Monday, June 9, 2008

IJIME II (*)

Είμαι κουρασμένη. Ξέρω πως είναι ανόητο που αρχίζω έτσι αλλά και πάλι τι αρχίζω άραγε; Πήρα να διαβάσω για πολλοστή φορά το "Σιγανή βροχή" του Ναγκάϊ Καφού που η Celina επέστρεψε, κι ας μη βρέχει, όλη αυτή η λεπτή μελαγχολία του καιρού που χάνεται μου τρύπησε την καρδιά.

Έχει ένα φεγγάρι γεμάτο και κατακόκκινο απόψε, το βλέπω μες απ’ τα στόρια να ξεπροβάλλει, δεσπόζει θριαμβευτικά ανάμεσα στα τερατώδη appartment bldgs που 'ναι εδώ και δυο χρόνια η θέα μου. Προς το ποτάμι. Πρέπει ν’ αγοράσω τα δυο βιβλία του Καφού: "Το ποτάμι Σουμίντα" (το δικό μου ποτάμι), και την "Ιστορία" -πάλι- "από τ’ ανατολικά του ποταμού".

Δε μπορώ να σε αποχωριστώ. Το γράφω έτσι απλά. Βρίσκομαι σε πολύ δύσκολη θέση. Όλες οι μικρές κακίες των τελευταίων ημερών, το τρέξιμο της έκθεσης, οι απογοητεύσεις των θλιβερών -ανύπαρκτων- επαγγελματικών επαφών, φωλιάζουν μέσα μου για να πάρουν την εκδίκησή τους. Το στόμα μου είναι πικρό, όλος αυτός ο θυμός, η ένταση, μετριέται χτύπο με χτύπο στα μηνίγγια μου. Νομίζω πως ο κόσμος θα σπάσει, θρυμματίζεται μέσα στο κεφάλι μου. Αυτό που νιώθω για σένα…, δεν έχει νόημα. Είναι το αλλόκοτο μείγμα από το θυμό μου και την αγάπη που αγωνίστηκα να ξεπεράσω.

Έπειτα η καθημερινή παρενόχληση μ’ έχει κάνει τρελή. Ονειρεύομαι όλες τις διαφορετικές εκδοχές τέλους σ’ αυτό το φοβερό bōnenkai  (**) που τόσο τρέμω. Σε φτύνω στο πρόσωπο αφού σου ευχηθώ sayonara, σε χαστουκίζω, σε φιλώ στο στόμα. Wretched.

Δεν καταλαβαίνω πια τον εαυτό μου. Εσύ κι η χώρα που αφήνω γίνατε ένα. Μετά από τόση προσπάθεια μάταια επιχειρώ να κρατήσω τη λεπτή ισορροπία μέχρι την τελευταία στιγμή. Όλα γκρεμίζονται με πάταγο μπροστά μου. Δεν ξέρω τι θέλω. Τι φοβάμαι περισσότερο: να γυρίσω στη μικρή κόλαση που άφησα και να σε χάσω για πάντα ή να μείνω στη συναισθηματική έρημο που με κρατά τρία χρόνια τώρα, σε διαρκή φρίκη με την προοπτική μιας "τυχαίας συνάντησης"; Κι από πάνω λυπάμαι που δε γράφω στ’ αγγλικά. Δε θα με διαβάσεις ποτέ.

Πόσο κακή ήταν αυτή η τύχη! Για μένα σίγουρα, για σένα; Θα χωριστούν οι δρόμοι μας, δε στάθηκε δυνατό να καταλάβουμε ποτέ η μια τον άλλον. Με μισείς όσο σε μισώ; Αναστάτωσες τη ζωή μου. Για τρία χρόνια ήσουν το καθημερινό πρόσωπο της φρίκης. Σε λάτρεψα. Το πικρό σου στόμα μ’ όλους τους στραβούς του μορφασμούς, δε θα δοκιμάσω ποτέ.

Τι σκέφτεσαι; Σκέφτεσαι ποτέ εμένα; Υπάρχω? ή μόνο σαν θόρυβος, σαν παραμόρφωση στο ορθολογισμένο πλαίσιο της δραστηριότητάς σου, "σχολικής" ακόμα από ανάγκη;

Σου έγραψα ήδη ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα που δε θα στείλω. Έγραφα: I have to explain myself to myself. Τώρα πια δεν είμαι τόσο σίγουρη. Η σκοτεινή μου πλευρά: articulate? clearly cut? Αδύνατον, θόλωσε, μαύρισε τόπους-τόπους άχαρα. Δεν την αναγνωρίζω πια. Ποιος έχει τις απαντήσεις;

Σε χρειάζομαι. Όμως ακριβώς γιατί δεν το ξέρω. Και ίσως είναι ακόμα ένα λάθος. Ένα λάθος τόσο μεγάλο που εξαιτίας του χάνομαι άδικα. Δεν ξέρω τίποτα για σένα. Αν σ’ έχω παρεξηγήσει όσο με παρεξήγησες, είμαι χαμένη. Δεν ξέρω τίποτα για σένα κι ίσως γι’ αυτό καταδυνάστεψες τη φαντασία μου. Σε πλάθω όπως μπορώ.

Δεν είχα γράψει για μήνες, και τώρα αυτό το παραλήρημα...Θα σταματήσω. Είμαι λίγο μεθυσμένη. Θα πάω στο ποτάμι. Αν όλα τέλειωναν απόψε .., θα μου γινόταν η χάρη να μην αποφασίσω, να μην πληγωθώ άλλο. Όλος ο κατοπινός δρόμος φαντάζει στα κουρασμένα μου μάτια ένας άλλος μακρύς Γολγοθάς. Χωρίς ανάσα.

(*) παρενόχληση/εκφοβισμός

(**) 忘年会: αποχαιρετιστήριο πάρτυ στο τέλος του χρόνου (συνήθως το Δεκέμβρη)
 
24/2/1997