
Θα 'πρεπε απόψε να 'μαι ήρεμη, contemplative, όμως η ψυχή μου είναι το ταραγμένο πεδίο όλων των μαχών. Αδύναμος θεατής της, παρακολουθώ με ντροπιασμένη φρίκη το μακελειό.
Ακόμα μισώ, συγκινητικά σχεδόν, αφού μόνο μισώντας μπορώ να κάνω το τελικό πήδημα στο κενό, -ή ό,τι τουλάχιστον αντιπροσωπεύει για μένα αυτή η υποχρεωτική "έξοδος" από την τωρινή μου ζωή, -κι ας μην την έζησα απόλυτα-, στην προηγούμενη, εκείνη τη γκρίζα και περιορισμένη του σκουληκιού που ονειρευόταν πως θα γίνει πεταλούδα. Κάπου στα μισά έμεινε αυτή η ανάπτυξη, τώρα αυτό το βλέπουν όλοι βέβαια, όμως πήρε τρία (3) χρόνια, -μετρώντας με τον καθολικά αποδεκτό χρόνο-, κι όσο για μένα, πήρε πολύ περισσότερο. Τόσο πολύ μάλιστα στην πραγματικότητα τη δική μου, που γέρασα, πέθανα και ξαναγεννήθηκα πολύ περισσότερες από μια φορές.
Τώρα είμαι κάποια/ος άλλη/ος. Σ’ αυτή μου την τελική (?) έκφραση καλούμαι να γυρίσω πίσω στον τόπο, -αλλά όχι και στο χρόνο-, που άφησα, κι ωστόσο κι ενώ είμαι κάτι άλλο, είμαι πολύ μακριά από εκείνο το ποθητό αποτέλεσμα που θα με συμβίβαζε με την παλιά μου πατρίδα. Είμαι κάτι άλλο που πουθενά δεν ανήκει και δεν αισθάνεται καλά. Η νέα μου πατρίδα με αποβάλλει με αδιαφορία, η παλιά μου δε με θέλησε ποτέ. Και βρίσκομαι στη μέση αυτού του διλήμματος.
Για να πιαστώ από κάπου θα πάρω τις precepts ακόμα κι αν ο θεός που αναζητώ, -κι όταν δεν το παραδέχομαι-, δε θα 'ρθει γι’ αυτό τον λόγο κοντύτερα. Σκύβω μέσα μου και κάτω απ’ τα στρώματα-στρώματα την κούραση των τελευταίων μηνών, το άγχος, την απογοήτευση, την υλική και πνευματική φτώχεια, τον φόβο μου για τα πράγματα, βρίσκω τον ίδιο πυρήνα που με κάνει αυτό που είμαι, απαράλλαχτα μίζερο και θλιβερό, αποτυχημένο. Κι αυτή η τελευταία λέξη είναι που με πονά.
Φιλοδοξίες! Έκανα τόσα κι όμως δεν ήταν αρκετά. Αν μπορούσα να σκοτώσω μέσα μου αυτή την αγωνία που με σπρώχνει πάντα μπροστά, αν μπορούσα πολύ απλά να υπάρχω οπουδήποτε, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες ..., τότε μόνο ίσως η σωτηρία μου θα γινόταν προσιτή.
Ξαναδιαβάζω τα αποσπάσματα-φωτοτυπίες που μου 'δωσε η Jiho Sensee: αυτή η τελετή super-market που θα φωτογραφηθεί κιόλας κάπως με αηδιάζει, όμως ..., από τι άλλο να πιαστεί κανείς? στη χρυσαφένια σκιά του Βούδα που χαμογελά σα να 'χει όλες τις απαντήσεις θ’ αποκοιμηθώ, έπειτα θα πιαστώ να κρατηθώ από τους μακρουλούς λοβούς των αυτιών του καθώς το υπόγειο ρεύμα της επιθυμίας θα. ..., με σπρώχνει πάλι μπροστά, γιατί αυτό είναι η μοίρα μου.
Do not be angry. There is no retiring, no going, no Truth, no lie; there is a brilliant sea of clouds, there is a dignified sea of clouds. Δεν καταλαβαίνω. Δεν θέλω και να καταλάβω όμως. Σ’ αυτή τη βολική θάλασσα από σύννεφα θα ξαπλώσω. Το πέρασμα στην άλλη όχθη θα το κάνω με καλοπροαίρετη αδιαφορία.
3/1997
Ακόμα μισώ, συγκινητικά σχεδόν, αφού μόνο μισώντας μπορώ να κάνω το τελικό πήδημα στο κενό, -ή ό,τι τουλάχιστον αντιπροσωπεύει για μένα αυτή η υποχρεωτική "έξοδος" από την τωρινή μου ζωή, -κι ας μην την έζησα απόλυτα-, στην προηγούμενη, εκείνη τη γκρίζα και περιορισμένη του σκουληκιού που ονειρευόταν πως θα γίνει πεταλούδα. Κάπου στα μισά έμεινε αυτή η ανάπτυξη, τώρα αυτό το βλέπουν όλοι βέβαια, όμως πήρε τρία (3) χρόνια, -μετρώντας με τον καθολικά αποδεκτό χρόνο-, κι όσο για μένα, πήρε πολύ περισσότερο. Τόσο πολύ μάλιστα στην πραγματικότητα τη δική μου, που γέρασα, πέθανα και ξαναγεννήθηκα πολύ περισσότερες από μια φορές.
Τώρα είμαι κάποια/ος άλλη/ος. Σ’ αυτή μου την τελική (?) έκφραση καλούμαι να γυρίσω πίσω στον τόπο, -αλλά όχι και στο χρόνο-, που άφησα, κι ωστόσο κι ενώ είμαι κάτι άλλο, είμαι πολύ μακριά από εκείνο το ποθητό αποτέλεσμα που θα με συμβίβαζε με την παλιά μου πατρίδα. Είμαι κάτι άλλο που πουθενά δεν ανήκει και δεν αισθάνεται καλά. Η νέα μου πατρίδα με αποβάλλει με αδιαφορία, η παλιά μου δε με θέλησε ποτέ. Και βρίσκομαι στη μέση αυτού του διλήμματος.
Για να πιαστώ από κάπου θα πάρω τις precepts ακόμα κι αν ο θεός που αναζητώ, -κι όταν δεν το παραδέχομαι-, δε θα 'ρθει γι’ αυτό τον λόγο κοντύτερα. Σκύβω μέσα μου και κάτω απ’ τα στρώματα-στρώματα την κούραση των τελευταίων μηνών, το άγχος, την απογοήτευση, την υλική και πνευματική φτώχεια, τον φόβο μου για τα πράγματα, βρίσκω τον ίδιο πυρήνα που με κάνει αυτό που είμαι, απαράλλαχτα μίζερο και θλιβερό, αποτυχημένο. Κι αυτή η τελευταία λέξη είναι που με πονά.
Φιλοδοξίες! Έκανα τόσα κι όμως δεν ήταν αρκετά. Αν μπορούσα να σκοτώσω μέσα μου αυτή την αγωνία που με σπρώχνει πάντα μπροστά, αν μπορούσα πολύ απλά να υπάρχω οπουδήποτε, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες ..., τότε μόνο ίσως η σωτηρία μου θα γινόταν προσιτή.
Ξαναδιαβάζω τα αποσπάσματα-φωτοτυπίες που μου 'δωσε η Jiho Sensee: αυτή η τελετή super-market που θα φωτογραφηθεί κιόλας κάπως με αηδιάζει, όμως ..., από τι άλλο να πιαστεί κανείς? στη χρυσαφένια σκιά του Βούδα που χαμογελά σα να 'χει όλες τις απαντήσεις θ’ αποκοιμηθώ, έπειτα θα πιαστώ να κρατηθώ από τους μακρουλούς λοβούς των αυτιών του καθώς το υπόγειο ρεύμα της επιθυμίας θα. ..., με σπρώχνει πάλι μπροστά, γιατί αυτό είναι η μοίρα μου.
Do not be angry. There is no retiring, no going, no Truth, no lie; there is a brilliant sea of clouds, there is a dignified sea of clouds. Δεν καταλαβαίνω. Δεν θέλω και να καταλάβω όμως. Σ’ αυτή τη βολική θάλασσα από σύννεφα θα ξαπλώσω. Το πέρασμα στην άλλη όχθη θα το κάνω με καλοπροαίρετη αδιαφορία.
3/1997