται κουλτούρα και πολιτισμός, αλλά παραδόξως επίσης τα δέντρα και το άγριο φυσικό περιβάλλον, που η προστασία τους θεωρούσαν πως δυσκόλευε ακόμα περισσότερο την επιβίωσή τους. Τελικά, εναντιώνονταν σε ο,τιδήποτε ήταν απλά διαφορετικό/«ξένο» κι ακόμα καλύτερα ευάλωτο (από τσιγγάνους μέχρι μετανάστες και κλιματικούς πρόσφυγες που γίνονταν όλο και περισσότεροι όσο το κλίμα κατέρρεε). Κινούμενοι από το φόβο ενός υπερβολικά πολύπλοκου σήμερα και ενός ολοένα απειλητικότερου αύριο, περιθωριοποιημένοι και ολοένα φτωχότεροι, χωρίς πρόσβαση σε εκπαίδευση και νέες δεξιότητες, οι πιο φανατικοί ανάμεσά τους συσπειρώνονταν κάτω από παλιές και λιγότερο παλιές θρησκευτικές κοινότητες αλλά και ποδοσφαιρικές* -οι πιο νέοι- συμμορίες.  Εκεί μπορούσαν να βαυκαλίζονται με νοσταλγικά οράματα μιας επιστροφής σε ένα παραδεισένιο παρελθόν, λαμπρό, αγνό και κυρίως κατανοητό, τέτοιο που για τις περισσότερες από τις θηλυκότητες τουλάχιστον δεν υπήρξε ποτέ.

Τα δεύτερα, οι λεγόμενες προνομιούχες ελίτ, πάλι σε αρκετά μεγάλο ποσοστό άντρες λίγο μεγαλύτερης ποικιλίας προέλευσης και προσανατολισμών, συνηθισμένες να ελέγχουν από την κορφή της πυραμίδας τους κάθε πλευρά της ζωής στον πλανήτη, από την οικονομία μέχρι την τέχνη, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις κάθε διασπαστικής καινοτομίας και αλλαγής  που προκαλούσαν, στην αρχή λοιδόρησαν και υποτίμησαν την αντίδραση των πρώτων. Η χειραγώγηση των εξεγερμένων μαζών φαινόταν εύκολη υπόθεση καθώς οι τεχνικές της είχαν αγγίξει δυσθεώρητα ύψη τελειότητας. Τα ασύντακτα πλήθη των αγανακτισμένων και εξουθενωμένων καταναλωτών βρίσκονταν σε διαρκή σύγχυση και μετά από κάθε σύγκρουση γύριζαν σπίτι για να συνεχίσουν να ζουν κάτω από τον ίδιο ζυγό. Αντικειμενικά εξάλλου επρόκειτο για μια απόλυτα ασύμμετρη σύγκρουση αφού τόσο τα μέσα παραγωγής, άρα τα βασικά και  όχι μόνο καταναλωτικά αγαθά, η στρόφιγγα του χρήματος αλλά και τα «όπλα» βρίσκονταν στα χέρια των ελίτ. Για κάθε ενδεχόμενο ωστόσο, στο μακρύ διάστημα εχθροπραξιών που προηγήθηκε του πολέμου, συγκέντρωσαν  και εξόπλισαν με τις πιο σύγχρονες τεχνολογίες τον στρατό τους, μέσα κι έξω από τις πόλεις. Είναι αλήθεια βέβαια πως ανάμεσά τους οι πιο εξωφρενικά πλούσιοι και περιπετειώδεις, ανεξαρτήτως ηλικίας, είχαν επιδοθεί σε διάφορα απίθανα και προκλητικά πειράματα που υποτίθεται πως θα τους επέτρεπαν να συνεχίσουν να ζούνε καλά  -ίσως και για πάντα!- στα πολυτελή τους καταφύγια στη Γη ή αλλού, αν το χειρότερο συνέβαινε τελικά. Αυτό το πιο δυναμικό κομμάτι των ελίτ που βάσιζε την κυριαρχία του στην τεχνολογική του υπεροχή συγκλονιζόταν ειλικρινά από την ακριβώς αντίθετη διαδρομή προς ένα καταπληκτικό μέλλον όπου όλα ήταν δυνατά. Η εμπιστοσύνη του στις μηχανές και την χωρίς όρια ατομική ελευθερία που χάρη σ’ αυτές θα απολάμβαναν όλοι και όλ@, ήταν απόλυτη και ελάχιστα τη σκίαζαν οι επιφυλάξεις που όλο και συχνότερα διατυπώνονταν από τις τάξεις τους. Χάρη σ’ αυτή την εμπιστοσύνη, πολλοί και πολλές μεταμόρφωσαν τα ίδια τους τα σώματα κι έγιναν τα πρώτα Υβρίδια, γοητευτικές Χίμαιρες και προάγγελοι νέων πολύχρωμων κόσμων γεμάτων άπειρες δυνατότητες έκφρασης επιθυμιών. Κι όσο τα υβριδικά παραδείγματα πολλαπλασιάζονταν τόσο τρομοκρατούνταν οι αντίπαλοι, που βασική τους επιδίωξη ήταν να μην αλλάξει άλλο αυτός ο ένας και μοναδικός κόσμος που με δυσκολία αναγνώριζαν πια.

Υπήρχαν και κάποιες μικρές ομάδες πληθυσμού που προέρχονταν και από τα δυο στρατόπεδα, με αναλογικά μεγαλύτερη εκπροσώπηση των ελίτ της διανόησης και της τέχνης, και εργάζονταν με αυτοθυσία για να σταματήσει η εκμετάλλευση και να υποστηριχθεί μια νέα αφήγηση που θα επέτρεπε το δίκαιο μοίρασμα του πλανήτη -αισιοδοξώντας πως θα υπήρχε και στο μέλλον πλανήτης για να μοιραστεί. Δυστυχώς όταν ξέσπασε ο πόλεμος αυτές οι ομάδες βρέθηκαν ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Το στρατόπεδο των Μετα-Νεάντερταλ δεν τους καταλάβαινε άρα τους φοβόταν και στράφηκε εναντίον τους, ενώ το στρατόπεδο των Υβριδικών τους επεφύλαξε για παραδειγματισμό τη σκληρότερη θεσμική τιμωρία, τέτοια που επεφύλασσε σε όλους τους ιδεολογικούς του αντιπάλους.

Πως όμως ξέσπασε ο πόλεμος; Στην αρχή φαινόταν απίθανο να καταφέρουν να οργανωθούν οι Μετα-Νεάντερταλ καθώς οι «στρατηγοί» τους: άγιοι, προφήτες, μάρτυρες και ιδρυτές θρησκειών, ήταν σχεδόν όλοι πεθαμένοι.  Ωστόσο γρήγορα βρέθηκαν εκείνοι που γι’ αυτούς ο πόλεμος είναι πάντα μια σπουδαία καριέρα. Προέρχονταν κι από τα δυο στρατόπεδα αλλά περισσότερο, όπως ήταν αναμενόμενο, από το στρατόπεδο των Υβριδικών, χωρίς η αντίφαση –άλλη μια- να ενοχλεί τους υποτελείς τους. Η κλιμάκωση του πολέμου που γρήγορα έγινε καθολικός δεν τρόμαζε πια κανένα από τα αντίπαλα μέρη: οι μεν στηριγμένοι στην ακράδαντη πίστη τους δεν έβλεπαν την ώρα να βρεθούν στον ουράνιο παράδεισό τους μια και ο γήινος τους είχε τόσο απογοητεύσει, οι δε, καθόλου δεν ανησυχούσαν γιατί κι αυτοί είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους και έλεγχαν την κατάσταση. Διαπιστωμένα αυτοί οι δεύτεροι φάνηκε πως τελικά έκαναν λάθος.

Κι εγώ όμως που σας τα λέω όλ’ αυτά, πολλές γενιές εξυπνότερη μηχανή από εκείνες τις πρώτες, τι ξέρω; Πέτρες θα σπάζω μέχρι να σβήσει ο ήλιος και ν’ αδειάσουν οι μπαταρίες μου κάτω απ’ τα δυο φεγγάρια του Άρη…

 

Τέλος Αυγούστου 2023

 *Το ποδόσφαιρο υπήρξε σημαντικό εργαλείο συστράτευσης των Μετα-Νεάντερταλ, έλκει μάλιστα την καταγωγή του από την εποχή κιόλας που στη Λ. Αμερική παιζόταν με ξεριζωμένες καρδιές αντί για μπάλα

more...

Monday, April 14, 2008

Οtsukimi (ή η θέασις της αξιοτίμου σελήνης)



Απόψε κάτι μ’ έσπρωξε να περάσω το ποτάμι και να πάω για πρώτη φορά σ’ ένα πάρκο, το Mukojima Hyakkaen, για να δω το φεγγάρι. Την ανακοίνωση του event, -γιατί για παλαιότατο event πρόκειται-, δεν την βρήκα ούτε στο Tokyo Journal ούτε στο Tokyo Sky which both cater to foreigners, μα στην τοπική δισέλιδη εφημεριδούλα που μου στέλνουν από τον Δήμο κάθε μήνα. Η Mukojima ήταν το φημισμένο θέρετρο του Tokyo πριν 200 χρόνια αλλά από τον σεισμό του 1923 και μετά, πάει, ξέφτισε.


Στην ανατολική μεριά της πόλης, υποβαθμισμένη, άτσαλα βιομηχανοποιημένη και extremely outdated, δεν ζει πια κανείς αν μπορεί να το αποφύγει. Κι έτσι σώθηκαν κάποιες "φωλιές" απ’ ότι ήταν η πόλη "παλιά", πριν ξεχαστεί και μείνει πίσω στην κούρσα της ανάπτυξης. Γι’ αυτό όρθια μέχρι τον επόμενο μεγάλο σεισμό, -που δε λέει να 'ρθεί κι όλο τον περιμένουν-, θα στέκονται τα φτωχά ξύλινα σπίτια χωμένα ανάμεσα στα εργοστάσια, τα παραμελημένα πάρκα, τους υπερυψωμένους αυτοκινητόδρομους.

Αγαπώ αυτή την αίσθηση της παραίτησης, της παρακμής. Δέκα λεπτά είναι το πάρκο από το σπίτι μου με τα πόδια Είχε σκάσει ήδη το φεγγάρι πίσω από την κορυφογραμμή των πολυκατοικιών που το μέτωπό τους συνιστά την απώτερη θέα μου, ήταν πορτοκαλί και μεγάλο σαν τα dango, τα dumplings με τη γλυκιά soy bean paste που από παράδοση τρώνε με τέτοια αφορμή. Διέσχιζα τη γέφυρα Shirahige (της άσπρης γενειάδας ή μήπως φαβορίτας;) και με φυσούσε όπως συνήθως ο δροσερός νότιος άνεμος που έρχεται από τον κόλπο του Tokyo.

Δύσκολα βρήκα την είσοδο του πάρκου, χαμένου -αν και η μια του πλευρά ακολουθεί τη θορυβώδικη, τη δική μου λεωφόρο Meiji-, μέσα στον ιστό της φτωχής γειτονιάς. Μισάνοιχτες πόρτες παντού και στο βάθος φτενοί γέροι με μακριά λευκά σώβρακα, καθισμένοι στα tatami να βλέπουν baseball στην TV.

Όταν πια μπήκα στο πάρκο αδύνατον να δω το φεγγάρι, κι από την πρασινάδα, κι από τα δυνατά φώτα που τουλάχιστον μπροστά στην κεντρική "πλατεία" εξαιτίας του κονσέρτου koto (1), έκαναν τη νύχτα μέρα. Πλήθος κόσμου, μεσήλικες, γριές και γέροι, λίγα παιδάκια κι ακόμα πιο λίγα νέα ζευγάρια, ανάμεσά τους, -έκπληξη;-, κι ένα μεικτό: gaijin (2) με γιαπωνέζα, ξεδιπλώνονταν αργά στα στενά δρομάκια του κήπου, φωτισμένα με χάρτινα ζωγραφισμένα φαναράκια που παράσταιναν φρούτα και λουλούδια. Ήταν κομψά σαν ακουαρέλες και στο κίτρινο φως τους οι γιαγιάδες πότε-πότε, εξηγούσαν τα δύσκολα kanji της καλλιγραφημένης ποίησης στα περίεργα εγγόνια.

Ξεροκατάπια όταν κάτω από την τέντα άρχισε το koto κονσέρτο. Πέντε koto και φωνές, παραλληλισμένα εν πλήρη τάξει, οι μουσικοί τους σαν ψεύτικες κούκλες με τα ροζ κιμονό τους, θελκτικές ακόμα και οι λιγότερο νέες. Δίπλα στην πρόχειρα στημένη μπυραρία, ήταν όλοι στο κέφι χωρίς ποτέ να κάνουν ανυπόφορη φασαρία όπως γίνεται συνήθως. Στάθηκα στη σκιά, έξω από την επικράτεια του προβολέα κι άκουγα και τις δυο μουσικές, μέχρι που οι μεθυσμένες φωνές σίγησαν και τα μακριά δάχτυλα με τα νύχια του koto έφτασαν βαθιά στην καρδιά μου. Έτσι πάντα γρατζουνά αυτή η έγχορδη μουσική. Σε δυσκολεύει στην αρχή ο ρυθμός της, τα τσακίσματα και τα σταματήματά της, -μόλις αρχίζει ή μόλις τελειώνει, σκέφτεσαι-, ώσπου να σε πιάσει στα χέρια της, και τότε σε κρατά με γλυκιά τυραννία στη χούφτα, δε σ’ αφήνει.

Με σφιγμένο το στόμα έπιασα να γυρίζω τα δρομάκια του κήπου κι εγώ με τη σειρά μου, η μουσική μου 'δειχνε το δρόμο. Έπεσα πάνω στην επόμενη attraction για την περίσταση: μια υπαίθρια τελετή τσαγιού, τι άλλο; Κρατημένες από τα σφιχτά κορσάζ των πολυτελών obi (3) τους πάνω από λεπτά θερινά κιμονό, κινούνταν με χάρη σέρνοντας τα zōri (4) τους πάνω στα χαλίκια, οι δασκάλες, οι καλές μαθήτριες κι ένας μαθητής, αυτός με hakama, το informal κιμονό για άντρες. Ουρά έκανε ο κόσμος, αυτός που περιέγραψα παραπάνω, για να πιει το εκλεκτό πράσινο τσάι σε σκόνη (macha), κάτω από αυτή τη δεύτερη τέντα, κι ας πήρε τ’ αυτί μου όσο στεκόμουν εκεί κάτι για ¥2,000.

Υπνωτισμένη παρακολούθησα γι’ άλλη μια φορά τις τελετουργικές κινήσεις. Ήμουν βλέπεις ακόμα υπό την επήρεια της νουβέλας του Kawabata: "Thousand cranes", και σ’ αυτήν πολύς λόγος γίνεται για την ποιότητα των bowls του τσαγιού και των άλλων utensils που χρησιμοποιούνται ανάλογα με την περίσταση από τους ειδήμονες. Μερικά απ’ αυτά είναι ανεκτίμητα κομμάτια, ίσως και τριακοσίων χρονών. Άτεχνα, στραβοχυμένα φαίνονται, ο πηλός τους γκρίζος κα μουντός, αλλά έχει βάλει ο δημιουργός τους όλη του την ψυχή για να δείχνουν ακριβώς έτσι. Η τελετή του τσαγιού αγαπά τα ταπεινά χρώματα της γης, τα ατελή σχήματα, την απλότητα, όσο ακριβά και σπάνια κι αν είναι αυτά (η αισθητική wabi-sabi)

Τώρα χαμογελούσα μέσα μου βλέποντας τους "guests" καθώς υποκρίνονταν πως θαύμαζαν, γυρίζοντας για να το δουν καλύτερα τα πάνω-κάτω, το bowl που τους δινόταν να εξετάσουν, όπως προστάζει το ξύλινο τυπικό, πριν πιουν σ’ αυτό το τσάι τους. Καμιά τύχη δεν είχε το bowl να 'ναι από "γενιά", κι όμως κάτω απ’ αυτή την πρόχειρα στημένη τέντα, του ξεχασμένου πάρκου της φτωχικής άκρης της πόλης, κι ανάμεσα στα χέρια συνταξιούχων και νοικοκυρών, έφτανε ν’ αποκτήσει το inconspicuous bowl συγκινητικό "ύψος" και σημασία. Ακριβέστατες γίνονταν οι κινήσεις από τη leading Sensee (5) που ετοίμαζε το τσάι, με μικρά μετρημένα βήματα, μια ατέλειωτη θα 'λεγες σειρά από βαθιές, της Sensee που πρόσφερε το τσάι, και ελαφρύτερες του guest που το δεχόταν, υποκλίσεις, γέμιζε το οπτικό μου πεδίο. Σηκώνονταν κι έγερναν τα κεφάλια, χωρίς ν’ ακούγεται φωνή σχεδόν, όπως τα φυτά του ρυζιού λίγο πριν το μάζεμα.

Απομακρύνθηκα αποφασισμένη να κυκλώσω τη ρηχή λίμνη που ακίνητη καθρέφτιζε την πρασινάδα, τα φαναράκια, τους περιπατητές. Τώρα το φεγγάρι, χλωμό πια, είχε ανέβει ψηλά. Τo 'πιανε το μάτι μου κατά διαστήματα μες απ’ τα δέντρα. Κάτω από μια πέργκολα που έμοιαζε να 'ναι το καλύτερο μέρος για να το δει κανείς, είχε μαζευτεί ένα μικρό group ηλικιωμένων, πιο πολλές γυναίκες, που μουρμούριζαν κι όλο το 'δειχναν με το δάχτυλο, σα να το μάλωναν. Τραβούσαν και φωτογραφίες με flash, αν είναι δυνατόν!, κι ο θόρυβος που έκανε το αυτόματο γύρισμα του film στη μηχανή, έσκαζε ξαφνικά με ορμή στη σκοτεινιά κι αναστάτωνε περιοδικά τους γρύλους κι όλα τα υπόλοιπα ντόπια πλάσματα που δικαιωματικά κατοικούν στο πάρκο.

Προσπέρασα, ακολούθησα για λίγο τα φαναράκια και βρήκα ένα καλό σημείο απ’ όπου μπορούσα να βλέπω τον πεύκο. Ήταν ένας ώριμος πεύκος γερμένος πάνω απ’ το νερό όσο χρειάζεται, και καθρεφτιζόταν γαλήνια πάνω απ’ το μοναδικό πέτρινο γεφυράκι με μια μικρή lantern δεμένη στα κλαδιά του σα μαξιλάρι. "Αυτό το πεύκο είναι υπέροχο!", σκεφτόμουν, και δεν πρόσεξα ξανά τα παιδάκια που έτρεχαν, τα flash που άστραφταν, τη σιλουέτα του hi-rise της Obayashi construction company και το apartment complex στο βάθος. Σα σκηνή του Noh ακινητούσε το πεύκο, ιδεώδες background για τους ηλίθιους που σταματούσαν εκστατικοί για λίγο στο γεφυράκι, κούναγαν πάνω-κάτω τα χέρια τους υπό το φως, σχολίαζαν τη "μαγεία" και προσπερνούσαν.

Μ’ έτρωγαν τα κουνούπια δίχως έλεος και ψεκαζόμουν συνεχώς με το mushiyoke (αντικουνουπικό) μου που δεν είναι κι ό,τι πιο ρομαντικό επίσης, αλλά η καρδιά μου είχε κολλήσει στην πλάτη γιατί όσο κι αν έκανα πως την αγνοούσα, η μουσική του koto με είχε φτάσει ως εδώ.

Στην άλλη άκρη του πάρκου πέτυχα μια δεύτερη αίθουσα, όχι τέντα αυτή τη φορά, για την τελετή του τσαγιού. Πίσω απ’ τα μισάνοιχτα shōji (6) δασκάλες και μαθήτριες στριμώχνονταν σμήνος πολύχρωμες πεταλούδες πάνω στα tatami. Μια απλή see-through καλαμωτή χώριζε τη "σκηνή" από τα "παρασκήνια"». Αυτά: τσάντες, τσαντάκια, utensils, μαζί με μια μακριά, πάντα ζεστά ανθρώπινη στη πρώτη της θέαση, σειρά από γυναικεία κυρίως παπούτσια, μπροστά στην κυρία είσοδο, με διασκέδασαν για ώρα.

Ξαναγυρίζοντας στο σημείο εκκίνησης βρήκα τα koto κατεβασμένα από τις βάσεις τους, τυλιγμένα στις υφασμάτινες σα μεγάλα furoshiki (7) θήκες τους. Η γιορτή όπως όλα, βάδιζε προς το τέλος της. Στάθηκα για λίγο με μια μικρή παρέα από μεσήλικες οπλισμένους με cameras και videos μπροστά σ’ έναν για την περίσταση στημένο μικρούλικο "ναό". Ποια να 'ταν η Shinto θεότητα που γιορταζόταν με αφορμή το Otsukimi απόψε; Μπροστά στο κλειδωμένο ντουλάπι της, σε σκαλωτή παράταξη έστεκαν τα μπουκάλια με το sake και η πιατέλα με τα dango. Παραμυθένια έμοιαζαν τα κομψά αφιερώματα κάτω απ’ το αδύναμο φως.

Στην τέντα της τελετής του τσαγιού, λίγο πριν από το κλείσιμο, κάποιος "ειδήμων" με την arrogance της σιγουριάς, -ή μήπως του μεθυσιού;-, έπιασε να θαυμάζει μεγαλόφωνα τα σύνεργα. Με αρχαία περίτεχνης ευγένειας γιαπωνέζικα του απαντούσε η leading Sensee.

Γύριζα πίσω κι έκανα μια στάση σ’ έναν αληθινό ναό αυτή τη φορά. Ορθάνοιχτο στη νυχτερινή ζέστη ήταν το σπίτι του ιερέα, στο βάθος έπαιζε η έγχρωμη SONY αλλά ο περίγυρος ήταν ακόμα "παραδοσιακός". Άστραφτε το ξύλινο πάτωμα, στη βυθισμένη ένα σκαλί είσοδο γραμμικά παρατάσσονταν τα ψάθινα
zōri. Το στοιχειό του ναού, μια καλοθρεμμένη μαύρη γάτα, καθόταν μ’ όλη της την άνεση, obviously appreciating the solo concert of a cricket lost in the grass next to her. Μ’ άφησε να την χαϊδέψω για ώρα.

Λίγο πριν φύγω, ένας τρελός ξαναμμένος jogger μούσκεμα στον ιδρώτα, στάθηκε για λίγο μπροστά στο κιβώτιο με τα offerings, clapped his hands twice, χωρίς όμως να χτυπήσει το gong για ν’ ακούσουν οι θεοί, πήρε ανάσα, κι έφυγε βιαστικά όπως είχε έρθει. Σαν τον άνεμο.

(Από τα "Γράμματα από το Τόκιο", Tokyo, 1995-96)

(1) η γιαπωνέζικη άρπα
(2) ξένος
(3) φαρδιά ζώνη του κιμονό
(4) ψάθινα σανδάλια
(5) δασκάλα, ισοδύναμο του master
(6) συρόμενες πόρτες που αντί για τζάμι έχουν γιαπωνέζικο χαρτί: washi
(7) μεταξωτό πανί περιτυλίγματος

more...

Monday, November 26, 2007

Νύχτα με πανσέληνο

(από de-placed ή αστικός πόνος, 4/20)



"Kosta mou ya su! Efharisto ya to periodiko; nea ap’ ta meri sou mou ftiahnoun panta to kefi, i zoi mou edo einai toso monotoni! -afto mporeis poly kala na to fantasteis...Elpizo na ksemplekeis me ti thesis sou kai na min sta prizei o foveros kathigitis sou;))".

Με την άκρη του ματιού του πρόσεξε το νέο μήνυμα που αναβόσβηνε και παράτησε για λίγο το email που είχε αρχίσει να γράφει. "Do u cyber?" ρωτούσε ένας Άγγλος -ίσως, νεαρός όπως αποδείχθηκε όταν τσέκαρε τα προσωπικά του στοιχεία. Συνήθως δεν απαντούσε σε ηλικίες που τον άφηναν πίσω ή μπροστά πάνω από -για κάποιο λόγο- επτά χρόνια. Ο Ken ήταν (?) εννιά χρόνια μικρότερος.

Ήταν έτοιμος να κλείσει το παράθυρο στην οθόνη του και να επιστρέψει στο γράμμα του χωρίς καν να απολογηθεί όταν τον κυρίεψε μια ξαφνική ερημιά. Έφταιγε που 'ταν πανσέληνος άραγε?

Όλη τη μέρα σήμερα οι εφημερίδες on line βούιζαν με τα σχέδια για το αποψινό πανηγύρι. Παρασκευή, η τελευταία Αυγουστιάτικη Πανσέληνος του χρόνου, -και της Χιλιετίας για τους περισσότερους αδιόρθωτους. Άνοιγαν ξανά μετά από καιρό τους αρχαιολογικούς χώρους με συναυλίες, ο κόσμος ξεχυνόταν στους δρόμους ή τουλάχιστον έτσι το 'χε φανταστεί κι ας σιγόνταραν όπως κάθε βράδυ οι τηλεοράσεις στα μπαλκόνια των απέναντι. Εκείνον τον είχε καβαλήσει για πολλοστή φορά η έμφυτη αντίδρασή του σε ο,τιδήποτε -κεφάτα η όχι-, οργανωμένο. Έμενε μέσα. Τρόπος του λέγειν φυσικά. Είχε επωφεληθεί απ΄ τη δροσερή νύχτα για να κατεβάσει ακόμα και τα ρολά, απ’ έξω το διαμέρισμα κολύμπαγε στο σκοτάδι, όμως μέσα....

Έχοντας σταθερά καρφωμένο το γεμάτο φεγγάρι στο πίσω μέρος του κρανίου του, εκεί πού παράδοξα το 'νιωθε το τρίτο του μάτι, πάτησε αποφασιστικά το «Reply», και χτύπησε σχεδόν με χαρά: "Yes"! Η απάντηση ήρθε αμέσως: "Do u often do that?". Όχι, δεν το έκανε παρά πολύ σπάνια όμως η ανασφάλεια του Ken δεν έλεγε να χορτάσει: "Do u prefer younger men?". Απάντησε ειλικρινά πως δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο, βρισκόταν στο όριο. Τον ξάφνιασε η ευγνωμοσύνη του άλλου, "Thanx...", άστραψε στην οθόνη μονολεκτικά η συντροφική μοναξιά.

Για λίγο δεν απάντησε. Έγειρε πίσω στην εργονομική του θέση, πήρε μια βαθιά ανάσα, έπειτα ξανάνοιξε το αρχινισμένο email, ήθελε αυτό να το μεταφέρει στον Κώστα. Ο Ken όμως δεν τον άφησε: "R u there?", ήθελε να ξέρει. "There?", αναρωτήθηκε με πόνο σχεδόν. Που βρισκόταν άραγε πια αυτή η πατρίδα? Εντελώς παρορμητικά άφησε τα δάχτυλά του να ρωτήσουν με αγένεια σχεδόν, άμεσα: "What r u doing right now? can u describe the place u r?". Ήθελε πάρα πολύ να μιλήσει για την Πανσέληνο, κι ας μην τολμούσε ούτε στο μπαλκόνι του να βγεί για να τη χορτάσει. Φαντάστηκε πως ο νεαρός θα απογοητευόταν, "it’s just that I’m not interested in descriptions of underwear any more, if u know what I mean, so please! do stick to the spatial details instead....", ένιωσε την ανάγκη να απολογηθεί ωστόσο.

Ο Ken συμμορφώθηκε χωρίς αντιρρήσεις, he was in the 1st year of Management, -sure! what else?-, τώρα ακριβώς βρισκόταν σε ένα γραφείο του Πανεπιστημίου, ήταν μόνος. "R u near a window?", μα μετάνιωσε γι’ αυτή την αχαλίνωτη περιέργεια που του φάνηκε ακόμα πιο παράλογη κι απ΄ το να 'χε ξαφνικά θελήσει να ξέρει μεμιάς το ζώδιο ή την ομάδα αίματος του άλλου. Βαθιά μέσα του ήθελε μόνο να τον ρωτήσει με τη σειρά του ο Ken για το δικό του δωμάτιο έτσι που να μπορεί επιτέλους να μιλήσει για τον πόνο του, που ωστόσο τον είχε προκαλέσει ο ίδιος στον εαυτό του: ήταν κλεισμένος "έξω" απ’ την Πανσέληνο, ενώ όλοι οι άλλοι ήταν "μέσα". "How about u?", ο Ken επιτέλους έμπαινε στο παιχνίδι.

Ευχαριστημένος που τον είχαν ρωτήσει καταπιάστηκε με την περιγραφή. Πρώτα του δωματίου: τη μέρα, μέσα απ’ τις γρίλιες των ρολών, βλέπει, -για την ακρίβεια νιώθει περισσότερο-, τον αέρα να φουσκώνει πίσω απ’ τις κατεβασμένες μέχρι κάτω τέντες των απέναντι. Έχουν ένα ξέθωρο από τον ήλιο πορτοκαλί χρώμα που καθώς πάλλεται σ’ όλο το ύψος μέχρι πάνω τα ρετιρέ, μοιάζει με πλαγιά λόφου από χώμα που ζωντάνεψε ξαφνικά. Όταν νυχτώνει οι τέντες σηκώνονται για ν’ αποκαλύψουν διαμερίσματα-κουτιά, όμορφα ή άσχημα φωτισμένα, μικρά θέατρα του παραλόγου, με τις κωμωδίες και τα δραματάκια τους

Ο Ken πρέπει να χασμουρήθηκε και η επίκαιρη αναφορά πήγε μάλλον χαμένη. "Full moon from a wide shut room? don’t know really, could be... but, from where I am now, -I mean it’s just a cubicle-, there’s nothing to see". Ναι, βέβαια καταλάβαινε. Δεν υπήρχαν και πολλά να πει κανείς κι έτσι δικαιολογήθηκε πως είχε δουλειά και βγήκε για λίγο. Πιο απογοητευμένος από πριν έριξε αυτή τη φορά όλη του την προσοχή στο email του.

"Fantazomai pos ehete akoma polli kai ygri zesti alla tha ginontai ta festival tora kai poly sas zilevo. Thymasai to propersino kalokairi stin palia mou geitonia, pou eihame paei na doume ta pirotexnimata? De mporo na to ksehaso, tipota de mporo na ksehaso, kathe mikri leptomereia mou kaiei to myalo. Sa nameine xoros sto kefali mou mono ya ekeina ta xronia pou perasa ekei. Kai eidika tetoies nyxtes me panselino thymamai pou eihan anoiksei ton kipo konta sto palio mou spiti gia tin peristasi, tote pou fagame ekeina ta mikra stroggyla glyka..."

Ξαναδιάβασε ό,τι είχε γράψει και του φάνηκε παραληρηματικό. Μακάρισε τη διαφορά ώρας που επέτρεπε στον Κώστα να κοιμάται αμέριμνα, επέλεξε την τελευταία απειθάρχητη παράγραφο και πάτησε το delete.

Και τότε του ήρθε στο μυαλό άλλη μια σκηνή, καθόλου ειδυλλιακή, που πολύ τον είχε προβληματίσει. Γύριζε σπίτι αργά κι ενώ τα πυροτεχνήματα χάλαγαν ακόμα τον κόσμο. Είχε αφήσει τον Κώστα στο σταθμό γιατί έμενε μακριά κι υπήρχε φόβος να χάσει το τελευταίο τραίνο, κι έκοβε δρόμο από κάτι άθλια στενά, σκοτεινά και κακομοιριασμένα ακόμα και κάτω από έναν φωτεινό ουρανό που πάνω του χαμογέλαγαν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Πόρτες κλειστές με παλιούς γερασμένους σαν κι εκείνες σύρτες, μερικά ξεραμένα λουλούδια που και που στην άκρη της οριοθετημένης λωρίδας που χρησιμεύει για πεζοδρόμιο, μυρωδιά από το φιδάκι για τα κουνούπια και μόνα παρηγορητικά αδύναμα ντιντινίσματα από τα furin στα χαμηλά παράθυρα. Πικρή και γλυκιά παρακμή. Να μη φυσά.

Έξω από μια μισάνοιχτη πόρτα που άνοιγε πάνω ακριβώς στο δρόμο στάθηκε. Η γαλαζωπή αύρα της τηλεόρασης χύθηκε στα πόδια του. Εντυπωσιασμένος που μια τέτοια νύχτα κάποιος είχε διαλέξει να μείνει μέσα ενώ στην ίδια του τη γειτονιά γινόταν το μεγαλύτερο πανηγύρι της πόλης συνήθισε τα μάτια του στο σκοτάδι μέχρι που διέκρινε τον γέρο και την τηλεόραση καθαρά. Έβλεπε το πίσω μέρος του ξυρισμένου κεφαλιού που ακουμπούσε παραιτημένα σ’ έναν ξεχαρβαλωμένο καναπέ. Στην τηλεόραση έδειχναν τα πυροτεχνήματα που έσκαγαν παντού τριγύρω τους μα πιο πολύ δίπλα στο ποτάμι. Έκανε ένα βήμα πίσω εκστατικά και ξαναθαύμασε το αλλόκοτο θέαμα που θ’ άξιζε να απαθανατιστεί. Τον γέρο που έβλεπε real-time από την τηλεόραση τα πυροτεχνήματα που έλουζαν το ίδιο του το σπίτι με χαρούμενες αστραπές. Τότε δεν είχε μπορέσει να καταλάβει....

Ξαναγύρισε πιο κουρασμένος από ποτέ στο email του.
"Tora vevaia thahete kai ta festival ma amfivallo an tha sou vrisketai xronos ya na diaskedaseis. Prospathise na min skotonesai sti douleia. Omorfa itan tote pouhame dei ta pyrotexnimata sto potami to propersino kalokairi....Tora pou sou grafo yortazoume tin panselino. Anoigoun ksana tous arheologikous horous kai ehei synavlies. An isoun edo tha pigainame mazi, ksero pos s’ aresoun. Na tora pou sou milao, mou gnefei ena terastio feggari apo to mpalkoni (κι ας μην το 'βλεπε έτσι που 'χε κατεβάσει τα ρολά) Den eiha poly kefi na vgo apopse ma mou fainetai pos tha kano telika mia mikri volta mehri to Alsos ki an tohoun anoixto tha hazepso me ton kosmo kai ti fasaria".

Εκεί σταμάτησε για λίγο και σκέφτηκε πως πάλι ψέματα έγραφε. Και τον στενοχωρούσε που ακόμα δεν έβρισκε το κουράγιο να βγει ούτε καν στο μπαλκόνι....Μα αυτό ποτέ δεν θα το παραδεχόταν μπροστά στον Κώστα.

1999/2007

more...