Saturday, September 27, 2008

Να βλέπω


Εξέθεσα το πρόσωπο και το κορμί του στον τοίχο απέναντί μου. Μια βίαιη χαρά με ταρακουνούσε ολόκληρη. Ανίκανος να αμυνθεί υπέφερε το πεινασμένο θριαμβευτικό βλέμμα μου. Καταδικασμένος αδιάκοπα να χαμογελά δε μπορούσε να τραβήξει τα μάτια του από πάνω μου.

Ήμουν περήφανη για τη νίκη μου και εύθυμη μέχρι δακρύων για την κατάντια του. Κάθε φορά που τα πράγματα πήγαιναν άσχημα έστρεφα το βλέμμα μου μ’ ελπίδα στη μεριά του. Ανίκανος να είναι οπουδήποτε αλλού ήταν πάντα στην ίδια θέση. Σκέφτηκα πως θα χρησιμοποιούσα αυτό το διαρκές αισιόδοξο, μισοερωτικό του χαμόγελο μέχρις ότου στραγγίσω την τελευταία σταγόνα από την εμπιστοσύνη που μου ενέπνεε.

Η διάθεσή μου ήταν σκληρή μα όχι δίχως λόγο. Παρατηρούσα το αντικείμενο του έρωτά μου με κριτικό μάτι, ολότελα διασκεδασμένη και για έναν τρίτο ίσως με τη σειρά μου εξίσου διασκεδαστική. Θα διαλαλούσα παντού αυτή την διπλή δουλεία.

Ο καιρός θαρχόταν που τα μάτια, το στόμα, το αυθαίρετο δίπλωμα στο πηγούνι, το γυμνό δέρμα του τόρσου, καθετί πάνω σ’ αυτό το τόσο αγαπημένο σώμα θα γίνονταν αδιάφορα όσο κι ενός τυχαίου άλλου.

Απομάκρυνα μ’ όλη μου τη δύναμη αυτή την ευτυχώς όχι τόσο άμεσα επίφοβη πιθανότητα. Ήμουν στην κατοχή του, ήταν στην κατοχή μου. Σε ποιον ανήκε πιο ‘πραγματικά’ ο άλλος ήταν αδύνατον να ξέρει κανείς. Εκείνος δε με είχε αρκετά μόνο και μόνο γιατί δεν είχε ποτέ σκεφτεί κάτι τέτοιο, εγώ πάλι...

Όχι, ήταν καλύτερο αυτό το παιχνίδι, θα το προτιμούσα ξανά 100 φορές από οποιαδήποτε πικρή βεβαιότητα. Ξανακοίταξα τις γεμάτες γραμμές των ώμων, τα διαρκώς βρεγμένα μαλλιά. Πάντα ήταν μισάνοιχτα τα χείλη του, τα μάτια του ζαρωμένα σε μια αστεία γκριμάτσα. Το θαλασσινό νερό δε θα στέγνωνε ποτέ πάνω σ’ αυτό το βρεγμένο κεφάλι, το τρυφερό δέρμα του στήθους και την αλυσίδα.

Πολύ ευχαριστημένη με τον εαυτό μου του έδωσα προκαταβολικά άφεση αμαρτιών για τις μελλοντικές λάγνες λεηλασίες πάνω στο ανυπεράσπιστο θύμα μου. Έπειτα τράβηξα το βλέμμα. Από τις φωτογραφίες του.

2008, 22/6/1988

more...

Friday, September 19, 2008

Ηπειρώτικος

Ο Ν. γιόρτασε τη γέννηση της κόρης της γυναίκας που αγαπούσε με τον τρόπο που του φάνηκε καλύτερος: έγινε τύφλα παίζοντας τον χορό του Σκαλκώτα μέχρι που το cd χτύπησε. Ιδέα δεν είχε γιατί διάλεξε αυτό ειδικά το κομμάτι. Ίσως στο μεθύσι του επάνω του φαινόταν πως σε κάθε κόμπιασμά της η μουσική φράση που του είχε κολλήσει, μαζί με τους κλέφτες, τις Σουλιωτοπούλες και ό,τι άλλο, έφτανε ένα βήμα από τον γκρεμό κι εκεί κρατιόταν και δεν πήδαγε κάτω.

Όμοια κι αυτός ταλαντευόταν μεταξύ ζωής και θανάτου, -έτσι του φαινόταν από το τρίτο ποτήρι ουίσκι και μετά. Το παιδί δεν ήταν δικό του, η γυναίκα που λάτρευε είχε διαλέξει να μείνει με τον άντρα της, γιόρταζε απλά το γεγονός κι ούτε καταλάβαινε γιατί. Έπαιζε λοιπόν το κομμάτι ξανά και ξανά, και κάθε φορά που πλησίαζε πολύ κοντά στο χαμό του γύριζε πίσω. Ήταν αλήθεια, η μουσική μπορεί να σώσει τη ζωή κάποιου: τον κρατά από μια κλωστή πάνω απ’ την άβυσσο, τον πηγαινοφέρνει αλλά τον σώζει στο τέλος.

Έτσι ο Ν. πήγαινε κι ερχόταν τώρα, το κομμάτι τον οδηγούσε ή μάλλον προσπαθούσε να του βρει τα βήματα γιατί το μυαλό του είχε θολώσει. Είχε μήνες να δει τη γυναίκα που τον είχε φέρει σε τέτοια απόγνωση. Ήξερε βέβαια πως όπου να ’ναι θα γεννούσε το παιδί της, αυτό το παιδί που δεν ήταν δικό του κι όμως τον ένοιαζε περισσότερο απ’ όσο αν ήταν. Γιατί αν ήταν δικό του τα πράγματα θα ’ταν αλλιώς και η γυναίκα θα ’χε μείνει μαζί του, ήταν σίγουρος γι’ αυτό, βαθιά μέσα του ήταν σίγουρος πως αυτός ήταν η μία, η μοναδική αγάπη, ο μεγάλος έρωτας της γυναίκας, κι όμως δεν είχε σταθεί δυνατό.

Στο τέλος καμιά εμπιστοσύνη δεν είχε καταφέρει να εμπνεύσει στην αγαπημένη του και τώρα την έχανε για πάντα. Εκείνη είχε προτιμήσει μια ρουτίνα που ήξερε, ‘ένα στοίχημα ζωής’ όπως το ονόμαζε, από κείνα που μετριούνται με την αντοχή στον χρόνο όσων συμμετέχουν, και τώρα απομακρυνόταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα από κοντά του. Ποτέ ξανά, ποτέ δεν θα γνώριζε τον έρωτά του, ποτέ ... ένα μικρό πλάσμα την έδενε οριστικά με μια άλλη πραγματικότητα που εκείνος δεν θα ήταν μέρος της.

Κι όσο οι Σουλιωτοπούλες χόρευαν τον χορό τους εκείνος βυθιζόταν στην απελπισία που συνιστά η βεβαιότητα πως ποτέ ξανά, ποτέ ξανά ... Κι όσο το αλκοόλ κυριαρχούσε στο μυαλό του ο χορός τον έφερνε ένα βήμα πριν το πέσιμο και πάλι τον μάζευε.

Ευλογημένος ας είναι λοιπόν ο χορός γιατί χωρίς αυτόν θα ’πρεπε, είχε αρχίσει κιόλας να σχεδιάζει την αυτοκτονία του για τα 40α του γενέθλια, είναι τόσο δύσκολη λοιπόν αυτή η ηλικία; Είναι. Γι’ αυτό κι αυτός σχεδίαζε πριν τη βοήθεια του χορού ένα πέταγμα, κάτι εντυπωσιακό που να φανεί όμως και σαν ατύχημα για να μην στενοχωρηθούν οι φίλοι. Όμως ήρθε η μουσική, παρ’ όλες τις αμφιβολίες και τα ερωτήματα που θέτει ή ίσως ακριβώς εξαιτίας τους, και τον τράβηξε από το μανίκι, πέρασε ένα χέρι υποστήριξης γύρω από τη μέση του και τον κράτησε πάνω από το ηφαίστειο, γιατί φυσικά μες στον πόνο του θέλησε να πηδήξει πάνω απ’ το ηφαίστειο της Νισύρου κι ας μη γίνεται κάτι τέτοιο.

Τον κράτησε απαλά, τον άφησε μετά για λίγο, αιωρήθηκε εκείνος, και σα να μαλάκωσε κάπως ο πόνος και παρά το μεθύσι ξαστέρωσε ο νους του και δεν ήταν πια σίγουρος πως ήθελε να κάνει κακό στον εαυτό του. Γιατί είχε πολλές φορές θελήσει να κάνει κακό στη γυναίκα και μετά στο παιδί της αλλά τον κρατούσε ένας κρυφός φόβος που τελικά μόνο από την αληθινή αγάπη μπορεί να προέρχεται γιατί αλλιώς θα ήταν μόνο χαιρέκακο μίσος, τώρα όμως όλη αυτή η κακία που δεν είχε τολμήσει να εκφραστεί είχε γυρίσει πάνω του και τον έπνιγε. Ήθελε να σκοτωθεί αφού η αγάπη του δεν του επέτρεπε να σκοτώσει κι η μουσική τον κράταγε παρηγορητικά πάνω απ’ το κενό όλην αυτή την ώρα και τον νανούριζε σα να ’ταν αυτός το μωρό, το μωρό της γυναίκας στην αγκαλιά της. Πολύ μικρό, που έχει ανάγκη συνεχούς φροντίδας και για μια στιγμή μονάχα να το αφήσεις απ’ τα μάτια σου κάτι κακό θα του συμβεί και θα ’ναι για πάντα.

Για πάντα. Πόσο πικρή είναι αυτή η έκφραση! Και πόσο λίγο κρατά ... γιατί αύριο θα σηκωθεί ξανά και θα πάει όπως όλες τις μέρες στη δουλειά του, θα στριμωχτεί στο λεωφορείο και θα ζεσταίνεται, θα φάει κάτι ανθυγιεινό για μεσημέρι και θα κουτσομπολέψει με τους συναδέλφους. Δεν θα τον ενδιαφέρει τίποτα γιατί μόλις την προηγούμενη νύχτα ένας χορός θα τον έχει γλυτώσει στο τσακ από τον χαμό του κι όμως θα γυρίσει σπίτι από τη δουλειά και θα κάτσει να ράψει ένα κουμπί που του λείπει καιρό από το αγαπημένο του πουκάμισο, και μετά θα χτυπήσει το τηλέφωνο και δεν θα το σηκώσει γιατί πάλι χωρίς να το καταλάβει γέμισαν τα μάτια του δάκρυα και γι’ αυτό παράτησε το ράψιμο αλλά προνόησε να κοιτάξει ποιος καλούσε and made a mental note.

Επειδή αύριο το δίχως άλλο θα ’ναι καλύτερα, η μουσική τον κρατά πάνω από το χάος που του γνέφει, κι έτσι θα ’ναι σε θέση να ξυπνήσει πάλι την επομένη και ν’ αντέξει το φως, να πάρει πίσω εκείνον που τον κάλεσε, γιατί η ζωή εξακολουθεί, έτσι λένε, έτσι είναι, η μουσική του το φέρνει μαλακά για να μη φρικάρει και συχαθεί εντελώς τον εαυτό του που όσο κι αν πίστευε πως αυτό πρέπει να κάνει, αυτό είναι το σωστό, δε βρίσκει το κουράγιο να σκοτωθεί και το πράγμα να τελειώσει εδώ αντί να σέρνεται ποιος ξέρει για πόσο καιρό ακόμη μέχρι να βρεθεί κάτι άλλο, φάρμακο ή υποκατάστατο και να μη θέλει πια να πεθάνει από έρωτα.

‘Θα γίνω πάλι όπως πριν; Θα είμαι ο ίδιος ή μήπως κάποιος άλλος πιο κουρασμένος, πιο κυνικός; Θα ξαναγαπήσω; Θα προλάβω;’

Γελοίες σκέψεις ενός μανιακού όμοιες με εκατομμύρια άλλες, έτσι του φαίνεται κι έτσι είναι, όμως πρέπει να ξεφύγει απ’ τις μαύρες τούτες σκέψεις κι η μουσική τον βοηθά όπως και τόσους άλλους πριν απ’ αυτόν. Με μικρά βήματα, όσο αντέχει.

2004;

(*) ‘Κλέφτικος, σε φα ελάσσονα’. Moderato andantino. 1936




more...

Tuesday, September 16, 2008

Του Σταυρού

'Ψήλωσε πια ο Θεός τον ουρανό. Παλιά τον έγλειφαν τα βόδια'
(όπως δεν το ξέχασε ποτέ ο θείος Ν. όταν παιδί το άκουσε από έναν γέρο βοσκό)

Μονή Καλτεζών





more...

Saturday, September 6, 2008

Constant craving


‘He would fall. He had not fallen but he would fall silently, in any instant. Not to fall was too hard: and he felt the silent lapse of his soul, as it would be at same instant to come, falling, falling, but not yet fallen, still unfallen but about to fall’.
(From: Α portrait of the artist as a young man’, by J. Joyce, 1907)


Και μέσα του, από το βάθος της ψυχής του, παρακαλούσε την τύχη να τον λυπηθεί γνωρίζοντας –παρά τις ειλικρινέστατες διαβεβαιώσεις του μπροστά σον καθρέφτη- πως κι αυτό δεν θα διαρκούσε και πως θα 'πρεπε ξανά, αργά ή γρήγορα, να βρει κάποιον άλλο τρόπο να ξεφύγει από την αγωνία και τα βάσανα των ημερών.

(επίλογος, 12/11/1992)

more...

Monday, September 1, 2008

More Olympic memories


An insider's view. All photos by ilias







more...

Monday, August 25, 2008

Wednesday, August 20, 2008

Ένας γάμος




Ένα βυσσινί γυαλιστερό αυτοκίνητο, παλιό αμερικάνικο μοντέλο του ’50 σε καλή κατάσταση, έκανε το γύρο της εκκλησίας διστακτικά. Το αυτοκίνητο ήταν στολισμένο σα για γάμο, στο μπροστινό του μέρος λουλούδια και δυο κορδέλλες που σταύρωναν στη μέση, στο πίσω ένα λευκό ομοίωμα δεν ξέρω και γω τίνος.

Ωστόσο είχε τα φώτα σβηστά και μάλλον απαρητήρητο θα περνούσε αφού ούτε κορνάριζε ούτε με άλλο τρόπο έκανε αισθητή την παρουσία του εκείνο το βράδυ του Φλεβάρη που έβρεχε απαλά κι ο πολύς κόσμος στη γειτονιά ήταν κλεισμένος για τα καλά σπίτι του.

Ο μοναδικός περαστικός λίγο πριν χωθεί στο στενό στην προέκταση της πλατείας της εκκλησίας το πήρε είδηση και κοντοστάθηκε απορημένος. Ήταν γέρος χωρίς καπέλο κι ομπρέλλα μα σταμάτησε από περιέργεια στον έρημο δρόμο και κοίταζε.

Το αυτοκίνητο γύριζε και ξαναγύριζε την πλατεία γιατί το προαύλειο της εκκλησίας ήταν πιασμένο από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα της γειτονιάς και δεν υπήρχε πουθενά θέση. Η εκκλησία ή ίδια, αμυδρά φωτισμένη, θύμιζε μαγαζί πριν κλείσει. Μέσα διακρίνονταν σκιές που πηγαινοέρχονταν βιαστικά. Σϊγουρα θάταν ο διάκος κι ο νεωκόρος που’ σβηναν τα κεριά λίγο πριν φύγουν.

Ο περαστικός γέρος μόλις συνειδητοποίησε το παράδοξο της κατάστασης μετακινήθηκε κάτω από ένα μπαλκόνι και σιγουρεμένος από τη βροχή που ολοένα δυνάμωνε, έμεινε ακίνητος εκειδά με τα χέρια να κρέμονται παθητικά στα πλευρά του και το στόμα ανοιχτό για να βλέπει καλύτερα.

Πραγματικά φαινόταν περίεργο αυτό το στολισμένο αυτοκίνητο που’ χε έρθει για έναν γάμο λίγο πριν η εκκλησία αδειάσει. Την ώρα που επιτέλους σταμάτησε μπροστά στα σκαλιά αφήνοντας να κατέβει τρέχοντας ένας μεσόκοπος κύριος, ακόμα ένα γεροντικό κεφάλι φάνηκε σ’ ένα από τα παράθυρα των σπιτιών που’ βλεπαν στην εκκλησία.

Ο νεοφερμένος το’ βαλε στα πόδια μέχρι το υπόστεγο της εισόδου. Εκεί πήρε ανάσα, τίναξε τα ρούχα του από τη βροχή, έβγαλε το καπέλο του και τοιμάστηκε να μπει στην εκκλησία. Όμως τον πρόλαβαν κατά πως φαίνεται γιατί η εξώθυρα άνοιξε σαν από μόνη της ξαφνικά και στο άνοιγμα φάνηκε το στρογγυλό και φαλακρό κεφάλι του διάκου που μόνο έκπληξη έδειξε για το συναπάντημα.

Το αυτοκίνητο είχε χαθεί από ώρα και στο παράθυρο δίπλα στο γυναικείο είχε προστεθεί ένα δεύτερο αντρικό κεφάλι εξίσου γέρικο. Ο μεσόκοπος κύριος χειρονομούσε δυνατά στον διάκο που κι εκείνος με τη σειρά του απαντούσε σηκώνοντας τα χέρια με τα φαρδιά μαύρα μανίκια στον ουρανό όμως ο ήχος της συνομιλίας μπλεκόταν με τη βροχή που κελάριζε κι ο περαστικός γέρος που εξάλλου άκουγε με δυσκολία, αδυνατούσε να κατανοήσει στο ελάχιστο την παράξενη παντομίμα.

Στο παράθυρο, δίπλα από το ζευγάρι των γέρων που φαινόταν πίσω από την τραβηγμένη κουρτίνα στάθηκε ένα τρίτο πρόσωπο ακαθορίστου ηλικίας και φύλου που το κεφάλι του μόλις που διακρινόταν. Επρόκειτο πιθανά για κάποιον που βρισκόταν σε αναπηρικό καροτσάκι. Εκείνοι μετακινήθηκαν για να του κάνουνε χώρο και το αλλόκοτο πλάσμα αφού τακτοποιήθηκε κόλλησε τα μούτρα του στο τζάμι.

Στο μεταξύ διάκος και επισκέπτης φαίνεται πως ήρθαν σε κάποια συμφωνία. Ο διάκος έκλεισε την πόρτα και μπήκε ξανά στην εκκλησία για να βγει μετά από λίγο βιαστικός κραδαίνοντας μια ομπρέλλα. Εκείνη τη στιγμή ως δια μαγείας έκανε την εμφάνισή του το βυσσινί αυτοκίνητο. Ενώ ο μεσόκοπος κύριος έτρεξε να επιβιβαστεί ο διάκος το’ βαλε στα πόδια κατά το μεγάλο δρόμο που στην κατάληξή του βρισκόταν η πλατεία της εκκλησίας, χοροπηδώντας σε κάθε βήμα γιατί ήταν κουτσός από το δεξί πόδι. Κανείς από όσους παρακολουθούσαν δεν κατάφερε να διακρίνει το πρόσωπο του οδηγού.

Τώρα έβρεχε για τα καλά. Ο περαστικός γέρος απογοητευμένος με την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα τίναξε τα άκρα του που’ χαν πιαστεί από την υγρασία αλλά δεν κούνησε από τη θέση του ελπίζοντας πως η μπόρα θα κόπαζε.Τα τρία πρόσωπα στο παράθυρο επίσης δεν έκαναν βήμα. Το αυτοκίνητο χάθηκε αθόρυβα και η σκηνή έμεινε άδεια τουλάχιστον για δέκα λεπτά. Όλην αυτή την ώρα ο γέρος βαρέθηκε κι ενώ η βροχή μαινόταν ακόμα την έκανε κατά το στενό. Στο παράθυρο έμεινε μόνο το αλλόκοτο πλάσμα στο καροτσάκι του που ήταν λοιπόν και ο μόνος θεατής της επιστροφής του αυτοκινήτου και του διάκου όταν αυτός γύρισε έχοντας κάτω από την ομπρέλλα του τον παπά.

Αυτή τη φορά από το αυτοκίνητο βγήκαν περισσότερα άτομα. Ο μεσόκοπος κύριος κατέβηκε πρώτος και πίσω του μια ακόμα νέα γυναίκα με σκούρο ταγιέρ και καπέλο με φτερό. Ο κύριος την συνόδεψε με την ομπρέλλα του μέχρι το υπόστεγο κι αφού βεβαιώθηκε πως ήταν στεγνή έτρεξε πίσω να μεταφέρει δυο κοριτσάκια με φορέματα από τούλι που κρατούσαν λαμπάδες και τσίριζαν ευχαριστημένα, κι έναν μαθητή Λυκείου με πηλίκιο και γυαλιά. Όλοι αυτοί οδηγήθηκαν από το νεωκόρο που μόλις είχε ανοίξει διάπλατα τη δίφυλλη πόρτα στο εσωτερικό της εκκλησίας ενώ ο κύριος ξανάμπαινε στο αυτοκίνητο προφανώς για την τελευταία διαδρομή.

Από την ανοιχτή πόρτα φάνηκε καθαρά το φως των κεριών που δυνάμωσε. Ο διάκος πέρασε από τη μια σκοτεινή άκρη στην άλλη τρέχοντας σχεδόν στο ένα πόδι και σέρνοντας παρά κουβαλώντας ένα βαρύ κηροστάτη. Σύντομα τα τζάμια του πρόθυρου λαμποκόπησαν και μύρισε λιβάνι. Αν δεν έβρεχε κιόλας θα μπορούσε κανείς τεντώνοντας τ’ αυτιά του να πιάσει το σούσουρο από φωνές και ξεροβηξίματα του παπά που δοκίμαζε τη φωνή του καθαρίζοντας το λαιμό του με θόρυβο. Τόσο περικυκλωμένη από σπίτια ήταν η εκκλησία όμως το σφυροκόπημα της βροχής και το γεγονός πως ο μοναδικός παρατηρητής της σκηνής δεν ήταν σε θέση να συμμετέχει, έκαναν αδύνατο κάτι τέτοιο.

Τότε το αυτοκίνητο ξαναφάνηκε. Με πολύ αργή ταχύτητα σύρθηκε μπροστά στα σκαλιά κι άφησε το πολύτιμο φορτίο του. Αυτή τη φορά ο μεσόκοπος κύριος με συγκινητική τρυφερότητα συνόδεψε με την ομπρέλλα του μια εύθραυστη ύπαρξη πνιγμένη στις άσπρες δαντέλλες, και βέλο στα μακριά ξανθά της μαλλιά. Η χαριτωμένη νύφη σήκωσε ελαφρά τις άκρες του φορέματός της καθώς ανέβαινε τα λιγοστά σκαλιά της εισόδου. Το αυτοκίνητο στάθηκε λίγο πιο κει και δεν ξανάφυγε. Τώρα περίμεναν το δίχως άλλο μόνο τον γαμπρό, πέρασε όμως αρκετή ώρα χωρίς να φανεί κανείς άλλος. Δυο τρεις φορές πρώτα ο διάκος και μετά ο μεσόκοπος κύριος έβγαλαν ένας-ένας τα κεφάλια τους από την ορθάνοιχτη πόρτα και κοίταξαν μέσα απ’ τη βροχή τριγύρω το έρημο σκηνικό.

Η βροχή έπεφτε τακτικά κι όταν το μεγάλο ρολόι χτύπησε επτά στην πλατεία είχε απλωθεί για τα καλά το σκοτάδι. Σε λίγο άρχισαν ν’ ανάβουν οι λάμπες στο δρόμο. Τσιρτσίριζαν κι έκαναν μεταλλικούς θορύβους κι ακόμα δε φαινόταν κανείς. Τα φώτα στα κλειστά παράθυρα των σπιτιών άναψαν επίσης. Μες απ’ τα πατζούρια λεπτές λωρίδες φωτός χύθηκαν στο οδόστρωμα. Κάποιος τράβηξε προς το εσωτερικό του δωματίου το πλάσμα στο καροτσάκι που εδώ και ώρα εξάλλου το’ χε πάρει ο ύπνος πάνω στο τζάμι. Μετά από ένα τελευταίο ερευνητικό βλέμμα στη φωτισμένη κι ακόμα ανοιχτή αν και σχετικά ήσυχη εκκλησία, έκλεισαν τα πατζούρια μ’ ένα απότομο τίναγμα και σ’ αυτό το σπίτι . Ήταν η ώρα του δείπνου κι αν δεν έβρεχε τα κοριτσάκια με τα φορέματα από τούλι που βαριόντουσαν στ’ άβολα στασίδια τους θα μπορούσαν ν’ ακούσουν πιάτα και μαχαιροπήρουνα που κροτάλιζαν καθώς τραπεζομάντηλα στρώνονταν σε τραπεζαρίες και πόδια πηγαινοέρχονταν μεταφέροντας πιατέλες και ποτήρια σε δίσκους.

Ενώ το ρολόι χτυπούσε τη μισή ώρα από το στενό φάνηκε ένα φορτηγάκι με καρότσα που’ χε αναμμένα τα φώτα της ομίχλης κι έτριζε απαίσια. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως ήταν πράσινο αλλά με τέτοια βροχή ίσως και να’ κανε λάθος και τέλος πάντων δεν έχει σημασία. Στο σούρσιμο των φρένων του μπροστά στην είσοδο της εκκλησίας, -γιατί κι αυτό επίσης έκανε το γύρο της πλατείας της μέχρι να βρει τόπο να σταθεί-, ο κύριος με τον διάκο που κάθονταν σ’ αναμμένα κάρβουνα πετάχτηκαν ανακουφισμένοι και στήθηκαν χαρωποί στο υπόστεγο. Ένα από τα κοριτσάκια παρανύμφους που πήρε είδηση την νέα άφιξη έβγαλε το κεφάλι του από την πόρτα και μετά χάθηκε στο εσωτερικό πιθανά με σκοπό ν’ αναγγείλει πρώτο το ευχάριστο νέο.

Ο γεροδεμένος οδηγός του φορτηγού με σηκωμένα ως τον αγκώνα μανίκια και χωρίς να ενοχλείται από το νερό της βροχής που κυλούσε απ’ την τραγιάσκα στο σβέρκο του, καταγινόταν να βγάλει κατιτίς απ’ την σκεπασμένη καρότσα. Ο μεσόκοπος κύριος μάλιστα έκανε μια κίνηση μισοπρόθυμης ανυπομονησίας προς το μέρος του όμως την τελευταία στιγμή ξανασκέφτηκε τα καλά του ρούχα και τη βροχή, μετάνιωσε και ξαναπήρε την προηγούμενη όλο αναμονή στάση του.

Στο μεταξύ ο οδηγός που’ χε γίνει μουσκίδι κατάφερε να τραβήξει από την καρότσα υπό το κράτος περίεργων κρότων και ήχων το σπουδαίο φορτίο του. Ήταν ένας τράγος. Για να κατέβει από την καρότσα στο πλακόστρωτο της πλατείας χρειάστηκαν όλες οι δυνάμεις του οδηγού. Το ζώο που το’ χε νευριάσει η βροχή που’ χε περάσει τον ελαφρύ μουσαμά τα’ χε στυλώσει για τα καλά. Στη διάρκεια της διαδρομής είχε μασήσει τη μισή απ’ την τριχιά που μ’αυτή το’ χαν δεμένο ενώ η άλλη μισή είχε τυλιχτεί ανησυχητικά γύρω απ’ τα εύρωστα κέρατα και το λαιμό του με το γένι. Άρχισε να μουκανίζει κιόλας ενοχλημένο καθώς ο οδηγός που πήγε να το ξεμπερδέψει προσπάθησε να το σύρει προς την είσοδο της εκκλησίας.

Ο διάκος που δε μπορούσε να συγκρατηθεί άλλο άρχισε να γνέφει επιτακτικά με το χέρι του. Το ζώο είχε πεισμώσει κι όσο κι αν το’ σπρωχνε και να το τράβαγε ο άνθρωπος αρνιόταν να κάνει και το παραμικρό βήμα. Βλέποντας αυτό το χάλι ο μεσόκοπος κύριος και ο απηυδισμένος με την αργοπορία διάκος άφησαν κατά μέρος ο ένας τους δισταγμούς κι ο άλλος τις τυπικότητες, κι έβαλαν από ένα χέρι ώστε να πειστεί το δύστροπο ζωντανό να προχωρήσει μέσα στην εκκλησία. Όταν αυτό κατορθώθηκε κι οι δυο τους ήταν βρεγμένοι ως το κόκκαλο και στραπατσαρισμένοι μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο. Ο οδηγός πάλι αφού έστιψε με μια απότομη κίνηση την τραγιάσκα του την ξανάβαλε στο φαλακρό του κεφάλι και χωρίς ν’ αλλάξει τη βαριεστημένη έκφρασή του μπήκε στο φορτηγάκι του και χάθηκε στο σκοτάδι.

Μέσα ο γάμος άρχισε. Υπήρχε αρκετή ησυχία πια, ο παπάς διάβαζε αργά και μονότονα κι απ’ τους λιγοστούς καλεσμένους ο καθένας προσπαθούσε να βολευτεί όπως μπορούσε καλύτερα γιατί απ’ τις παλιές πλάκες του δαπέδου ανέβαινε μια δυσσάρεστη υγρασία που μύριζε μούχλα. Ειδικά ο μεσόκοπος κύριος υπέφερε έντονα μες στα βρεγμένα του ρούχα και πότε-πότε ανατρίχιαζε σύγκορμος. Δυο φορές είχε σκουπίσει τα χέρια του με το μαντήλι του όμως η τραγίλα δεν έλεγε να φύγει από πάνω του κι αυτό τον έκανε να’ χει μια μόνιμη έκφραση αηδίας στο πρόσωπο στη διάρκεια της ανάγνωσης των ιερών κειμένων.

Ο διάκος πάλι για τους ίδιους ακριβώς λόγους ήταν αφάνταστα ενοχλημένος αλλά λόγω της θέσης του δε μπορούσε να το δείξει. Στην αρχή του μυστηρίου είχε καταπιαστεί με τα καθήκοντά του, πηγαινοερχόταν κουτσά-στραβά δεξιά κι αριστερά βοηθώντας και προετοιμάζοντας, όταν όμως η τελετή άρχισε αναγκάστηκε να ακινητοποιηθεί δίπλα στον παπά και στους μελλόνυμφους. Η θλίψη κι ο θυμός για τη βροχή που’ χε φάει, για την υπερβολική αργοπορία που έκανε πιο δυσβάσταχτο τον πόνο του λαβωμένου του ποδιού, και για την ανυπόφορη μυρωδιά, τον τύλιξαν ολόκληρο και τόσο καλά που στο στρογγυλό του πρόσωπο με τ’ αχνισμένα γυαλιά απλώθηκε μια πτωματική έκφραση υπέρτατης απελπισίας. Κάτω από το απαλό φως των κεριών έμοιαζε χαλκοπράσινος, δυσσάρεστες ιδέες στριφογύριζαν στο μυαλό του. Του φανόταν πως με κάποιον τρόπο αυτός ο γάμος ήταν ανάρμοστος, καθόλου καθωσπρέπει και συνεχώς κάρφωνε με τα μάτια τον υπαίτιο ανίκανος ωστόσο να του αποσπάσει την προσοχή.

Το ζώο στ’ αλήθεια είχε ηρεμήσει. Θες από την ιερότητα που ανάδινε μαζί με τη μούχλα ο χώρος, θες από τη μουσικότητα των ψαλμών και τη βαριά καθησυχαστική μυρωδιά του λιβανιού που καιγόταν, ο τράγος είχε χάσει εντελώς το προηγούμενό του πείσμα. Με το που πάτησε το ας πούμε πόδι του στην εκκλησία είχε αφεθεί απόλυτα παθητικά στα χέρια αυτών που φρόντιζαν για το καλό του. Τον είχαν οδηγήσει τραβώντας μαλακά μ’ ένα καινούργιο μεταξωτό σκοινί μπροστά στο βωμό αφού είχαν σκουπίσει το βρεγμένο του τρίχωμα που βρώμαγε απαίσια και κείνος δεν είχε φέρει καμιά αντίσταση. Αντίθετα μάλιστα σχεδόν είχε υποκλιθεί μπροστά στο ιερό σύμβολο. Τουλάχιστον έτσι φάνηκε στους παρευρισκόμενους που επιδοκίμασαν και σα να συγκινήθηκαν κιόλας, η ανεπαίσθητη κίνηση που’ κανε το ζώο με το μπροστινό δεξί του πόδι προς το βωμό λυγίζοντάς το ελαφρά και μουκανίζοντας συγκρατημένα σα να χαιρετούσε.

Το μυστήριο πλησίαζε προς το τέλος του και οι καλεσμένοι έδειχναν επικίνδυνα αποκοιμισμένοι όταν ο διάκος ενώ χασμουριόταν, μάλλον άκομψα, φταρνίστηκε δυνατά και τα συρμάτινα γυαλιά του πετάχτηκαν με ορμή στην άκρη της μύτης του. Το γεγονός καθ’ όλα ασήμαντο πέρα από το ότι ξύπνησε το εκκλησίασμα που άρχισε να κινείται για να ξεμουδιάσει, είχε κι ένα άλλο απρόσμενο αποτέλεσμα. Ο τράγος που τόσην ώρα είχε συμπεριφερθεί αξιέπαινα και όσο έπρεπε χριστιανικά, ταράχτηκε κι άρχισε να μουκανίζει θορυβημένος. Βέλαζε γοερά έτσι που ολόκληρη η εκκλησία αντήχησε και οι παρευρισκόμενοι πανικοβλήθηκαν μη ξέροντας τι να κάνουν. Ο παπάς σταμάτησε λίγο πριν το τέλος την τελετή και κοιταζε τριγύρω σαστισμένος. Ο διάκος που ήταν και η αφορμή γι’ αυτή την τόσο λίγο κόσμια αντίδραση κατακοκκίνησε κι αφού ξαναστερέωσε τα γυαλιά του στη μύτη του βάλθηκε να κοιτάζει με χαμηλωμένο βλέμμα επίμονα και κατανυκτικά τα πλακάκια στο δάπεδο.

Ο μεσόκοπος κύριος και οι καλεσμένοι του είχαν αναστατωθεί και η νύφη η ίδια αφού γύρισε τρομοκρατημένη προς το μέρος τους έβαλε τα κλάματα. Έκλαιγε σιωπηλά κουνώντας πάνω κάτω τους λεπτούς της ώμους, κάτω από το λευκό βέλο τα όμορφα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα κι ολόκληρο το χαριτωμένο της πρόσωπο έδειχνε ντροπή και πόνο.

Τι σήμαινε στ’ αλήθεια αυτό το παρατεταμένο βέλασμα; μήπως το ζώο δε συμφωνούσε και λίγο πριν την κρίσιμη για το μυστήριο του γάμου ερώτηση έδειχνε τη δυσσαρέσκειά του και πιθανά την οριστική αλλαγή γνώμης του; μήπως λόγια κακόβουλων συγγενών είχαν φτάσει στ’ αυτιά του και είχε εκδικητικά περιμένει την τελευταία στιγμή για να εκφράσει την αντίθεσή του ρεζιλεύοντας τη νύφη και τους συγγενείς της; ή μήπως πάλι είχε πληγωθεί από κάτι και η στάση του αυτό ήθελε να καταδείξει; άραγε δεν του είχαν δώσει την πρέπουσα σημασία, δεν του είχαν φερθεί καλά με τον πιο γλυκό τρόπο εκφράζοντας τη χαρά τους για τη μεγάλη τιμή που τους έκανε;

Όλα είχαν πάει μια χαρά ως εκείνη τη στιγμή και να που κάτι τόσο ασήμαντο είχε αναποδογυρίσει τα πάντα. Κόποι τόσων μηνών, διευθετήσεις και διακανονισμοί, συμφωνίες και κεράσματα, όλα τα’ χε κλωτσήσει –κυριολεκτικά σχεδόν- το ανυπάκουο, δύστροπο ζώο προς ικανοποίηση κατά κάποιον τρόπο της ακόμα νέας κυρίας που από την αρχή κιόλας είχε διαγνώσει κάτι το απότομο και χοντροκομμένο στον χαρακτήρα του.

Ενώ η αναμπουμπούλα συνεχιζόταν κι η νύφη είχε καταφύγει στην αγκαλιά του μεσόκοπου κύριου όπου έκλαιγε με την ψυχή της, ο νεωκόρος που μέχρι τότε δεν είχε πάρει ενεργά μέρος αποφάσισε να επέμβει. Πλησίασε το αναστατωμένο ζώο που κοντά στ’ άλλα είχε αρχίσει να χτυπά με τις οπλές του τις πλάκες –συμβάλλοντας το πιο πολύ στη γενική φασαρία-, και του’ βαλε κάτω απ’ τη μουσούδα κάτι που’ βγαλε απ’ την τσέπη του φαρδιού του ρούχου βιαστικά και με τρόπο. Κανείς δεν πρόλαβε να δει περί τίνος επρόκειτο όμως το ζώο πρέπει να εκτίμησε τη χειρονομία γιατί αμέσως σώπασε και άρχισε με βουλιμία να μασουλίζει ευχαριστημένο.

Η αλήθεια είναι πως ο νεωκόρος κοντά στ’ άλλα του ελαττώματα, -ήταν ψεύτης και παιδεραστής-, είχε και την κακή συνήθεια να σουφρώνει φαγώσιμα. Ήταν ο ίδιος που’ χε ρημάξει τους κήπους με τα φρούτα και τα λαχανικά των σπιτιών που’ βλεπαν στην εκκλησία. Για κάποιο διάστημα είχε μάλιστα επεκτείνει τη δράση του και σε πιο απομακρυσμένες γειτονιές που’ χαν κοτέτσια όμως ο φόβος πως τέτοιες προχωρημένες δραστηριότητες μπορούσαν να βλάψουν την σταδιοδρομία του που’ ταν ακόμα στην αρχή της, τον ανάγκασαν να αυτοπεριοριστεί.

Τώρα δα έτυχε να βρίσκεται στην τσέπη του κάποιο απομεινάρι από το απογευματινό παράνομο κολατσιό του, ένα λίγο ζουληγμένο υπερώριμο αχλάδι. Ο νεωκόρος είχε πείρα αρκετών χρόνων πια ώστε να μπορεί να βρίσκει τρόπο διαφυγής εκεί που οι άλλοι δε βλέπουν καμιά. Άλλωστε χάρη σ’ αυτή του την ικανότητα κατάφερνε να διατηρεί ακόμα τη συμπληρωματική του θέση βοηθού κατηχητή των μικρότερων τάξεων του Λυκείου των αγοριών ενώ είχε επανειλημμένα καταγγελθεί σαν σάτυρος.

Τέλος πάντων η ετοιμότητά του τη δεδομένη στιγμή ήταν ό,τι χρεαζόταν. Το ζώο ηρέμησε πάλι και μπόρεσαν να τελειώσουν με την ησυχία τους το μυστήριο που τόσο ανάρμοστα είχε διακοπεί.

Την ώρα που οι νεόνυμφοι και η χαρούμενη ακολουθία τους με γέλια και πειράγματα πλησίαζαν προς την έξοδο ένα από τα κοριτσάκια που’ χε φτάσει πρώτο έβγαλε το κεφάλι του έξω γέρνοντας τη λευκή ίσα με το μπόι του λαμπάδα που κρατούσε στο χέρι και τσίριξε: ‘Δε βρέχει! Δε βρέχει’. Ο νεωκόρος με τον διάκο το άκουσαν αυτό από το βάθος της εκκλησίας όπου καταγίνονταν με το συγύρισμα του ιερού σβήνοντας τα κεριά με άμμο κι ο διάκος πιο πολύ έδειξε την ευχαρίστησή του μ’ ένα ρουθούνισμα επιδοκιμασίας γι’ αυτή την αλλαγή του καιρού προς το πιο υποφερτό.

Όλη η παρέα είχε βγει πια στα σκαλιά, ακόμη κι ο παπάς που’ χε συνοδέψει τον μεσόκοπο κύριο και κάτω από το κίτρινο φως της λάμπας που τρεμόπαιζε φαινόταν να’ χει μια πολύ σοβαρή μα και καλόκεφη συζήτηση μαζί του.

Ξαφνικά από το στενό, εκείνο το ίδιο όπου είχε χαθεί ο περαστικός γέρος στην αρχή της ιστορίας μας, ακούστηκε ένας μικρός αρχικά σαματάς και κάτι φάνηκε να σπινθηρίζει στο σκοτάδι. Ήταν μια μικρή ομάδα από πλανόδιους μουσικούς του τσίρκου που φορούσαν γυαλιστερά ρούχα και αστεία καπέλα με ηλεκτρικά γλομπάκια σε διάφορα χρώματα. Έπαιζαν άρρυθμα και υποβλητικά προχωρώντας προς τη εκκλησία κι όταν είδαν το γαμπρό και τη νύφη κοντοστάθηκαν κι αφού συνεννοήθηκαν λίγο μεταξύ τους σταμάτησαν ακριβώς μπροστά στα σκαλιά και βάλθηκαν να παίζουν ένα εύθυμο τραγουδάκι της μόδας. Οι παράνυμφοι ενθουσιασμένες χτύπησαν παλαμάκια. Το κοριτσάκι που λίγο πριν είχε αναγγείλει το τέλος της βροχής τώρα φώναξε: ‘Τι ωραία! Τα όργανα!’. Όλοι χαμογελούσαν και ιδιαίτερα η νύφη που φαινόταν να διασκεδάζει πολύ παρόλο που έδειχνε τόσο συγκρατημένη και σεμνή.

Οι μουσικοί που’ χε τύχει να βγουν εκείνο το βράδυ για να διαφημίσουν την αυριανή τους παράσταση συνέχισαν να παίζουν με ολοένα και μεγαλύτερο κέφι καταλαβαίνοντας πως είχαν βρεθεί στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή. Έπαιζαν τώρα το ‘Κράτα με απόψε στα μαργαριταρένια σου χέρια’, μια άλλη επιτυχία που ξεσήκωσε από τις πρώτες κιόλας νότες τα μπράβο της συντροφιάς. Βγήκαν κι ο διάκος με τον νεωκόρο και θαύμαζαν τον μελαψό βιολιστή που φορούσε μια ολόσωμη κίτρινη φόρμα με κουδουνάκια στο λαιμό και στα χέρια κι έμοιαζε απόλυτα δοσμένος στον ρυθμό της μουσικής.

8/2008, 1987;

more...

Monday, August 4, 2008

Tαξίδι στα Κύθηρα

Πάνω στο 'Πήγασος Εxpress' που αντικατέστησε το 'Μυρτιδιώτισσα' που τράκαρε

Το δημοτικό camping στο Καψάλι

Το λιμανάκι στο Καψάλι. Στο βάθος η Χώρα

Το Κάστρο της Χώρας

Προς Προσκύνημα Παναγίας Μυρτιδιώτισσας

Προσκύνημα Παναγίας Μυρτιδιώτισσας

Σπίτι στον Ποταμό

Παλιό κατάστημα σε ισόγειο εγκαταλειμμένου νεοκλασικού στον Ποταμό

Στην πλατεία του Ποταμού

Στα Μητάτα μετά τον σεισμό του 2006

Ο καταρράκτης στον Μυλοπόταμο

Προς Καλαδί

Στα καμμένα

Παναγία Δέσποινα στο Βουνό

Ηλιακό ρολόι σε υπέρθυρο στον Αβλέμονα

more...

Sunday, July 20, 2008

Suddenly she passed away


(ο επίλογος από ένα όνειρο)


Στην στροφή της σκάλας λαχανιασμένη είδε ξανά τον Άγγελό της και τα δυο μεγάλα λυκόσκυλα, αυτή τη φορά όμως είχαν ένα τόσο εγώ-δε-μπορώ ν’ ανακατευτώ ύφος, παρ’ ότι χαμογελούσαν ενθαρρυντικά ακόμα και τα λυκόσκυλα, που δε στάθηκε περισσότερο να ξεκουραστεί. Όρμησε στη συνέχεια της σκάλας ενώ τα βήματα από κάτω πλησίαζαν επικίνδυνα. Φοβόταν και στο ταραγμένο της μυαλό χοροπηδούσε διαρκώς η εικόνα της ταράτσας. Μετά από μια ασύλληπτη διαδοχή από κλειστές πόρτες ήταν η μοναδική της ευκαιρία, ήταν όμως στ’ αλήθεια μια διέξοδος;

Συνέχιζε ν’ ανεβαίνει, πράγμα παράξενο ολοένα πιο ξεκούραστη. Σε κάθε στροφή της σκάλας ο Άγγελος και τα λυκόσκυλα ήταν πάντα εκεί πριν απ’ αυτή, χαμογελαστοί, εκείνος πίσω απ’ τα σκούρα γυαλιά του, τα ζώα με περισσότερη κι από ανθρώπινη καταννόηση στα μάτια τους.

‘Δεν αντέχω άλλο’ σκέφτηκε για μια στιγμή νιώθοντας τον πανικό ξανά μπροστά στη φτωχή προοπτική της ταράτσας. Τι θά 'κανε όταν έφτανε κει πάνω; θα πηδούσε κάτω προφανώς. Τα βήματα για μια ακόμη φορά την ταρακούνησαν. Έπρεπε ν’ αποφασίσει και μάλιστα γρήγορα.

Της ήρθε σαν αστραπή η πρώτη της αγωνία τη στιγμή που η εξώπορτα αρνήθηκε να κλείσει στα μούτρα τους. Έρχονταν κι οι δυο προς το μέρος της με σταθερά απειλητικά βήματα κι αυτή πίεζε μ’ όλη της τη δύναμη το βαρύ φύλλο. Ένα μικρό απειροελάχιστο κατιτί, -σκουπίδι; ύφασμα;- είχε μαγκώσει στον ευαίσθητο μηχανισμό. Η πόρτα έμεινε ανοιχτή πίσω της μα τώρα τι σημασία είχαν όλ’ αυτά;

Tότε ξαφνικά ο Άγγελος έκανε μια κίνηση προς το μέρος της ακριβώς την στιγμή που της φαινόταν πως τίποτε άλλο δε μπορούσε πια να συμβεί. Με το ελεύθερο χέρι του έβγαλε τα γυαλιά του κι είδε τα μάτια του πιο χαμογελαστά από ποτέ. Καθώς την τράβηξε απαλά προς το μέρος του σαν για να κάνει χώρο, τα λυκόσκυλα, κι αυτά κινήθηκαν ώσπου την περικύκλωσαν μυρίζοντάς την φιλικά. Τα βήματα πλησίασαν τόσο που έγιναν εκκωφαντικά. Πιέζοντας τον εαυτό της γύρισε να τους δει πρόσωπο με πρόσωπο όμως το μόνο πράγμα που πρόλαβε απ’ αυτούς ήταν τα ευκίνητα πόδια τους να εξαφανίζονται στην στροφή της σκάλας σα να μην την είχαν ποτέ τους προσέξει, πίσω από ένα άλλο ζευγάρι πόδια που έμοιαζαν εκπληκτικά με τα δικά της και κινούνταν με όμοια μηχανικό τρόπο, αυτά όμως δίχως πεποίθηση.

‘Tι σημαίνει αυτό Άγγελε;’ θέλησε να ρωτήσει χωρίς στο βάθος να περιμένει απάντηση. Γύρισε προς το μέρος του φωτεινή, γεμάτη εμπιστοσύνη, πιο ξεκούραστη από ποτέ, μα εκείνος είχε ξαναφορέσει τα γυαλιά του κι από το χέρι του που μέσα του είχε κλείσει το δικό της αναδυόταν μια σκοτεινή ζεστασιά που τα τύλιγε όλα. Από τους τοίχους μεγάλα κομμάτια αποσπάστηκαν χωρίς θόρυβο, έχασε τον ήχο των βημάτων τους κι έστησε αυτί στην καταπληκτική αλλαγή που συντελούνταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα μπροστά στα μάτια της.

Ένας κοσμικός ήχος, ο ήχος που θά 'κανε το σύμπαν χιλιάδες έτη φωτός μακριά σε συνθήκες που κανένας άνθρωπος δε θα μπορούσε νά 'χει αντιμετωπίσει, πλημμύρισε το μυαλό της. Άκουγε μ’ όλη της την προσοχή ενώ το κλιμακοστάσιο διαλυόταν κάτω από τη μυστηριώδη επίδραση ενός πολύ διαβρωτικού και αόρατου συνάμα ‘κάτι’.

Από τα χάσματα, από τις τρύπες των τοίχων που ‘έσβυναν’ μα δεν έπεφταν με θαυμαστό τρόπο, σαν κάποιος μπροστά σε μια γιγαντιαία οθόνη υπολογιστή νά’ παιζε μαζί τους διορθώνοντας γραμμές δίχως φόβο και άλλες συνέπειες, πυκνά κομμάτια-αποσπάσματα του σύμπαντος που είχε πιστέψει πως άκουγε πριν εισχώρησαν στο σπίτι. Κομμάτια της νύχτας μ’ αστέρια, -κι ας ήταν μεσημέρι όταν ξεκίνησε η καταδίωξη - και κοσμική σκόνη, που την άφησαν μ’ ανοιχτό το στόμα.

Το σκοτάδι κυρίευσε τον χώρο που στέκονταν και τότε έτσι από το πουθενά της ήρθε στο μυαλό το ‘σκουπίδι’ που την είχε εμποδίσει πριν να κλείσει την πόρτα εγκαινιάζοντας όλο αυτό το αγωνιώδες τρέξιμο. Έγινε απότομα σίγουρη πως το κράταγε στο χέρι που της είχε αφήσει ελεύθερο ο Άγγελος, και πράγματι έκλεινε στη χούφτα της και το στριφογύριζε κάμποση ώρα τώρα ένα μικρό κόκκινο κουρέλι με ξέφτια, πολύ μαλακό και υγρό, τέτοιο που μόνο την ίδια της την καρδιά θα μπορούσε να φανταστεί, μέχρι που suddenly she passed away.


2008, 26/5/1988

more...

Sunday, July 13, 2008

Παράξενοι γεωλογικοί σχηματισμοί


Για τον Thomas X. επειδή είναι καλοκαίρι

Ι.
Πρώτα συγκεντρώθηκε στη λέξη ήλιος. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια προσπαθώντας να αισθανθεί το υπερβολικό μέγεθος του κίτρινου δίσκου. Ολόκληρο το κορμί του ήταν τεντωμένο σα να επρόκειτο η καυτή ζέστη να κοπεί κομμάτια και να του ταϊστεί σε μεγάλες μπουκιές. Παραδόξως το αίσθημα που κέρδιζε έδαφος στο κορμί και στο μυαλό του ήταν εκείνο της ανατριχίλας.

Στο δωμάτιο βέβαια δεν έκανε κρύο μα ούτε και ζέστη. Αυτό ήταν άλλωστε που έκανε την άσκηση χρήσιμη. Αποφάσισε να ξεχάσει το περιβάλλον του, αυτοσυγκεντρώθηκε ξανά και πίστεψε για μια στιγμή πως ένιωσε την ευεργετική ζέστη να γλιστράει σε κύματα πάνω του. Κάτι γεννιόταν μέσα του, ένα αίσθημα τρυφερότητας και συμπάθειας για τον εαυτό του, για τη ζωή, για τον κόσμο.

Στο μυαλό του πάντα όλα τα πράγματα που άξιζαν ν’ αγαπηθούν έφερναν μαζί τους το αίσθημα της ζέστης. Ήταν το κατεξοχή χάδι που παραχωρούσε ο ήλιος το καλοκαίρι.

Έβλεπε τώρα χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια τον ευατό του λουσμένο κάτω από το κίτρινο φως. Περιέργως έβλεπε και νερό: ένα ζεστό μπλε και άσπρο τοπίο κάτω από μια σκόνη που σκέπαζε στοργικά τα πάντα. Ο αέρας ήταν βαρύς, ηδονικός.

Αυτό ήταν, θυμήθηκε επιτέλους μια εικόνα που είχε σχηματίσει παιδί διαβάζοντας ένα περιπετειώδες χωρίς αξιώσεις μυθιστόρημα. Είχε έρθει τώρα από τα βάθη του χρόνου να τον ενισχύσει, είχε φτάσει στο σημείο να ξανασαρκωθεί για να απαντήσει στην επιθυμία του.

“Οι πέτρες καίνε” σκέφτηκε. Αυτό ήταν μια βεβαιότητα. Το άσπρο από τις πέτρες και την άμμο παρόλο που ανακλούσε εχθρικά το φως ήταν απέραντα φιλόξενο. Ξανασυγκέντρωσε το ενδιαφέρον του στις δυο μεγάλες επιφάνειες. Αν ήταν καθαρά χρώματα θα ήταν αφόρητα ψυχρά όμως η ζέστη τα δονούσε μέχρι που γίνονταν πιο θερμά κι απ’ το κόκκινο και το πορτοκαλί.

Βαθιά ακινησία επικρατούσε στην ατμόσφαιρα του μυαλού του. Ο ήλιος ερμήνευε τα πάντα σ’ ένα καινούργιο σύστημα. Ο Ήλιος. Ήταν παρήγορο που ο θεός ενσαρκωνόταν σε κάτι τόσο προσιτό και μεγαλειώδες συνάμα. Ο πιστός δε μπορεί να κάνει χωρίς τα σημάδια της θεϊκής παρουσίας κι αυτή συχνά εμφανίζεται με χονδροειδή τρόπο όμως αυτή η εκτυφλωτική ομολογία της παντοδυναμίας δεν πρόσβαλε κανέναν.

Φαντάστηκε πως γονάτιζε πάνω στην κάτασπρη σκόνη. Τα γόνατά του αμάθητα τρίβονταν και πονούσαν στην αρχή μα δεν τον ένιαζε. Σήκωνε το πρόσωπό του στον ήλιο και τα δάκρυά του στέγνωναν αμέσως καθώς δέχονταν την ευλογία του. Αυτός ο τόπος λοιπόν ήταν ο παράδεισος; Που βρίσκεται αλήθεια αυτός ο τόπος; Τα δάκρυά του στέγνωναν πράγμα που μπορεί μόνο να σημαίνει πως τον συγχωρούσαν. Δεν θα υπάρξει πια χειμώνας, βροχή και κρύο, έρημες μαύρες αναγκαστικά εκτάσεις, δοχεία πίκρας που σε περιβάλλουν μέχρι τον θάνατο. Αυτή ήταν η διαβεβαίωση, η αιώνια σωτηρία. Αυτός ήταν ο παράδεισος, ένας υπέροχος εξώκοσμος χώρος απείρου που του απευθυνόταν προσωπικά.

Στη σιωπή άκουγε τη ζέστη να τρίζει. Σκόνη με σκόνη τρίβονταν στο δέρμα του. Μάσησε άμμο και σκόνη κι ήταν σα να του είχε χορηγηθεί η θεία μετάληψη. Ο άνθρωπος είχε ανάγκη από ζέστη. Αγκάλιασε με τα χέρια του το κορμί του πάνω στην καρέκλα. Αγκαλιάστηκε και φιλήθηκε ολόκληρος. Ανατριχίλες περνούσαν και ξαναπερνούσαν από πάνω του μα αυτός είχε πια πειστεί πως ήταν η ζέστη.

Σ’ αυτή τη θρησκεία ήταν μόνο ζήτημα πίστης στη φαντασία η σωτηρία σου. Απλά, αν μπορούσε να φανταστείς αρκετά δυνατά ώστε να πιστέψεις, είχες σωθεί.

Βρισκόταν γυμνός μπροστά στη θάλασσα. Θα δεχόταν τη θεία χάρη. Σταγόνες θαλασσινό νερό κάθισαν στο δέρμα του καθώς ένα ξαφνικό κύμα έσκασε στην ακτή. Το νερό ξεράθηκε αμέσως. Το αλάτι έμεινε στο δέρμα και στα χείλη για να μασηθεί με σκόνη και άμμο και να καθορίσει την αιώνια γεύση της καινούργιας ζωής. Από τους ορθάνοιχτους πόρους του κύλισαν μικροί ανακουφιστικοί κόμποι ιδρώτα. Εδώ και ώρα δεν έκλαιγε πια και αισθανόταν ήρεμος, βέβαιος πως είχε ξαναγυρίσει εκεί που τον περίμεναν πάντα. Πως ο καιρός δεν είχε κυλήσει μάταια, αντίθετα όλος αυτός ο χρόνος προετοίμαζε τη θαυμαστή επιστροφή στην πατρίδα και γενέτειρα.

Το δέρμα του είχε σκληρήνει τώρα αρκετά. Ένιωσε πως η μεταμόρφωσή του σε ανόργανη ύλη συντελούνταν μ’ έναν αναπάντεχα ανώδυνο τρόπο. “Αυτό λοιπόν είναι το πέρασμα στην αθανασία;” αναρωτήθηκε εντυπωσιασμένος. Τα γόνατά του τρίβονταν τώρα στην ίδια λευκή άμμο που τον περιτριγύριζε και τον σκέπαζε όλην αυτή την ώρα. Το κορμί του τρίβονταν, διαλύονταν, κι αυτός πάνω απ’ όλα ένιωθε μιαν απέραντη ανακούφιση. Η ζέστη δεν τον είχε εγκαταλείψει στιγμή στη διάρκεια αυτής της μεταλλαγής όμως πια ένιωθε πως ήταν αναπόσπαστο μέρος της. Ήταν ένα κομμάτι απ’ αυτή, από το μεγάλο γενικό κυρίαρχο αίσθημα. Συλλογική ζέστη ήταν ο ίδιος για πρώτη φορά και τόσο περήφανος.

Πια ό,τι απέμενε απ’ αυτόν ήταν ένα βουναλάκι από λεπτή σκόνη αφήνοντας τελευταίο το κεφάλι του απ΄ έξω. Για λίγο τα μάτια του, μόνο γαλανά, αναποδογύρισαν εκστασιασμένα προς τον Ήλιο-Πατέρα. Μόνο κίτρινο ήταν αυτό που τα γέμισε μέχρι τις κόγχες. “Mήπως να’ κλαιγα;” σκέφτηκε από συνήθεια όμως δεν υπήρχε λόγος κι αυτό τον ανακούφισε ακόμα πιο πολύ.

Καθώς τα τελευταία απομεινάρια της παλιάς, οργανωμένης σε λογικά δυστυχισμένα τμήματα σκέψης του εξαφανίζονταν για να μετουσιωθούν σε ήρεμα άλατα, άφησε έναν τελευταίο ψίθυρο: “Εδώ, ανήκω”.

ΙΙ.
Για κάμποσο καιρό επικράτησε ησυχία στην παραλία του μικρού χωριού. Η θάλασσα πήγαινε κι ερχόταν κάτω από έναν αδιάφορα συννεφιασμένο ή ηλιόλουστο ουρανό, φυσούσε ή όχι, και γενικά τίποτα δε μετρούσε το αναγκαστικό πέρασμα του χρόνου.

Έπειτα, κάποια απροσδιόριστη χρονική στιγμή, ομάδες ανθρώπων σαν όλους τους άλλους άρχισαν να συρρέουν στην ακρογιαλιά τους ζεστούς μήνες. Έρχονταν ήσυχα, είναι αλήθεια, σε άφωνα κύματα μα δεν έφευγαν ποτέ.

Υποψιασμένοι οι λιγοστοί κάτοικοι του μέρους γρήγορα ανακάλυψαν την αιτία. Επρόκειτο για μια κατάσταση συλλογικής παραφροσύνης θα’ λεγε κανείς. Όλοι αυτοί οι δυστυχισμένοι, πολύ ήρεμοι ωστόσο και με πλήρη επίγνωση του αμετάκλητου της πράξης τους, -πράγμα που έδειχνε το μέγεθος και την ποιότητα της τρέλας τους-, αυτοκτονούσαν ομαδικά ακριβώς πάνω στην παραλία.

Η αλήθεια είναι πως πέθαιναν μ’ έναν ανώμαλο τρόπο: οι κάτοικοι θα μπορούσαν να πάρουν όρκο πως πέθαιναν μόνο και μόνο γιατί το ήθελαν πολύ. Γδύνονταν κάτω από τον καυτό ήλιο του μεσημεριού κι έμεναν γονατιστοί ώρες δίπλα στο κύμα κλαίγοντας σιγανά και μουρμουρίζοντας κάτι μισο-ακατάληπτα λόγια που κάτι έλεγαν για θεία μετάληψη, ευλογία και συγχώρεση. Πράγμα περίεργο φαίνονταν όλο και πιο ευτυχισμένοι όσο προχωρούσε η διαδικασία έκθεσής τους στον ήλιο. Αυτό παραξένευε τους ντόπιους.

Είναι επίσης αλήθεια πως εκείνες τις μέρες ό ήλιος έμοιαζε να’ χει αποκτήσει ‘μαγικές’ ιδιότητες, αν μπορεί κανείς να το πει αυτό, ή μήπως δεν ήταν μόνο ο ήλιος που επικαλούνταν αυτοί οι δυστυχισμένοι;

Γεγονός είναι πως μετά από κάποιο διάστημα που δύσκολα θα το προσδιόριζε κανείς, καθώς μπορούσε να ποικίλλει από μερικές ώρες μέχρι μέρες ανάλογα με το άτομο, οι ‘πιστοί’, αν μπορούμε να τους ονομάσουμε έτσι, σε τίποτα δε θύμιζαν τις συγκροτημένες ανθρώπινες προσωπικότητες που λίγο ή πολύ είχαν υπάρξει φτάνοντας στην παραλία του χωριού.

Θάλεγε κανείς πως κάτω από τη διαβρωτική δίχως άλλο επίδραση του ήλιου, της αρμύρας και της άμμου, συντελούνταν πάνω τους το φαινόμενο που θάκανε με απόλυτη βεβαιότητα και το πιο ανθεκτικό πέτρωμα υπό ανάλογες συνθήκες συντρίμμια, με τη διαφορά ωστόσο πως για κάτι τέτοιο απαιτείται η συνδρομή ενός ασύγκριτα μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος. Να που στην παραλία όμως οι διαδικασίες διεαξγωγής του φαινομένου είχαν ανεξήγητα επιταχυνθεί.

Οι ντόπιοι κοίταζαν και ξανακοίταζαν με καχυποψία ανακατεμένη με αρκετή δόση ανησυχίας που άλλαζε γρήγορα προς τον φόβο, τον κατακίτρινο φωτεινό δίσκο μου έμοιαζε αμέτοχος σε όλα αυτά. Μετά έρριχναν τα βλέμματά τους πιο ανήσυχα παρά ποτέ στους μικρούς κωνικούς λόφους από άμμο που βρίσκονταν στις θέσεις των τόσο παράδοξα χαμένων αγνώστων της παραλίας. Πραγματικά σε μέσο όρο πολύ λίγο την είχαν χαρεί εκείνοι με τα ανθρώπινα μάτια τους.

Ησυχία βασίλευε παντού στην περιοχή και τα υπόλοιπα φυσικά φαινόμενα διαδέχονταν με τάξη το ένα το άλλο, όμως εκείνο το καλοκαίρι ο ήλιος φαινόταν να λάμπει και να ζεσταίνει κάπως περισσότερο τη λευκή παραλία αν και κανείς δεν πάρχει πια σήμερα που να μπορεί να μιλήσει για τότε.

Έχει παρατηρηθεί πως η προσμονή, η ελπίδα για έναν αιώνιο παράδεισο κυριεύει τις ψυχές των ανθρώπων μ’ έναν τρόπο πιο απόλυτο απ’ ότι ο φόβος ή η απελπισία για το άγνωστο. Σιγά-σιγά οι αρχικά ανυποψίαστοι κάτοικοι του χωριού μυήθηκαν στη νέα θρησκεία. Οι αποδείξεις άλλωστε βρίσκονταν μπροστά στα μάτια τους. Πείστηκαν λοιπόν πως σ’ αυτό ακριβώς το χρονικό και τοπικό σημείο που τύχαινε να βρίσκεται το χωριό τους, συντελούνταν μια προαποφασισμένη από το ξεκίνημα του κόσμου αναμενόμενη συνάντηση ανάμεσα στον παντοδύναμο Δημιουργό και τα ανίσχυρα και άδικα βασανιζόμενα εξαιτίας της γέννησής τους πλάσματά του.

Ένας μετά τον άλλον πήραν τη θέση τους στην παραλία και προσευχήθηκαν με όλη τους τη δύναμη. Και το θαύμα συνέχισε να γίνεται μέχρι που τέλειωσε εκείνο το καλοκαίρι και έληξε αναγκαστικά και το απροσδόκητο συμβάν.

Μετά; Α μετά φύσηξε ο άνεμος, αγρίεψε το κύμα κι ο ήλιος αραίωσε τις εμφανίσεις του όμως το τοπίο είχε αμετάκλητα σημαδευτεί. Θα υπήρχε από δω και πέρα μ’ έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο χωρίς πουθενά να διασώζεται η παραμικρή λεπτομέρεια του χρονικού της απόλυτης επιθυμίας για θάνατο που παρατηρήθηκε εκεί.

ΙΙΙ.
Πέρασε καιρός από τότε, κανείς δεν ξέρει ακριβώς πόσος. Τα υπερσύγχρονα μηχανήματα των ανθρώπων που προσδιορίζουν με σχετική ακρίβεια την ηλικία των λειψάνων του παρελθόντος, όποια κι αν είναι αυτά και από οποιαδήποτε χρονική τομή κι αν προέρχονται, εδώ σηκώνουν τα χέρια ψηλά.

“Πριν από πόσο καιρό άραγε δημιουργήθηκε αυτή η παράξενη ακρογιαλιά έτσι γεμάτη που είναι από μικρούς λόφους-εξάρσεις στερεοποιημένης σκόνης ξαπλωμένους σ’ όλο της το μήκος και το πλάτος;” σκέφτεται το ζευγάρι που κάνει τις διακοπές του εκεί κοντά.

Η θαλασσινή αύρα δε μπορεί ν’ απαντήσει σ’ αυτή την ερώτηση, το μουρμουρητό της θάλασσας ούτε. Από τις ασήμαντες κατοικίες των ανθρώπων πάνω στη γη δε μένει στο κύλισμα του χρόνου παρά λάσπη. Η παραλία πια είναι εντελώς έρημη.

Το παιδί που παίζει αμέριμνο ανάμεσα σ’ αυτούς τους παράξενους γεωλογικούς σχηματισμούς, δε νιώθει γύρω του το βάρος τόσων πρώην ανθρώπινων παρουσιών να πυκνώνει στη διάφανη ατμόσφαιρα. Μεταχειρίζεται αυτά τα ‘λοφάκια’ και τα κενά μεταξύ τους για να φτιάξει την πόλη του. Μεταφέρει τα κουβαδάκια και τα παιχνίδια του εκεί, στήνει σημαιούλες και δίνει ονόματα που μόνο αυτό κατανοεί στον αλλόκοτο χώρο. Βγάζει μικρές φωνούλες ευτυχίας και έκπληξης κάπου-κάπου καθώς το κύμα ορμά και ανατρέπει τα σχέδιά του, όμως τα ‘λοφάκια’ είναι πάντα εκεί.

Ψηλά πάνω στον λευκό απ’ τη ζέστη ουρανό, ο ήλιος, απόλυτος κίτρινος δίσκος, κυρίαρχος, στυλώνει το μοναδικό φωτεινό του μάτι στο παιδί, και περιμένει.


2008, 2/5/1988, 16/11/1987 με τίτλο: Άσκηση Ζέστης

more...

Saturday, July 12, 2008

IJIME I (*)


Ήθελα να γράψω κάτι στον Νίκο Ν. Κάτι που να θυμίζει τα "σημειώματα" που τόσο όμορφα μου στέλνει. Με πόση φροντίδα και προσοχή! Εκείνα τα μικρούλικα χαρτάκια με τις σκέψεις της στιγμής, φρέσκα σαν κουλουράκια κυριακάτικου πρωινού ζήλεψα, κι αντί γι’ αυτό τι? Πάλι ο Q. έρχεται στο νου μου. Η Min έχει δίκιο: είμαι στ’ αλήθεια hopeless.

Εύκολα ερωτεύομαι, υποφέρω, μου περνάει, θυμώνω. Η μουσική του Vivaldi έρχεται τώρα σε κύματα σπρώχνοντας κι άλλο τον καπνό από το φιδάκι στα μαλλιά μου. Κάνει ξανά ζέστη κι από το έντονο φως της λάμπας γυαλίζει ο ιδρώτας στο δέρμα μου. Πήρα τη συνήθεια από παιδί να περνώ το καλοκαίρι, όταν μπορώ, γυμνή σαν άγρια.

Στη χαμηλωμένη TV ένα σήριαλ: μια τυπική γιαπωνέζικη οικογένεια φιλοξενεί έναν homeless μ’ όλα αυτά που συνεπάγεται κάτι τόσο radical. Το πρόσωπο του Q. έρχεται και ξανάρχεται στο μυαλό μου. Δε μπορώ πια να ξεφύγω από το βλέμμα του. Κάτω από τα σχεδόν δυο σχισμές μάτια του, (fox eyes όπως τα λέει η Keiko), με παρατηρεί πάντα επιτιμητικά. Πάντα υπάρχει κάτι να μου καταλογίσει.

"Τι έκανα πάλι Q.?", μου 'ρχεται να διαμαρτυρηθώ σχεδόν με τρυφερότητα που θα τον ξάφνιαζε αν μόνο μπορούσε ν’ ακούσει τη νοερή μου ερώτηση. Αλήθεια δεν ξέρω τι να κάνω μαζί του. Οι καλύτερες των προθέσεών μου εξατμίζονται κάτω απ’ το κύμα της ζέστης που με κάνει τόσο νευρική μερικές φορές.

"Γιατί είσαι πάντα θυμωμένη?" με ρωτά η Min. "Γεννήθηκα έτσι", θέλω να της πω, όμως και πάλι δεν είναι εντελώς αλήθεια. Όταν αισθάνομαι πως απειλούμαι, θυμώνω. Όταν αμφισβητούνται τα όρια του ζωτικού μου χώρου, θυμώνω.

Τώρα νοσταλγώ την ησυχία του zazen κάθε Σάββατο πρωί στο ναό μου. Να ελπίζω μόνο να περάσει η ζέστη γρήγορα και να γυρίσει η Sensee απ’ την California. Είναι κι οι εξετάσεις του τέλους του Σεπτέμβρη, hopeless κι αυτές. "Μη γελάς ρε Νίκο" θέλω να σου πω τώρα, όμως η σκέψη μου δε σε φτάνει.

Πάλι το γεμάτο γωνίες, αδυνατισμένο κα σα χτυπημένο σε αμόνι κρανίο του S. εμφανίζεται απότομα στην οθόνη του μυαλού μου. "What’s eating Q.?", θέλω να ρωτήσω μα η ερώτηση προτού καν αρθρωθεί, σκουντουφλά πάνω στο τείχος των μεταλλικών του δοντιών. Τα χείλη του τα ονειρεύομαι χωρίς να τα ποθώ. Χείλη, στόμα ενός ερπετού μαθημένου στην στέρηση.

Αυτοτιμωρία. Η λέξη μου’ ρχεται σαν αστραπή. Όμως γιατί?

Αδύνατος, μακρύς σαν αδέξιος αυλός στα δάχτυλα κάποιου κακότροπου θεού που τον έφτιαξε στραβά για το κέφι του και μόνο, σηκώνεται τώρα μπροστά από τον υπολογιστή, μ’ έναν ελαφρύ, σχεδόν ανεπαίσθητο στεναγμό. Από το ασυνήθιστο για γιαπωνέζο ύψος του στητός με περιεργάζεται, και το βλέμμα του όταν δε με κατηγορεί βουβά για κάτι, δεν έχει απολύτως κανένα νόημα. Λευκή -ή μάλλον κίτρινη- σελίδα άγραφη το πρόσωπό του.

Απελπίζομαι με τ’ άτριχα χέρια του, τα καθαρό του στήθος όπως το μαντεύω κάτω απ’ το λευκό πουκάμισο. Υπάρχει κάτι πολύ "γιαπωνέζικο" πάνω του, σ’ αυτό που δείχνει, σ’ αυτό που δε μπορεί να κρύψει. Θα θυμώσει αν του το πω? "Μα οι Αμερικανοί φίλοι μου,...", θ’ αρχίσει. Σα να τον άκουσα κιόλας.

Q., όταν θα γυρίζω πίσω θα σε ρωτήσω κοιτάζοντάς σε στα μάτια: "Why you disliked me so much?" Και θα βάλω τα δυνατά μου να πνίξω τη δεύτερη ερώτηση-απάντηση που όπως πάντα από κεκτημένη ταχύτητα έχω να προτείνω: "Because I’m a foreigner from a small not important (anymore) country?" Κι αυτό ίσως να 'ναι λάθος. Συμπεριφέρεσαι άψογα το ίδιο στη [Κινέζα] Min και στην [Αυστριακή] Katarina. Με την τελευταία θα κάνατε ένα ωραίο ζευγάρι. Είναι πολύ ψηλή όσο χρειάζεται σε σένα, ξανθιά, κι ας μην έχει ούτε αυτή μεγάλα βυζιά.

Q., θέλω να σε ρωτήσω γιατί με ξεχωρίζεις με την συμπεριφορά σου. Παλιά ήταν απλά νευρική αντίδραση, τα υστερικό σου γέλιο, σχεδόν λόξυγκας, κάθε φορά που μ’ έβλεπες, τo πως με κάρφωνες με τα μάτια αλλόκοτα, πάντως εξηγήσιμο ως ένα σημείο. Τότε αναρωτιόμουν: "Την έχει παίξει για χάρη μου?". Τώρα πια όμως είναι σχεδόν μίσος.

Το καλοκαίρι πέρασε. Χαθήκαμε. Ρώταγες και ξαναρώταγες γιατί θα 'μενα έναν ολόκληρο μήνα σε μια πληκτική μικρή πόλη σαν την Tucson και στο τέλος ούτε καλό ταξίδι δε μου ευχήθηκες. Μόνο ρώταγες για μένα σα να μην ήξερες τη μέρα που πέταγα, τη Min. Ήσουν απρόβλεπτος πάντα. Υποκρίνεσαι πως δε θυμάσαι. Τι είναι όμως μέσα στο ζαλισμένο απ’ το διάβασμα στις βιβλιοθήκες του Yale κεφάλι σου, δε θα μάθω ποτέ.

Για πολλοστή φορά θα κάνω ένα βήμα συμφιλίωσης. You’ll do the same and you’ll regret it five minutes later. Κι αυτό το παιχνίδι, -αστείο στα μάτια των άλλων-, θα μας πάει ως το τέλος...

(*) παρενόχληση/εκφοβισμός

10/9/94

more...