more...
Tuesday, December 15, 2009
Ο óχι-πια-τόσο Ελεύθερος και κυρίως κλειστός Γαλαξίας, το Καρουσέλ, κι ένα Παγοδρόμιο
Posted by
deplaced
at
12:38 AM
Labels: Nέα Σμύρνη, κατάληψη Γαλαξία, Χριστούγεννα
Sunday, December 13, 2009
Pictures of Intimacy
more...
Saturday, December 5, 2009
Friday, December 4, 2009
Wednesday, November 18, 2009
Το καταναλωτικό αδιέξοδο (chinese style)
more...
Posted by
deplaced
at
6:39 PM
Labels: κινέζικο εμπόριο
Thursday, November 12, 2009
Friday, October 23, 2009
Monday, October 19, 2009
Sunday, October 4, 2009
Friday, September 25, 2009
Κατάληξη της ομολογίας τoυ A. Gleizes
(Διακοπή. Αλλαγή στον τόνο της φωνής του κατηγορούμενου)
Δεν ψάχνουμε τίποτα. Αυτή είναι η μόνη καθαρή αλήθεια. Όλα αυτά είναι μια πρόφαση για να κρύψουμε την αγωνία που μας κατέχει. Δεν βρίσκουμε άλλωστε τίποτα, γι’ αυτό και δεν ψάχνουμε τίποτα.
Ο Picasso? Αυτός μπορεί να κάνει έτσι και να πιάσει την έτοιμη λύση στο πιάτο του. Εμείς όμως δεν είμαστε μεγαλοφυίες, δε μπορούμε να το κάνουμε αυτό... Επιστρατεύσαμε τη γεωμετρία, τη μαθηματική ανάλυση. Δεν δειλιάσαμε ούτε μπροστά σε έννοιες όπως Χωρο-Χρόνος, Τέταρτη Διάσταση, -αυτή η καημένη χιλιοπαρεξηγημένη τέταρτη διάσταση!-, (Πικρός μορφασμός του κατηγορούμενου), Υπερ-επίθεση, Ταυτόχρονο...
Όλα αυτά τα κάναμε κτήμα μας. Ο Jacques (*) μάλιστα έφτασε στο σημείο να μην πηγαίνει πουθενά δίχως την χρυσή τομή του! ''Είναι πολύ απλό'' λέει και προσπαθεί να μας πείσει: ''Κανείς εξάλλου δε βγαίνει στον δρόμο χωρίς το καπέλο του''.
Δεν ξέρω τι σκέφτεστε εσείς για όλ’ αυτά. Εγώ, δηλαδή εμείς, πιστεύουμε πως η αποτυχία μας παραείναι φανερή. Αυτό πoυ εννοούμε είναι πως όλη αυτή η μανία για ανάλυση, ταξινόμηση, εκλογίκευση, στο τέλος-τέλος δε θα ωφελήσει κανέναν ή κι αν ωφελήσει δε θα’ ναι παρά κάποιος χασομέρης φοιτητής Ιστορίας Τέχνης ή ακόμα χειρότερα κάποιος φαιδρός κριτικός –μακριά από μας!
Η ζωγραφική, η τέχνη, θα προχωρήσει έτσι κι αλλιώς μόνη της. Με τη δική μας ανάλυση ή και χωρίς αυτή δε θ’ αλλάξει τίποτα. Όλα αυτά παραείναι προγραμματισμένα για να πετύχουν. Είμαι σίγουρος, δηλαδή πολύ φοβόμαστε πως μετά από καιρό δε θα’ χει μείνει απολύτως τίποτα απ’ όλη αυτή τη φασαρία.
Ήταν ωραία βέβαια, ο καιρός εκείνος...
(Διακοπή. Ο κατηγορούμενος αφαιρείται και μένει χάσκοντας μέχρι που ο Πρόεδρος τον επαναφέρει στην τάξη)
Τι parties! Τι αστεία, -συχνά χοντρά τολμώ να πω-, αλλά στο κάτω-κάτω τι μένει απ’ όλ’ αυτά; Διασκεδάσαμε όπως κάνουν οι νέοι, αυτό είναι όλο. Τώρα όμως ήρθε η ώρα του απολογισμού. Τίποτα δε μένει, είναι τόσο φριχτό...
(Διακοπή. Ο κατηγορούμενος σα να συγκινείται. Η φωνή του ραγίζει)
Θέλω να κάψω τους πίνακές μου αλλά πιο πολύ τα βιβλία μου!
(Ξαφνική άνοδος στην ένταση της φωνής του κατηγορουμένου)
Θέλω να τα κάψω όλα, θέλω να τελειώνω μ’ αυτά! Αν ξανάρχιζα από την αρχή θα’ θελα να’ μουν κάποιος άλλος. Θα χρησιμοποιούσα τη ζωή μου διαφορετικά, τα καλύτερά μου χρόνια πήγαν χαμένα...Ίσως γινόμουν χημικός, κάτι χρήσιμο τέλος πάντων!
(Χειροκροτήματα από το ακροατήριο. Ο κατηγορούμενος κάθεται κάτω φανερά τρακαρισμένος. Ο Πρόεδρος επαναφέρει την τάξη και κηρύσσει την διακοπή της συνεδρίασης ώστε να συνέλθουν οι ένορκοι και να αποφασίσουν)
Τελικά το δικαστήριο θεώρησε πως ο κατηγορούμενος μετανόησε ειλικρινά και αθώωσε τον A. Gleizes.
(*) εννοεί τον Jacques Villon, έναν από τους τρεις αδελφούς Duchamp
Gleizes, Albert (1881–1953). French painter, graphic artist and writer, born in Paris. After serving in the French army, 1914–15, Gleizes lived from 1915 to 1917 in New York, where he underwent a religious conversion. Much of his later career was devoted to trying to achieve a synthesis of medieval and modern art, expressing Christian ideas through pseudo-Cubist forms. In this he is generally reckoned to have been conspicuously unsuccessful and his modest reputation as a painter rests on his pre-war work.
Metzinger, Jean (1883–1956). French painter (mainly of still-life, landscapes, and figure compositions) and writer on art. After passing through Neo-Impressionist and Fauvist phases, he became one of the earliest devotees of Cubism and a central figure of the Section d' Or group. He was undistinguished as a painter and is remembered mainly as the co-author with Gleizes of the book Du Cubisme (1912), the first book to be published on the movement.
Villon, Jacques (1875-1963). French painter, brother of Marcel Duchamp and Raymond Duchamp-Villon . Villon became an exponent of cubism in 1911 and is best known for his refinement of the cubist style.
(from: http://www.encyclopedia.com/)
(Πρακτικά της δίκης Gleizes- Metzinger με ημερομηνία 5/12/1987, απόσπασμα) 9/8/2009
more...
Posted by
deplaced
at
11:57 PM
Labels: A. Gleizes, ιστορίες
Sunday, September 20, 2009
Εθνικές Εκλογές
Performance από τον Κώστα Μπεβεράτο στο Θησείο, φωτο Στέλιος Μ.
Νικητή με την αποχή γκρέμισε Ακρόπολη και Βουλή! φωτο Στέλιος Μ.



Days after: Selling Earth, φωτο Στέλιος Μ.
more...
Posted by
deplaced
at
8:53 PM
Labels: Μπεβεράτος, προεκλογικά
Thursday, September 17, 2009
H δεσποινίς ''Μοναχική Καρδιά'' (ένα σχέδιο)
She’s quite a character though. Με τα λευκά ρούχα της δουλειάς θα είναι δράμα. Είναι αδύνατη και ψηλή για τα ελληνικά δεδομένα, πάνω από 1.80. Στον δρόμο ξεχωρίζει ανησυχητικά. Είναι φυσική ξανθιά και διαλέγει τα ρούχα της στα πιο απίθανα χρώματα -και μεγέθη. Συνήθως υπερβολικά στενά και κοντά, καφέ σκούρα με πορτοκαλί ή κόκκινα με μαύρο.
Τα μαλλιά της είναι μονίμως καταπιεσμένα. Αδύνατα και ηλεκτρισμένα φουντώνουν διαρκώς πάνω από το κάπως πεπιεσμένο κεφάλι. Ίσως να ήταν καλύτερα ελεύθερα στους ώμους γιατί δεν είναι και μακριά όμως εκείνη τα περιορίζει δραστικά σε μια ξασμένη αλογοουρά που φορτώνει με τσιμπιδάκια, χτένες κι άλλα πολλά. Μα το πρόσωπό της είναι το καλύτερο: ματάκια που κρύβονται πίσω από γυαλιά με χοντρό κοκκάλινο σκελετό και πλατιά ανοικονόμητα χείλη σαν της πάπιας, που τώρα που το ξανασκέφτομαι μπορεί και να ευθύνονται για την προφορά που λέγαμε. Αλλά σ’ αυτό θα επιστρέψω αργότερα.
Πάντα έρχεται καθυστερημένη, μουρμουρίζει έναν χαιρετισμό και προσπαθεί να βολέψει το μακρύ της δερμάτινο παλτό που ανοίγει και δείχνει μέχρι πάνω τα λεπτά της μπούτια γερά τσιτωμένα μες το μαύρο collant. Το πλεχτό ζακετάκι, δυο νούμερα πιο μικρό, από μέσα τη σφίγγει κυρτώνοντας κι άλλο την στενή της πλάτη και πιέζοντας μέχρι εξαφάνισης το ήδη ανύπαρκτο στήθος.
Κάνει φοβερή φασαρία προσπαθώντας να καθήσει στη θέση της χωρίς ν’ ακουστεί. Σέρνει μαζί της σακούλες, περίεργες τσάντες και συχνά τεράστιες αγκαλιές φτηνά λουλούδια. Προχτές, δε θυμάμαι ποιος άγιος γιόρταζε πάλι, κατέφθασε φορτωμένη λευκά χρυσάνθεμα. Τα περισσότερα μάδησαν όταν τ’ ακούμπησε απρόσεχτα στο καλοριφέρ δίπλα στο παράθυρο.
Αμέσως πιάνει κουβέντα με τις διπλανές της. Η φωνή της ακκίζεται περίεργα. Θα’ λεγε κανείς πως στο τέλος κάθε της φράσης ο τόνος επιστρέφει αμέσως στην αρχή κάνοντας μια θηλειά που στραγγαλίζει το ήδη ασαφές νόημα. Η φωνή της, -αλήθεια-, ξαναδιπλώνεται: όταν την ακούς για ώρα έχεις την εντύπωση πως προφέρει συνεχώς στρογγυλά όμικρον που ανεβαίνουν στο ταβάνι σαν δαχτυλίδια καπνού. Ή τουλάχιστον προσπαθούν.
Εκείνη τη μέρα καθώς απλωνόταν μακριά κι οστεώδης στο κάθισμα δίπλα μου, -κι ήταν η πρώτη φορά που τύχαινε να βρεθώ σε τόσο καλή γωνία καθώς η καρέκλα της ήταν τραβηγμένη λίγο πιο μπροστά από τη δική μου και μπορούσα να την παρατηρώ άνετα χωρίς να με προσέχει-, αισθάνθηκα έντονη την ανάγκη ν’ αγγίξω τη μικρή χτένα σε σχήμα φιόγκου που’ χε στα μαλλιά. Ήταν ένας φιόγκος μικρός με ρίγες πράσινες και χρυσαφιές κι έμοιαζε καρφωμένος πάνω απ’ τ’ αριστερό της αυτί.
Σκεφτόμουν πως μια τέτοια αναπάντεχη κίνηση θα προκαλούσε μια απότομη συστροφή, ένα ελικοειδές κουλούριασμα αυτού του εξαιρετικά επιμηκυσμένου κορμιού προς το μέρος μου, και σαν αποτέλεσμα θα είχα την ευχαρίστηση να απολαύσω όλο της το πρόσωπο σε απόσταση αναπνοής. Στην πραγματικότητα δεν έχουμε βρεθεί tête-à-tête παρά για δευτερόλεπτα, θα’ ταν άλλωστε ανάρμοστο να την παρατηρήσω κατάφατσα για πιο πολύ. Ακόμα όμως και τα λίγα που’ χω προσέξει και σημειώσει στο μυαλό μου είναι αρκετά για να βάλουν φωτιά στη φαντασία μου.
Λοιπόν, το πρόσωπο της κοπέλας είναι μάλλον πλατύ, όπως έλεγα, σε σύγκριση με το στενό και μακρύ σώμα της. Είναι επίσης οστεώδες με κάπως ανεβασμένα ζυγωματικά Καθώς τα γυαλιά που λέγαμε κι οι μακριές φράντζες δεν αφήνουν περιθώρια για εκτενέστερη παρατήρηση θα επικεντρωθώ με χαρά στα χείλη, πηγή εξάλλου αυτής της τόσο ξεχωριστής σε σημείο πρόκλησης φωνής.
Σίγουρα η φωνή δεν είναι χυδαία, βαριά ή πρόστυχα σγουρή αλλά και πάλι δεν ταιριάζει με το θολό μυωπικό, λίγο γαλανό βλέμμα όπως εξωτερικεύεται αυτό μέσα απ’ τα γυαλιά. Με λίγα λόγια άλλο περιμένει κανείς ν’ ακούσει.
Την στιγμή που τα πλατειά παπίσια χείλη ανοίγουν για ν’ αρθρώσουν λέξεις είτε στα ελληνικά ή πολύ χειρότερα στα γαλλικά, ξαφνικά μεταστρέφονται. Αυτή η ενέργεια πάει κόντρα στη φυσική τους ροπή και επειδή οι δυνάμεις της αδράνειας δεν αστειεύονται το αποτέλεσμα είναι για γέλια. Αντί για τα όμικρον που λέγαμε παραπάνω ένας μισοστρόγγυλος φθόγγος αρθρώνεται τελικά. Αυτός είναι που καταφέρνει ν’ ανέβει σαν εκείνο το πολυφορεμένο δαχτυλίδι του καπνού.
Επειδή όμως βασανίστηκαν στην εκφορά τους, οι περίπου στρογγυλές συλλαβές απελευθερώνονται από το φράγμα των δοντιών με σημαντικές αβαρίες. Τραβάνε πάνω τους ό,τι κουρέλια απέμειναν απ’ τα ρούχα τους, συμμαζεύονται όπως-όπως όμως καθώς ανεβαίνουν πάντα υπολείπεται μια θλιβερή ουρά πίσω τους, τεκμήριο της ταλαιπωρίας τους ως τη στιγμή που κουτά χτυπούν στο ταβάνι.
Γενικά ένας τέτοιος μισοπνιγμένος τρόπος ομιλίας πρέπει είτε να θάβεται ή ν’ αντηχεί. Στην πρώτη περίπτωση όλοι μιλούν μαζί δυνατά και γρήγορα σα να θέλουν να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλον. Σκοπός τους είναι να καλύψουν όσο γίνεται τις παρείσακτες ουρές που διαμαρτύρονται μουρμουρίζοντας, χαμηλοβλεπούσες και σκεπτικές καθώς γυροφέρνουν την ομήγυρη. Για τους πιο γενναίους συνιστάται η ''απόλαυση'' μιας τέτοιας ομιλίας σε απόλυτη σιωπή. Όλοι ησυχάζουν και τεντώνουν αυτιά και νεύρα. Κάνουν χώρο διακριτικά να περάσει η κουρελιασμένη συνοδεία, η εξεφτελισμένη στρατιά με ύφος προβεβλημένης δυστυχίας και έντονα σημάδια κύρτωσης και ραχιτισμού.
Οι συλλαβές συνεχώς κουτουλάνε εδώ κι εκεί. Σέρνονται, διαμαρτύρονται πάντα σε χαμηλό τόνο, γκρινιάζουν, εξηγούν χωρίς να γίνονται ποτέ κατανοητές αφού το τάγμα των λέξεων έχει από την ώρα κιόλας της εκφοράς του διαλυθεί. Μεσολαβούν στιγμές σιωπής μες στη σιωπή, στιγμές το ίδιο φοβερές για όλους. Οι τυπικά συνομιλητές και συνένοχοι δέχονται στο πρόσωπο και στο στήθος τις άτακτες ριπές του διακοπτόμενου μη-λόγου. Ντρέπονται και χαίρονται γι’ αυτό, σοβαροί, θωρακισμένοι στη λογικότητα της εκούσιας σιωπής τους απέναντι στο οικτρό θέαμα, στο πανηγύρι της αποτυχημένης προσπάθειας για έκφραση. Οι πιο νευρικοί κοιτούν αλλού, κάνουν πως δεν ακούνε, θέλουν να φωνάξουν λέξεις με νόημα. Να ξορκίσουν το παράλογο, ν’ αφορίσουν τη σιωπή.
Στο τέλος τα κουρέλια του ξυπόλυτου τάγματος σταματούν οριστικά να γυροφέρνουν τα κεφάλια αυτών που παρακολουθούν. Στέκονται καταμεσίς του χάους του κενού ζαλισμένα απ’ τις αλλεπάλληλες κουτουλιές, υποταγμένα
Ενώ σταυρώνουν τα χέρια σε στάση απόλυτης κατάρρευσης κάποιος ψύχραιμος απευθύνεται στο πρόσωπο που προκάλεσε την καταιγίδα της αμηχανίας. Με προτάσεις καθαρές, μικρές, μεστές, που χωρίζονται με τελείες, κόμματα κι ερωτηματικά υποκρίνεται πως δεν κατάλαβε. Χρησιμοποιεί περισσότερο απ’ όσο είναι απαραίτητο τον ερωτηματικό τόνο, διστάζει ψεύτικα καθώς προσπαθεί από ευγένεια ή διακριτικότητα να χρωματίσει τα λόγια του έτσι που απ’ έξω-απ’ έξω να μοιάζουν με τα ακυβέρνητα πλοία που στο παρθενικό ταξίδι της εκφοράς ναυάγησαν με τόσο άδοξο τρόπο.
Επειδή όμως οι δικοί του φθόγγοι και συλλαβές είναι ολόγεροι, ξεκάθαροι και δε φοβούνται κανέναν, απορρίπτουν με συχασιά το βρώμικο κουρέλι της αφασίας που προσπαθεί με το ζόρι να τους ρίξει στην πλάτη.
Έτσι που στο τέλος –μα και πόσο συχνά!- αυτός που εκφράζεται με ευγένεια να είναι ανάγωγος, αυτός που μιλά με καλοσύνη να είναι σκληρός κι αυτός που μιλά διστακτικά να είναι απόλυτος.
(πιθανότατα 1984, 2009)
more...
Posted by
deplaced
at
3:37 PM
Labels: ιστορίες, Μοναχική καρδιά
Saturday, September 12, 2009
Interview with a Master

ICQ Chat Save File, started on Fri Oct 15 20:27:05 1999
<Χ> ok
-Z- δεν καταλαβαίνω, νόμιζα πως μπαίνεις στο Δίκτυο απ’ το σπίτι σου
<Χ> έχουμε δυο σπίτια εδώ στη Β., στο ένα μένω μόνος στο άλλο οι υπόλοιποι, προχτές ήμουν στο άλλο σπίτι αλλά κι αυτό σπίτι μου είναι
-Z- εκεί ήσουν όταν βγήκες απότομα τις προάλλες; γιατί δε μου το είπες;
<Χ> σου είπα να με πάρεις αργότερα στο κινητό, anyway
-Z- έπεσα νωρίς για ύπνο, ήμουν πτώμα, και βέβαια βρήκα το μήνυμά σου το πρωί
<Χ> οk, forget it
-Z- anyway, αλλά γίνεται μπέρδεμα που τελικά ένα πράγμα σημαίνει: υπάρχει αμοιβαία καχυποψία, tons of
<Χ> ακόμα σου είχα πει να με πάρεις όταν θα αισθάνεσαι έτοιμη, εγώ δεν έχω καμιά καχυποψία
-Z- τότε είναι η ανάγκη σου για μυστήριο; τι να πω, είσαι πάντα τόσο λακωνικός...
<Χ> το ζητούμενο είναι: είσαι έτοιμη;
-Z- γιατί δεν κάνεις τα πράγματα πιο απλά; πες μου τουλάχιστον πως φαντάζεσαι την πρώτη μας συνάντηση
<Χ> ok, θέλω να σε δω κατ’ αρχήν από κοντά, να σου μιλήσω για διάφορα θέματα αλλά πάντα γύρω απ’ αυτό που θέλουμε κι οι δυο
<Χ> δλδ οι κανόνες θα καθορίζονται από εμένα
-Z- ok, μπορούμε να βρεθούμε κάπου έξω;
<Χ> θέλω να παρουσιάσεις τον εαυτό σου, να εκτεθείς, να δω τις αντιδράσεις σου κάτω από συνθήκες που θα καθορίσω εγώ
-Z- δλδ; με το χαίρω πολύ;
<Χ> όχι την πρώτη φορά
-Z- txnx Master…για την πρώτη φορά μιλάω όμως
<Χ> ναι, με το χαίρω πολύ, δεν το καταλαβαίνω αυτό
-Z- μπορείς να γίνεις πιο συγκεκριμένος σχετικά με το μέρος;
<Χ> δεν θα είναι μια συνάντηση κοινωνικής γνωριμίας
-Z- τότε;
<Χ> στο σπίτι σου, στο δικό μου, προτιμώ στο δικό σου για να αισθάνεσαι άνετα
<Χ> θα είναι η παρουσίαση μιας υποψήφιας σκλάβας, πολύ απλά
-Z- στο δικό σου ούτε για πλάκα...γιατί όχι όμως έξω; Μπορεί οι photos να μας κολακεύουν υπερβολικά και να αισθανθούμε αμοιβαία απέχθεια, ή μήπως για τη θέση δεν έχει σημασία καν το πρόσωπο, μόνο ο ρόλος;
<Χ> όλα έχουν σχέση, στο έχω όμως ξαναπεί εμένα μ’ ενδιαφέρει πρώτ’ απ’ όλα η προσωπικότητα και η συμπεριφιρά
<Χ> έξω δε γίνεται αυτό
-Z- συστάσεις; (kidding)
<Χ> θα συστηθείς όπως πρέπει
-Z- εννοούσα από προηγούμενους ''εργοδότες''
<Χ> σου είπα θα είναι δύσκολο και σκληρό στην αρχή αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος
-Z- τουλάχιστον δε μπορείς να περιγράψεις λίγο τη διαδικασία; τι θα πεί ''δύσκολο και σκληρό''; και γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος;
<Χ> πάντα όμως αν είναι αυτό που θέλεις
-Z- πάλι καλά...δλδ θα παρουσιάσεις κάτι σαν menu από δοκιμασίες και θα διαλέξω μερικές; κι αν κοπώ σε όλες;
<Χ> θα πρέπει από την πρώτη στιγμή να ξεκαθαρίσουμε τους ρόλους, από το πρώτο λεπτό
-Z- θα σε υποδεχτώ στα γόνατα;
<Χ> δε νομίζω ότι είναι αστείο
<Χ> στα γόνατα όχι
-Z- τότε;
<Χ> γυμνή και ξυρισμένη τελείως
-Z- τώρα που κρυώνει κι ο καιρός...πάντως να μην ξανασυζητάμε για το δεύτερο, ακόμα κι αν άξιζες μια τέτοια θυσία θάπρεπε να το ξέρω. Εσύ δε λες πως πρέπει να το θέλω;
<Χ> πρέπει να θέλεις να με υπηρετήσεις, να υποταχτείς, δεν είμαι τρελλός, ούτε εκτός τόπου και χρόνου
-Z- υπάρχουν όμως άπειροι τρόποι, ίσως πολύ περισσότερο subtle, είσαι καθόλου παιδεραστής;
<Χ> όχι βέβαια
-Z- αυτή η εμμονή στο ξύρισμα με κάνει να σκέφτομαι διάφορα
-Z- για ποιον λόγο;
<Χ> γιατί μ’ αρέσει και είναι μια απόδειξη υποταγής
<Χ> είναι κάτι που θα το ξέρεις εσύ κι εγώ μόνο
<Χ> ξέρω πολύ καλά τι θέλω και πως να αντιμετωπίσω και να εκπαιδεύσω μια σκλάβα
<Χ> και είμαι απόλυτος σ’ αυτό
-Z- makes some sense, αλλά λειτουργικά είναι σχεδόν αδύνατο, εκτός κι αν σε βλέπω μια φορά το μήνα
<Χ> τίποτα δεν είναι αδύνατο
-Z- σίγουρος ακούγεσαι όμως πόσες σκλάβες έχεις ''εκπαιδεύσει'';
<Χ> όχι πολλές ούτε και λίγες
<Χ> αλλά σίγουρα ξέρω τι θέλω
-Z- numbers pls
<Χ> 4-5
-Z- members only?
<Χ> δεν είναι αυτό το θέμα
-Z- πως δεν είναι...
<Χ> όταν μια διαταγή δεν εκτελείται ή δεν εκτελείται σωστά υπάρχει πάντα η τιμωρία
-Z- πριν πόσο καιρό την τελευταία;
-Z- και τι εννοείς ''τιμωρία'';
<Χ> δυο χρόνια περίπου
<Χ> ψυχολογική και σωματική
-Z- και σ’ όλο αυτό το διάστημα προετοιμαζόσουν για μένα; ανησυχητικό ακούγεται
-Z- could u elaborate?
<Χ> ήμουν αρκετό καιρό μαζί της μετά το training
<Χ> δλδ;
-Z- παραδείγματα από τα δυο είδη τιμωρίας (ει δυνατόν με εικονογράφιση)
<Χ> σου είπα, δε νομίζω ότι είναι αστείο
<Χ> αν το βλέπεις έτσι τότε είμαστε αλλού
-Z- ok, αλλά θα 'θελα να ξέρω τι έχεις στο μυαλό σου σχετικά μ’ αυτό το θέμα γιατι τελικά η γυμνή και ξυρισμένη τρελλή που θα δεχτεί έναν περίεργο άγνωστο στο σπίτι της, -μόνη αν έχω καταλάβει σωστά-, θα είμαι εγώ...
<Χ> ask me
-Z- νομίζω ήδη σε ρώτησα
<Χ> όσον αφορά την ψυχολογική τιμωρία, ο εξευτελισμός, ο περιορισμός και ο απόλυτος έλεγχος
-Z- πως εξευτελίζεις; περιορίζεις; ελέγχεις;
<Χ> δε νομίζω πως είναι δύσκολο να καταλάβεις, έχεις και μια εμπειρία στο bdsm
<Χ> o απόλυτος έλεγχος είναι απόλυτος έλεγχος
-Z- όχι αυτή που νομίζεις...
<Χ> σκέψου τις φαντασιώσεις σου και θα είναι το ίδιο
-Z- ο εξευτελισμός είναι συνήθως λεκτικός ο περιορισμός όμως είναι σωματικότατος
-Z- πόσο μπορεί να με ξέρεις;
<Χ> η έννοια του περιορισμού είναι καθαρά ψυχολογική
<Χ> όσο σε ξέρω
<Χ> θα σε μάθω καλύτερα όμως
-Z- μια στιγμή, δεν το καταλαβαίνω αυτό, πως περιορίζεις;
<Χ> μέσα στο σπίτι για κάποιο διάστημα ίσως
-Z- ''κάποιο διάστημα''; δλδ;
<Χ> κάποιες ώρες, μια μέρα, χωρίς βέβαια να επηρεάζει τη δουλειά σου ή μια σοβαρή υποχρέωση
<Χ> σου είπα, δεν είμαι τρελλός ούτε ηλίθιος
<Χ> δλδ μόνο τα σκ;
<Χ> ίσως
<Χ> όσον αφορά τη σωματική τιμωρία για μένα η καλύτερη τιμωρία είναι ο έλεγχος οργασμού ή και η απαγόρευση οργασμού
<Χ> την αντοχή σου στον πόνο θα πρέπει να τη δω πρώτα
<Χ> ο σκοπός δεν είναι να σε κάνω να μη μπορείς να το αντέξεις ούτε να πάθεις κάτι κακό
-Z- ας ξαναγυρίσουμε στον εξευτελισμό, πάντως τον περιορισμό τον κάνεις ν’ ακούγεται σαν βουδιστική retreat. Kι εκεί υπάρχει μεγάλη δόση από αυτο-περιορισμό, κάθεσαι ακίνητος στη στάση του λωτού μέχρι που τα γυμνά σου πόδια να γίνουν μπλε. Δε τα νιώθεις αλλά συνεχίζεις κι όταν τα 45 λεπτά πλησιάζουν το καμπανάκι χτυπά πάνω που αρχίζεις να βλέπεις το φως, σου λέει τίποτα αυτό;
-Z- ποιος είναι ο σκοπός σου λοιπόν;
<Χ> να υποφέρεις σε ένα βαθμό ώστε να έχει αποτέλεσμα η τιμωρία
<Χ> όσον αφορά το προηγούμενο σίγουρα θα υπάρχει κάτι ανάλογο
-Z- υπάρχει κάτι παράλογο εδώ: αν υποφέρω όσο αντέχω τότε η τιμωρία μου δεν θα σε ευχαριστεί ποτέ
<Χ> κάνεις λάθος, τα όρια υπάρχουν για να επαναπροσδιορίζονται
<Χ> έχεις εύκολους οργασμούς;
-Z- θες να πεις αφού σε γνωρίσω θα αυξηθεί η αντοχή μου στο κρύο και στον πόνο;
<Χ> δεν το ξέρω αυτό, θα δείξει
-Z- εξαρτάταται από το πόσο εμπνέομαι, από πανεύκολους μέχρι αδύνατους
<Χ> μάλιστα
<Χ> με ποιον τρόπο τελειώνεις πιο εύκολα;
-Z- και συ; θα μένεις ντυμένος στη διάρκεια της επιθεώρησης;
-Z- δεν θα σ’ αρέσει αυτό...οn top and in charge, sorry:)
<Χ> αυτό είναι το πιο πιθανό
<Χ> χαϊδεύεσαι; κι αν ναι πόσο συχνά;
-Z- κι αυτό παίζει, από πάρα πολύ μέχρι καθόλου όταν έχω σχέση, είμαι busy ή άσχημα ψυχολογικά. Κι εσύ; κάνεις ποτέ έρωτα as we know it?
<Χ> πολύ συχνά, το να χαϊδεύεσαι χωρίς εμένα θα είναι κάτι που θα απαγορεύεται ρητά
-Z- το ''πολύ συχνά'' σε τι απαντά, στη μαλακία ή στον έρωτα as we know it?
<Χ> σίγουρα στο δεύτερο
<Ζ> πάλι καλά...και πως θα το ελέγχεις αυτό το τελευταίο;
<Χ> είπαμε, αν κάτι γίνει και το μάθω ή το καταλάβω, θα τιμωρείσαι
<Χ> είναι κάτι που ποτέ δεν ελέγχεται απόλυτα
-Z- μα πως θα το καταλάβεις; η καλή σκλάβα είναι η πονηρή σκλάβα, χε
<Χ> αυτό είναι δικό μου θέμα
-Z- να υποθέσω πως αν έβρισκες την ιδανική σκλάβα θα την έκλεινες στο σπίτι σου για πάντα, να σε περιμένει απ’ τη δουλειά με το λουρί στο χέρι, etc;
<Χ> όχι βέβαια
-Z- πως είσαι τόσο σίγουρος;
<Χ> είμαι
-Z- μόνο τότε θα την έλεγχες απόλυτα
<Χ> πρώτ’ απ’ όλα θα πρέπει η ίδια να θέλει να ελέγχεται, να υπακούει και να υπηρετεί, εγώ θα διορθώνω τα λάθη
-Z- κι αν ήθελε; θα υπήρχε ευτυχία σ’ αυτή τη ζωή;
<Χ> αν ήταν πραγματική σκλάβα σίγουρα
-Z- τότε δεν θα χωρίζατε ποτέ;
<Χ> μιλάς πολύ υποκειμενικά
<Χ> δεν υπάρχει το τέλειο ούτε θέλω το τέλειο
-Z- όχι, αντίθετα το σενάριο είναι φανταστικό, προσπαθώ να καταλάβω απλά αν είσαι ρομαντικός ή ανασφαλής
<Χ> μπορεί και τα δυο μπορεί και τίποτα
-Z- αν υπήρχε όμως θα έκανες τα πάντα, right?
<Χ> μπορεί
-Z- σου 'χει συμβεί να βρεις κάτι που πλησιάζει το τέλειο και ή άλλη πλευρά να αδυνατεί να σ’ ακολουθήσει; Αυτό εννοούσες όταν ανέφερες κάποτε πως έχεις ερωτευτεί;
<Χ> κάτι τέτοιο
<Χ> θα ήθελα να μιλήσουμε για σένα, αυτό είναι το ζητούμενο για μένα τώρα
-Z- το καταλαβαίνω αυτό, οι απόλυτοι άνθρωποι είναι συχνά συγκινητικοί, παραμένουν επικίνδυνοι βέβαια για τον εαυτό τους και για τους άλλους. Υπάρχει ένα βιβλίο που θα σ’ αρέσει: ο ''Καλλιγούλας'' του Καμύ, το ξέρεις;
<Χ> το ξέρω, αλλά σου είπα θέλω να μιλήσουμε για σένα
-Z- με εκπλήσσεις ευχάριστα! τι θέλεις να ξέρεις για μένα;
-Z- πιο πολύ δλδ απ’ ό,τι ήδη ξέρεις
<Χ> σ’ αφήνω να διαλέξεις εσύ πως θέλεις να με αποκαλείς κατ’ αρχήν
<Χ> ξέρω αρκετά για την ώρα
-Z- υποθέτω κάτι σαν ''αγόρι μου'', ή ''αγάπη μου'', -πολύ χειρότερο αυτό ε;- δεν παίζουν, right?
<Χ> δεν παίζουν, άλλο
<Χ> κάτι που να δηλώνει υποταγή
-Z- μη μου πεις πως θα σε περιμένω στην πόρτα με την προσφώνηση ''Master''... πρέπει και να τ’ αξίζεις
-Z- πως σε φώναζαν οι άλλες 4-5;
<Χ> το ''Master'' πρώτον είναι αγγλικό και δεύτερον δε μ’ αρέσει
<Χ> δε ρώτησα τις άλλες, εσένα ρώτησα και θέλω μια απάντηση
-Z- το βρήκαν μόνες τους; το είπα εγώ, members only…αλήθεια, δε μου’ ρχεται τίποτα στα ελληνικά. Την αμερικανίδα Master μου, -Σκορπιός ήταν σαν και σένα- τη λέγαμε στα γιαπωνέζικα ''Sensei'', σου κάνει αυτό; σημαίνει ''Δάσκαλε''
<Χ> δεν είναι απάντηση αυτό
-Z- το ''Sensei'' μου είναι πολύ κοντινό, το ''Κύριε'' μου φαίνεται ανόητο, σα να’ χει βγει από κάποια παλιά ελληνική ταινία
-Z- α, μπορώ να σε λέω και ''Dana'', σημαίνει ''Master'' στα γιαπωνέζικα, καμιά σχέση με την trans pop singer
<Χ> ok τότε, θα σου δώσω και μια safe word: έλεος, όταν θα θέλεις να σταματήσει κάτι
<Χ> ok about the Sensei
-Z- yeah right, με την προϋπόθεση πως δε θα 'χω το στόμα μου γεμάτο;)
-Z- εσύ πως θα με λες;
<Χ> σκλάβα
-Z- δεν ακούγεται κάπως άθλια; καμιά άλλη ιδέα;
<Χ> και αυτό θα γίνει από τώρα
<Χ> όχι
-Z- φιλάς ποτέ;
<Χ> ναι
-Z- αλλά δε γλείφεις
<Χ> αυτό θα πρέπει να το κερδίσεις όμως
-Z- ενώ σ’ εμένα θα το επιβάλλεις;
<Χ> και αυτό θα πρέπει να το κερδίσεις
<Χ> ναι
<Χ> γλείφεις καλά;
-Z- μπορεί να γίνει βαρετό ξέρεις...
<Χ> δε νομίζω
-Z- όχι, σπάνια μ’ αρέσει
<Χ> I see, και τι έκανες με τις προηγούμενες;
<Χ> δεν τις έγλειφες;
-Z- είπαμε, on top and in charge… mostly
<Χ> μάλιστα, θ’ αλλάξουν πολλά πράγματα
-Z- εξάλλου αυτά είναι πολύ παλιές ιστορίες
<Χ> I know
-Z- τώρα είναι η σειρά μου να το πω: αυτό θα πρέπει να το κερδίσεις
<Χ> έχω αυτό που είμαι, την προσωπικότητά μου και το μαστίγιό μου γι’ αυτό
-Z- ΜΑΣΤΙΓΙΟ;;;;
<Χ> ναι
-Z- πάλι καλά που είναι μ’ αυτή τη σειρά...δεν είπες τίποτα για σημάδια, it’s a no-no
<Χ> δε μ’ αρέσουν τα σημάδια
-Z- same here, τότε;
<Χ> αλλά αυτό εξαρτάται κι από σένα
<Χ> το μαστίγιό μου δεν αφήνει σημάδια
-Z- τι μαστίγιο είναι τότε; από μετάξι;
<Χ> θα το δεις κάποια στιγμή και θα το νιώσεις
-Z- το λες σα να’ σαι σίγουρος πως θα μ’ αρέσει...
<Χ> δεν είμαι σίγουρος για τίποτα
-Z- μόνο για τα δικά σου όρια;
<Χ> αλλά μάλλον θα σ’ αρέσει
<Χ> για κανέναν
-Z- ?
<Χ> για κανενός τα όρια
-Z- πήγε ποτέ κάτι στραβά; εννοώ καθώς εξερευνούσατε τα όρια;
<Χ> όχι
<Χ> απ’ ό,τι βλέπω θα πρέπει να είμαι σκληρός μαζί σου από την πρώτη στιγμή
-Z- δεν είναι δυνατό αυτό, ποτέ δεν είχες κάποια αντίδραση που δεν την περίμενες;
-Z- ''σκληρός''; δλδ;
<Χ> αντιδράσεις είχα, αλλά το χειρίστηκα πάντα όπως έπρεπε
<Χ> όχι ελαστικός
-Z- ?
<Χ> δλδ
<Ζ> τι θα πει: ''όχι ελαστικός'';
<Χ> θα πει όχι ελαστικός
-Z- ...
<Χ> ελπίζω να το κατάλαβες αυτό
-Z- οι ταυτολογίες σου είναι κουραστικές
<Χ> δεν έχω τίποτα να πω πάνω σ’ αυτό
-Z- υπεκφεύγεις πάντα, θα μου κρατήσεις την ''σκληρότητά'' σου για έκπληξη και περιμένεις να σε υποδεχτώ ήσυχη;
<Χ> αν ξέρεις τι θέλεις θα είσαι πάντα ήσυχη
-Z- το θέμα είσαι εσύ όμως, που κρατάς την τύχη μου και την ησυχία μου στα χέρια σου, ή τουλάχιστον που θα θελήσεις να το κάνεις
<Χ> δεν πρόκειται κι ο σκοπός μου δεν είναι να σου κάνω κακό σε καμιά περίπτωση
<Χ> εσύ θέλησες έναν Sensei
<Χ> και μάλιστα εμένα γι’ αυτόν τον ρόλο
-Z- ίσως έκανα λάθος που πρότεινα αυτή τη λέξη, είναι πολύ καθησυχαστική
<Χ> μην αρχίσουμε να παίζουμε με τις λέξεις, διάλεξε μια άλλη τότε
-Z- κι εσύ θέλησες εμένα για σκλάβα, κι ας έχω όλα τα λάθος credentials. Σε προκαλεί αυτό; σου’ χει ξανατύχει;
-Z- ας μείνουμε στο Sensei για την ώρα
-Z- έχεις άλλη photo; πιο κοντινή
<Χ> όχι εδώ
<Χ> εσύ έχεις;
-Z- όχι δυστυχώς, στο είπα
-Z- για μένα όμως έχει πιο πολλή σημασία, θέλω να μελετήσω ξανά το πρόσωπό σου
<Χ> όταν θα μπορώ θα σου στείλω
-Z- txnx
-Z- να σ’ αφήσω;
<Χ> thanks Sensei
-Z- νομίζω κάναμε πρόοδο για μήνες
<Χ> δεν το κατάλαβα αυτό
-Z- α μάλιστα, έτσι με διόρθωνε κι εκείνη, αν και δε νομίζω πως θα χαιρόταν με την εξέλιξη...
-Z- εννοώ πως μιλήσαμε πολύ πιο ουσιαστικά
<Χ> όλα είναι ουσιαστικά
-Z- κι η κάθε στιγμή είναι μοναδική γι’ αυτό πρέπει να την αισθανόμαστε μέχρι το μεδούλι, right
-Z- καληνύχτα Sensei
<Χ> συμφωνώ
<Χ> καληνύχτα σκλάβα
-end of session-
(transcribed from greeklish and revised on Aug 16 2009)
more...
Saturday, September 5, 2009
Τα κόκκινα παπούτσια
Είχε συνέχεια μια έκφραση μισο-αμήχανη μισο-δυσαρεστημένη σαν κάποιος που δοκιμάζει μια κουταλιά πικρό φάρμακο ξέροντας ωστόσο πως θα του κάνει καλό.
Έτσι που ήταν καθισμένη στο χαμηλό σκαμπό με λυγισμένα τα πόδια προς την ίδια κατεύθυνση και το κεφάλι σκυμμένο πάνω από το ζευγάρι που δοκίμαζε μου’ ρθε να την αρπάξω από τους ώμους και να της δώσω ένα γερό ταρακούνημα μήπως και καταφέρω να νικήσω την αναποφασιστικότητά της μια και καλή: ''Παρ’ τα σε παρακαλώ! Είναι τα πιο όμορφα παπούτσια που θα’ χεις ποτέ''. Σε παρακαλώ. Παρακαλώ.
Δίπλα στο καινούργιο ζευγάρι που πρόβαρε τόσο διστακτικά κάτω από το βαριεστημένο βλέμμα της πωλήτριας, κάτω απ’ το σκληρό και κρύο φως που απλωνόταν παντού στο πολυκατάστημα τα παλιά της παπούτσια έδειχναν ακόμα πιο παλιά και στραβοπατημένα. Σαν φτωχοί συγγενείς –το ένα μάλιστα είχε πέσει στο πλάι πάνω στο φαγωμένο τακούνι του- ενός πολύ πλούσιου και σπουδαίου ανθρώπου που ζει στο εξωτερικό και δεν τον ενδιαφέρουν καθόλου τα χρήματα, μόνο οι καλοί τρόποι.
''Παρ’ τα μαμά!'' ξαναείπα ελπίζοντας πως αυτή θα’ ταν η τελευταία φορά όμως είχα αρχίσει κιόλας να χάνω το κουράγιο μου. Δεν θα τα’ παιρνε ποτέ. Από την πρώτη στιγμή το’ ξερα.
''Είναι τόσο κόκκινα, τόσο φανταχτερά..'' είπε ακόμα και τώρα διστάζοντας, κι έπειτα: ''δεν θα πηγαίνουν με τα ρούχα μου''. ''Είναι κόκκινα, είναι φανταχτερά'' σκέφτηκα ''μα αυτό είναι ακριβώς που τα κάνει τόσο όμορφα''.
Ήταν ψηλοτάκουνα, πολύ κομψά, και στο μέρος πάνω από τα δάχτυλα είχαν από ένα τοσοδούλικο υφασμάτινο τριανταφυλλάκι. Ήταν τα ωραιότερα καλοκαιρινά παπούτσια που είχα ποτέ δει και τα κοιτούσα έντονα με πόνο και παράλογη λαχτάρα όλη την ώρα που την τραβούσα από το χέρι για να την καταφέρω να μπούμε να τα δοκιμάσει από τη στιγμή που τα είδα στην βιτρίνα.
Η επιμονή, η βουβή μου παράκλιση, φαινόταν τότε τόσο στα μάτια μου, σ’ ολόκληρο το συσπασμένο ικετευτικά πρόσωπό μου, που μου’ κανε κακό να κοιτάζω στον ολόσωμο καθρέφτη απέναντι και πίσω της.
''Παρ’ τα'' ξαναείπα ''σου πηγαίνουν τόσο!'', κι είχε ακόμα όμορφα πόδια, λίγο κακοπαθημένα στις φτέρνες ίσως αλλά ακόμα όμορφα, λευκά και λεπτά. Ο φόβος πως παρ’ όλ’ αυτά θ’ άφηνε το κόκκινο ζευγάρι και θα ξαναφόραγε τα παλιά της δε μ’ άφηνε στιγμή. Θα φεύγαμε χωρίς να’ χει τολμήσει ν’ αποφασίσει. Το’ ξερα λοιπόν, το’ ξερα, κι άρχισα να μπλέκω και να ξεμπλέκω νευρικά τα χέρια μου στραβώνοντας λιγάκι και τ’ αριστερό μου πόδι όπως έκανα πάντα όταν αισθανόμουν άσχημα για να καθυστερήσω εκείνη τη στιγμή.
Η πωλήτρια βαρέθηκε. Άρχισε να κοιτάζει αλλού πάνω απ’ τα κεφάλια μας στο βάθος του μαγαζιού. Η μαμά σήκωσε το δικό της κεφάλι πάντα μπερδεμένη στις σκέψεις της, –στα ρούχα που δεν θα ταίριαζαν, στο υπερβολικά ψηλό και λεπτό τακούνι, και προπαντός στο χρώμα και τι θα’ λεγε ο μπαμπάς όταν γυρίζαμε σπίτι-, πρόσεξε κάπως στενοχωρημένα την έκφρασή μου και ρώτησε: ''μα σου αρέσουν λοιπόν τόσο πολύ;''. Έγνεψα με το κεφάλι ναι πολλές φορές. Και δε μπορούσα να εξηγήσω τότε ακριβώς το γιατί. Μόνο φοβόμουν τρελλά πως δεν θα τα πάρει κι αυτό θα σήμαινε μια ακόμα μικρή καταστροφή από εκείνες που μόνο εγώ έβλεπα και δε φαίνονταν να ενδιαφέρουν κανέναν άλλον στο σπίτι. Όμως δε μπορούσα να το εξηγήσω τότε. Αργότερα ίσως...
Αργότερα έγινε εκείνη η καταραμένη αγωνία, η πικρή βεβαιότητα πως δεν είχαμε άλλον καιρό, πως ο καιρός δηλαδή περνούσε υπερβολικά γρήγορα για να προλάβει ν’ αγοράσει τόσο κόκκινα, τόσο ονειρεμένα φανταχτερά παπούτσια. Εγώ η ίδια θα μεγάλωνα για να’ χει την πολυτέλεια να λέει κάθε φορά που θα της έκανα μια παρόμοια ''τρελλή'' πρόταση: ''α, όχι, αυτά δεν είναι πια για μένα, ήρθε ο δικός σου καιρός να τα χαρείς''. Θα πικραινόμουν τότε, θ’ απελπιζόμουν γιατί δεν θα’ χα ποτέ προλάβει να γνωρίσω τον δικό της καιρό, τότε που χαιρόταν, μα δε θα μπορούσα να κάνω τίποτα γι’ αυτό.
Τότε όμως δεν ήξερα, θλιβόμουν μόνο δυσανάλογα υποφέροντας σχεδόν σωματικά που δεν θα παίρναμε μαζί μας στο σπίτι τα παπούτσια και κυρίως τα τριανταφυλλάκια τους. Όλα μου φαίνονταν σκοτεινά παρ’ όλο το λευκό φως που έλουζε κυριολεκτικά τη βιτρίνα τους εκεί που τ’ αφήναμε. Τα εγκαταλείπαμε για να μην τα βρούμε ποτέ ξανά.
Έτσι σκεφτόμουν τότε κλαίγοντας από μέσα μου με την ελπίδα να μπορέσω να κλάψω ελεύθερα στο σπίτι αν κρατιόμουν βέβαια στον δρόμο και δε με χαστούκιζε από τα νεύρα της η μαμά. Ήμουν πια μεγάλη για να κλαίω στο δρόμο μα την συνήθεια αυτή δεν την απέβαλα πρακτικά ποτέ.
Κι ούτε για μια στιγμή τότε δε μου πέρασε από το μυαλό πως έπρεπε να κλαίω ακριβώς για την ανάποδη αιτία. Τα παπούτσια ήταν που μας άφηναν, μας εγκατέλειπαν. Τα ροζ τριανταφυλλάκια ήταν που μας στραβοκοίταζαν με ακατάδεχτο ύφος από το άσυλο του βάθρου τους, κάνοντας σκέψεις του τύπου: ''ταιριάζω εγώ άραγε μ’ αυτούς;'' και ''τι δουλειά έχω εγώ μαζί τους;''.
Φύγαμε από το κατάστημα και μένα τα μούτρα μου έφταναν στα γόνατα γιατί ντρεπόμουν και την πωλήτρια από πάνω όμως δεν θυμάμαι αν έκλαψα κι αν με χαστούκισε.
Δεν τα πήρε γαμώτο εκείνα τα παπούτσια...
(6/5/1988, 2009)
more...
Posted by
deplaced
at
1:14 PM
Labels: ιστορίες, Κόκκινα παπούτσια
Tuesday, August 25, 2009
Οι φωτιές ξανά, πάντα


background fire photos from:
http://www.enet.gr/?i=news.el.gallery&id=247&m=30919
more...
Friday, August 21, 2009
1984
Είχε ησυχία, λίγο κόσμο στους δρόμους κι εγώ είχα ξεσυνηθίσει σ’ αυτό το χρώμα που’ χε γλυτώσει απ’ τις διορθώσεις του φθορισμού.

Η φλυαρία της γιαγιάς περνάει από πάνω μου όπως το νερό. Η γιαγιά αναφέρει ονόματα, λουλούδια, φέρνει στο νου μου γεύσεις στυφές και μυρωδιές για τολμηρούς που οι αισθήσεις τους δεν λιποψύχησαν ακόμα. Κρατά στην απλωμένη ποδιά της μια σακούλα γεμάτη ξεραμένα πέταλα μαγιάτικων τριαντάφυλλων και μου εμπιστεύεται τη συνταγή του τριανταφυλλόξυδου που παραλείπω να καταγράψω. ''Έβλεπα πεθαμένους στον ύπνο μου χτες βράδυ, μπας και βρέξει;'', λέει ενώ συνεχίζει το ξεδιάλεγμα.
Δίπλα της σεβαστικά, στριμωγμένος μ’ όλο του τον όγκο και σκεφτικός, κάθεται σ’ ένα σκαμνάκι ο Β. που’ χει μυαλό παιδιού δώδεκα χρονών κι ας κοντεύει τα σαράντα. Είναι νεωκόρος στην εκκλησία του Αγίου Δ. στην πλατεία ακριβώς απέναντι από τη βιλλίτσα της γιαγιάς. Όμως τώρα έχει πέσει σε δυσμένεια. Ο νέος παπάς συνέχεια του κάνει παρατηρήσεις και προσπαθεί με κάθε αφορμή να τον διώξει για να βάλει στη θέση του τον ανηψιό του. Ολόκληρο το μικρό σόϊ του Β., μάνα και πατέρας, αυτός ο τελευταίος γερασμένος πριν την ώρα του με παραμορφωμένα από την αρθρίτιδα πρόσωπο και χέρια, έχει πέσει σε απελπισία.

Η γιαγιά, μεγάλη δωρήτρια της τοπικής εκκλησίας –χάρη στα λεφτά του ''θείου'' και μακαρίτη άντρα της, μπρούκλη από την Αμερική- δασκαλεύει τον Β. σαν καλή χριστιανή πως να κάνει για να μην του βρίσκει ο παπάς, -''ένας τσοπάνης που’ ρθε απ’ το χωριό του, ένας παλιάνθρωπος''-, ψεγάδια στη δουλειά. Ο παπάς αυτός συνέχεια παραπονιέται πως η εκκλησία δεν είναι ποτέ αρκετά καθαρή, -''οι γυναίκες όταν έρχονται στη λειτουργία βγάζουν τα μαντήλια τους για να καθαρίσουν τα στασίδια από τη σκόνη''-, ενώ σε άλλες που πηγαίνει ''λάμπει ο τόπος''. Ο Β. απολογείται πως κάνει ό,τι μπορεί όμως με το παιδικό του μυαλό συμπεραίνει –και σωστά- πως ''η εκκλησία είναι πολύ παλιά και δεν παίρνει θεραπεία''.
Πραγματικά η εκκλησία, μια απλή τρίκλιτη βασιλική, είναι η παλιότερη στην πόλη. Για να μπεις στο καπνισμένο και δροσερό εσωτερικό της κατεβαίνεις μερικά σκαλιά, σχεδόν σκύβεις. Αυτή η υγρή σκοτεινιά όμως που μέσα της αστράφτουν τα φορτωμένα χρυσό πρόσωπα των αγίων είναι που την κάνει τόσο γοητευτική.
Ο Β. τώρα μόλις εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο σκουπίζει. Περνάει το δάπεδο ''δυο-τρια χέρια'', το τελευταίο μάλιστα ''με τη μηχανή'' που παίρνει ''ως και το χνούδι απ’ τα παπούτσια''. Η γιαγιά έχει αμφιβολίες, η μηχανή παίρνει βέβαια ''το μαλλί'' αλλά αφήνει την σκόνη. Ο Β. είναι αμετάπειστος, μόλις θυμήθηκε πως ο παπάς πίνει κρυφά και βρίσκει πως είναι ευκαιρία να τον καρφώσει στον Δεσπότη.
''Το κεραμίδι της εκκλησίας θα μείνει, αυτός όμως...'', λέει σε μια αναπάντεχη επίδειξη διορατικότητας.

Τα νερά επίσης δεν είναι τόσο άφθονα όσο τα θυμόμουν. Η στέρνα ήταν γεμάτη από πηχτή λάσπη -μάταια ανακάτεψα το θολό νερό μιας λακούβας με μια κλάρα. Μόνο κουνούπια πέταξαν μακριά. Ποιος ξέρει, μπορεί και τα βατράχια ν’ άλλαξαν στέκι.
more...
Wednesday, August 19, 2009
Monday, July 27, 2009
Koμοτηνή των αντιθέσεων
Η ανάπτυξη έρχεται στον τούρκικο μαχαλά



Στέκι Νεολαίας (Λέσχη ελληνοτουρκικής φιλίας)
και αλλού







Ανακαίνιση παλιού ξενοδοχείου στην κεντρική πλατεία
ενώ αλλού:





Τέλος, δυο γάμοι

more...

























