Showing posts with label ijime. Show all posts
Showing posts with label ijime. Show all posts

Saturday, July 12, 2008

IJIME I (*)


Ήθελα να γράψω κάτι στον Νίκο Ν. Κάτι που να θυμίζει τα "σημειώματα" που τόσο όμορφα μου στέλνει. Με πόση φροντίδα και προσοχή! Εκείνα τα μικρούλικα χαρτάκια με τις σκέψεις της στιγμής, φρέσκα σαν κουλουράκια κυριακάτικου πρωινού ζήλεψα, κι αντί γι’ αυτό τι? Πάλι ο Q. έρχεται στο νου μου. Η Min έχει δίκιο: είμαι στ’ αλήθεια hopeless.

Εύκολα ερωτεύομαι, υποφέρω, μου περνάει, θυμώνω. Η μουσική του Vivaldi έρχεται τώρα σε κύματα σπρώχνοντας κι άλλο τον καπνό από το φιδάκι στα μαλλιά μου. Κάνει ξανά ζέστη κι από το έντονο φως της λάμπας γυαλίζει ο ιδρώτας στο δέρμα μου. Πήρα τη συνήθεια από παιδί να περνώ το καλοκαίρι, όταν μπορώ, γυμνή σαν άγρια.

Στη χαμηλωμένη TV ένα σήριαλ: μια τυπική γιαπωνέζικη οικογένεια φιλοξενεί έναν homeless μ’ όλα αυτά που συνεπάγεται κάτι τόσο radical. Το πρόσωπο του Q. έρχεται και ξανάρχεται στο μυαλό μου. Δε μπορώ πια να ξεφύγω από το βλέμμα του. Κάτω από τα σχεδόν δυο σχισμές μάτια του, (fox eyes όπως τα λέει η Keiko), με παρατηρεί πάντα επιτιμητικά. Πάντα υπάρχει κάτι να μου καταλογίσει.

"Τι έκανα πάλι Q.?", μου 'ρχεται να διαμαρτυρηθώ σχεδόν με τρυφερότητα που θα τον ξάφνιαζε αν μόνο μπορούσε ν’ ακούσει τη νοερή μου ερώτηση. Αλήθεια δεν ξέρω τι να κάνω μαζί του. Οι καλύτερες των προθέσεών μου εξατμίζονται κάτω απ’ το κύμα της ζέστης που με κάνει τόσο νευρική μερικές φορές.

"Γιατί είσαι πάντα θυμωμένη?" με ρωτά η Min. "Γεννήθηκα έτσι", θέλω να της πω, όμως και πάλι δεν είναι εντελώς αλήθεια. Όταν αισθάνομαι πως απειλούμαι, θυμώνω. Όταν αμφισβητούνται τα όρια του ζωτικού μου χώρου, θυμώνω.

Τώρα νοσταλγώ την ησυχία του zazen κάθε Σάββατο πρωί στο ναό μου. Να ελπίζω μόνο να περάσει η ζέστη γρήγορα και να γυρίσει η Sensee απ’ την California. Είναι κι οι εξετάσεις του τέλους του Σεπτέμβρη, hopeless κι αυτές. "Μη γελάς ρε Νίκο" θέλω να σου πω τώρα, όμως η σκέψη μου δε σε φτάνει.

Πάλι το γεμάτο γωνίες, αδυνατισμένο κα σα χτυπημένο σε αμόνι κρανίο του S. εμφανίζεται απότομα στην οθόνη του μυαλού μου. "What’s eating Q.?", θέλω να ρωτήσω μα η ερώτηση προτού καν αρθρωθεί, σκουντουφλά πάνω στο τείχος των μεταλλικών του δοντιών. Τα χείλη του τα ονειρεύομαι χωρίς να τα ποθώ. Χείλη, στόμα ενός ερπετού μαθημένου στην στέρηση.

Αυτοτιμωρία. Η λέξη μου’ ρχεται σαν αστραπή. Όμως γιατί?

Αδύνατος, μακρύς σαν αδέξιος αυλός στα δάχτυλα κάποιου κακότροπου θεού που τον έφτιαξε στραβά για το κέφι του και μόνο, σηκώνεται τώρα μπροστά από τον υπολογιστή, μ’ έναν ελαφρύ, σχεδόν ανεπαίσθητο στεναγμό. Από το ασυνήθιστο για γιαπωνέζο ύψος του στητός με περιεργάζεται, και το βλέμμα του όταν δε με κατηγορεί βουβά για κάτι, δεν έχει απολύτως κανένα νόημα. Λευκή -ή μάλλον κίτρινη- σελίδα άγραφη το πρόσωπό του.

Απελπίζομαι με τ’ άτριχα χέρια του, τα καθαρό του στήθος όπως το μαντεύω κάτω απ’ το λευκό πουκάμισο. Υπάρχει κάτι πολύ "γιαπωνέζικο" πάνω του, σ’ αυτό που δείχνει, σ’ αυτό που δε μπορεί να κρύψει. Θα θυμώσει αν του το πω? "Μα οι Αμερικανοί φίλοι μου,...", θ’ αρχίσει. Σα να τον άκουσα κιόλας.

Q., όταν θα γυρίζω πίσω θα σε ρωτήσω κοιτάζοντάς σε στα μάτια: "Why you disliked me so much?" Και θα βάλω τα δυνατά μου να πνίξω τη δεύτερη ερώτηση-απάντηση που όπως πάντα από κεκτημένη ταχύτητα έχω να προτείνω: "Because I’m a foreigner from a small not important (anymore) country?" Κι αυτό ίσως να 'ναι λάθος. Συμπεριφέρεσαι άψογα το ίδιο στη [Κινέζα] Min και στην [Αυστριακή] Katarina. Με την τελευταία θα κάνατε ένα ωραίο ζευγάρι. Είναι πολύ ψηλή όσο χρειάζεται σε σένα, ξανθιά, κι ας μην έχει ούτε αυτή μεγάλα βυζιά.

Q., θέλω να σε ρωτήσω γιατί με ξεχωρίζεις με την συμπεριφορά σου. Παλιά ήταν απλά νευρική αντίδραση, τα υστερικό σου γέλιο, σχεδόν λόξυγκας, κάθε φορά που μ’ έβλεπες, τo πως με κάρφωνες με τα μάτια αλλόκοτα, πάντως εξηγήσιμο ως ένα σημείο. Τότε αναρωτιόμουν: "Την έχει παίξει για χάρη μου?". Τώρα πια όμως είναι σχεδόν μίσος.

Το καλοκαίρι πέρασε. Χαθήκαμε. Ρώταγες και ξαναρώταγες γιατί θα 'μενα έναν ολόκληρο μήνα σε μια πληκτική μικρή πόλη σαν την Tucson και στο τέλος ούτε καλό ταξίδι δε μου ευχήθηκες. Μόνο ρώταγες για μένα σα να μην ήξερες τη μέρα που πέταγα, τη Min. Ήσουν απρόβλεπτος πάντα. Υποκρίνεσαι πως δε θυμάσαι. Τι είναι όμως μέσα στο ζαλισμένο απ’ το διάβασμα στις βιβλιοθήκες του Yale κεφάλι σου, δε θα μάθω ποτέ.

Για πολλοστή φορά θα κάνω ένα βήμα συμφιλίωσης. You’ll do the same and you’ll regret it five minutes later. Κι αυτό το παιχνίδι, -αστείο στα μάτια των άλλων-, θα μας πάει ως το τέλος...

(*) παρενόχληση/εκφοβισμός

10/9/94

more...

Monday, June 9, 2008

IJIME II (*)

Είμαι κουρασμένη. Ξέρω πως είναι ανόητο που αρχίζω έτσι αλλά και πάλι τι αρχίζω άραγε; Πήρα να διαβάσω για πολλοστή φορά το "Σιγανή βροχή" του Ναγκάϊ Καφού που η Celina επέστρεψε, κι ας μη βρέχει, όλη αυτή η λεπτή μελαγχολία του καιρού που χάνεται μου τρύπησε την καρδιά.

Έχει ένα φεγγάρι γεμάτο και κατακόκκινο απόψε, το βλέπω μες απ’ τα στόρια να ξεπροβάλλει, δεσπόζει θριαμβευτικά ανάμεσα στα τερατώδη appartment bldgs που 'ναι εδώ και δυο χρόνια η θέα μου. Προς το ποτάμι. Πρέπει ν’ αγοράσω τα δυο βιβλία του Καφού: "Το ποτάμι Σουμίντα" (το δικό μου ποτάμι), και την "Ιστορία" -πάλι- "από τ’ ανατολικά του ποταμού".

Δε μπορώ να σε αποχωριστώ. Το γράφω έτσι απλά. Βρίσκομαι σε πολύ δύσκολη θέση. Όλες οι μικρές κακίες των τελευταίων ημερών, το τρέξιμο της έκθεσης, οι απογοητεύσεις των θλιβερών -ανύπαρκτων- επαγγελματικών επαφών, φωλιάζουν μέσα μου για να πάρουν την εκδίκησή τους. Το στόμα μου είναι πικρό, όλος αυτός ο θυμός, η ένταση, μετριέται χτύπο με χτύπο στα μηνίγγια μου. Νομίζω πως ο κόσμος θα σπάσει, θρυμματίζεται μέσα στο κεφάλι μου. Αυτό που νιώθω για σένα…, δεν έχει νόημα. Είναι το αλλόκοτο μείγμα από το θυμό μου και την αγάπη που αγωνίστηκα να ξεπεράσω.

Έπειτα η καθημερινή παρενόχληση μ’ έχει κάνει τρελή. Ονειρεύομαι όλες τις διαφορετικές εκδοχές τέλους σ’ αυτό το φοβερό bōnenkai  (**) που τόσο τρέμω. Σε φτύνω στο πρόσωπο αφού σου ευχηθώ sayonara, σε χαστουκίζω, σε φιλώ στο στόμα. Wretched.

Δεν καταλαβαίνω πια τον εαυτό μου. Εσύ κι η χώρα που αφήνω γίνατε ένα. Μετά από τόση προσπάθεια μάταια επιχειρώ να κρατήσω τη λεπτή ισορροπία μέχρι την τελευταία στιγμή. Όλα γκρεμίζονται με πάταγο μπροστά μου. Δεν ξέρω τι θέλω. Τι φοβάμαι περισσότερο: να γυρίσω στη μικρή κόλαση που άφησα και να σε χάσω για πάντα ή να μείνω στη συναισθηματική έρημο που με κρατά τρία χρόνια τώρα, σε διαρκή φρίκη με την προοπτική μιας "τυχαίας συνάντησης"; Κι από πάνω λυπάμαι που δε γράφω στ’ αγγλικά. Δε θα με διαβάσεις ποτέ.

Πόσο κακή ήταν αυτή η τύχη! Για μένα σίγουρα, για σένα; Θα χωριστούν οι δρόμοι μας, δε στάθηκε δυνατό να καταλάβουμε ποτέ η μια τον άλλον. Με μισείς όσο σε μισώ; Αναστάτωσες τη ζωή μου. Για τρία χρόνια ήσουν το καθημερινό πρόσωπο της φρίκης. Σε λάτρεψα. Το πικρό σου στόμα μ’ όλους τους στραβούς του μορφασμούς, δε θα δοκιμάσω ποτέ.

Τι σκέφτεσαι; Σκέφτεσαι ποτέ εμένα; Υπάρχω? ή μόνο σαν θόρυβος, σαν παραμόρφωση στο ορθολογισμένο πλαίσιο της δραστηριότητάς σου, "σχολικής" ακόμα από ανάγκη;

Σου έγραψα ήδη ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα που δε θα στείλω. Έγραφα: I have to explain myself to myself. Τώρα πια δεν είμαι τόσο σίγουρη. Η σκοτεινή μου πλευρά: articulate? clearly cut? Αδύνατον, θόλωσε, μαύρισε τόπους-τόπους άχαρα. Δεν την αναγνωρίζω πια. Ποιος έχει τις απαντήσεις;

Σε χρειάζομαι. Όμως ακριβώς γιατί δεν το ξέρω. Και ίσως είναι ακόμα ένα λάθος. Ένα λάθος τόσο μεγάλο που εξαιτίας του χάνομαι άδικα. Δεν ξέρω τίποτα για σένα. Αν σ’ έχω παρεξηγήσει όσο με παρεξήγησες, είμαι χαμένη. Δεν ξέρω τίποτα για σένα κι ίσως γι’ αυτό καταδυνάστεψες τη φαντασία μου. Σε πλάθω όπως μπορώ.

Δεν είχα γράψει για μήνες, και τώρα αυτό το παραλήρημα...Θα σταματήσω. Είμαι λίγο μεθυσμένη. Θα πάω στο ποτάμι. Αν όλα τέλειωναν απόψε .., θα μου γινόταν η χάρη να μην αποφασίσω, να μην πληγωθώ άλλο. Όλος ο κατοπινός δρόμος φαντάζει στα κουρασμένα μου μάτια ένας άλλος μακρύς Γολγοθάς. Χωρίς ανάσα.

(*) παρενόχληση/εκφοβισμός

(**) 忘年会: αποχαιρετιστήριο πάρτυ στο τέλος του χρόνου (συνήθως το Δεκέμβρη)
 
24/2/1997

more...

Sunday, June 1, 2008

IJIME III (*)


“Quoting the great Buddhist master Nāgārjuna Dōgen says that the zazen of non-Buddhists has the flaw of attachment to experiences and wrong views, while the zazen of Buddhists in quest of individual salvation has the flaw of aspiration for self-tranquilisation and aiming for extinction”.

(from: “Shōbōgenzō. Zen Essays by Dōgen”, transl. by T. Cleary, Univ. of Hawaii Press, 1986)


Αν μόνο μπορούσες να απολογηθείς, θα 'χα τη χαρά να σε συγχωρήσω και ν’ απολογηθώ και εγώ με τη σειρά μου. Ή μήπως η περηφάνια μου μπαίνει στη μέση? Πως να δώσω όμως μια συγγνώμη σε κάποιον που δεν τη χρειάζεται, ή κι αν τη χρειάζεται δεν την απαιτεί;

Θα 'θελα ν’ αφήσω εδώ την αγάπη και το μίσος μου για σένα, σαν υπερβολικά συναισθήματα που είναι δεν αντέχω να τα κουβαλήσω μαζί μου πίσω. Στην Ελλάδα θα 'χω άλλα κομμάτια μου από το παρελθόν ν’ αντιμετωπίσω, κι ωστόσο το φορτίο μου αντί να γίνεται ελαφρύτερο γίνεται βαρύτερο.

Είναι κάποιος καιρός τώρα που συμφιλιώθηκα με την ιδέα της πληρωμής των χρεών μου, όχι ότι δε με πονά πότε-πότε αλλά τουλάχιστον αναγνωρίζω τη σημασία της. Στο κάτω-κάτω άδικα ήρθαν να με βρουν όλοι αυτοί οι agents of fortune? Όσο ατελείς κι αν είμαστε κουβαλάμε πάντα ένα μήνυμα, αν όχι για μας τους ίδιους, ίσως για κάποιον άλλον. Δε γνωρίζουμε συνηθέστατα το περιεχόμενο, δε γνωρίζουμε τον άλλον, όμως σχεδόν πάντα στη διάρκεια της ζωής μας πραγματοποιείται η συνάντηση, -κι αν ήθελα τώρα να είμαι πιο ακριβής, θα μιλούσα για συναντήσεις που λαμβάνουν χώρα κάθε στιγμή χωρίς να είμαστε καν σε θέση να το συνειδητοποιήσουμε-, παραδίδεται τα μήνυμα ακόμη κι όταν αυτός που το παίρνει ούτε καν το αντιλαμβάνεται. Απομένει τώρα η αποκρυπτογράφηση του μηνύματος κι αυτό είναι δύσκολη δουλειά. Όμως αισθάνομαι πως βρίσκομαι στο σωστό δρόμο, μένει μόνο να το αποδεχτώ. Είναι πολύ σκληρό να το αποδεχτώ, αλλά και πάλι φαίνεται μάταιο πια να βουτήξω στη θάλασσα για να ξεφύγω, όπως ο προφήτης Ιωνάς θα καταλήξω στην κοιλιά του κήτους.

Εξάλλου δεν ξεφεύγουμε ποτέ, ο εχθρός (;) είναι μέσα μας. Με πονάει πολύ να παραδέχομαι the inevitability of the thing. Πληγώνει τον ευαίσθητο, ανεξάρτητο, κακομαθημένο, επαναστατημένο εαυτό μου όμως δεν προσπαθώ πια με την ίδια μανία να τον καταστρέψω. Don’t indulge, don’t destroy. Ανάμεσα στα δυο άκρα θα πρέπει να κινηθώ ζώντας παράλληλα my life fully. Και δε θα μου επιτραπεί πια να λυπηθώ την προσπάθεια, γιατί αυτή η προσπάθεια θα απαιτηθεί σε κάθε μου βήμα, κι αφού έχω τελικά όλη αυτή την ενέργεια θα ήταν άδικο να μη την αποδώσω. Δικαιοσύνη;

Πρέπει να κλείσω τους λογαριασμούς μου μαζί σου αγαπημένε μου. Πρέπει να μου δώσεις την ευκαιρία να σου ζητήσω συγγνώμη. Ευχήθηκα τον θάνατό σου, και το χειρότερο, λίγο στ’ αστεία, λίγο στα σοβαρά στο φώναξα κατάμουτρα. Σε δυο βδομάδες, όταν μετά την τελετή της παραμονής θα σας δεχτώ στο αποχαιρετιστήριο party μου θα στα φωνάξω αυτό σιωπηλά. Μην αποφύγεις τη ματιά μου αυτή τη φορά. Σε παρακαλώ. Είναι ίσως μάταιο που θέλω ή πιστεύω πως έτσι μπορεί να σωθώ ακόμα και την τελευταία στιγμή από την οδύνη που θα πάρω μαζί μου όμως έχω την συνείδηση πια πως είναι παράλογο, καταστροφικό να προκαλούμε τόση αδικαιολόγητη λύπη στον εαυτό μας. Σε πονάει άραγε και σένα? αναρωτιέμαι μα απάντηση δεν είναι δυνατό να πάρω. Ίσως δεν συγκεντρώνομαι αρκετά στο πρόσωπό σου. Μπορώ να ελέγχω το μίσος μου πια αλλά ακόμη δεν έχω φτάσει στο σημείο που η σκέψη σου δεν θα με ταράζει.

Υ. Γ. Ο Q. δεν ήρθε στο party μου, κι όταν ήρθε τελικά στο party που έκανε το lab για μένα και προσπάθησε μεθυσμένος, αδέξια, να μου εξηγήσει πως όλον αυτόν τον καιρό δε με μισούσε, δεν του το επέτρεψα. Επτά χρόνια μετά, επιστρέφοντας στο Τόκιο, μιλήσαμε στο τηλέφωνο μετά από απαίτηση και παρουσία του καθηγητή μου που το διασκέδαζε ολοφάνερα. Δυο αμήχανοι ξένοι που δεν αντάλλαξαν ποτέ κανένα απολύτως μήνυμα.

(*) παρενόχληση/εκφοβισμός

16/3/1997, 2008

more...