
“Quoting the great Buddhist master Nāgārjuna Dōgen says that the zazen of non-Buddhists has the flaw of attachment to experiences and wrong views, while the zazen of Buddhists in quest of individual salvation has the flaw of aspiration for self-tranquilisation and aiming for extinction”.
(from: “Shōbōgenzō. Zen Essays by Dōgen”, transl. by T. Cleary, Univ. of Hawaii Press, 1986)
Αν μόνο μπορούσες να απολογηθείς, θα 'χα τη χαρά να σε συγχωρήσω και ν’ απολογηθώ και εγώ με τη σειρά μου. Ή μήπως η περηφάνια μου μπαίνει στη μέση? Πως να δώσω όμως μια συγγνώμη σε κάποιον που δεν τη χρειάζεται, ή κι αν τη χρειάζεται δεν την απαιτεί;
Θα 'θελα ν’ αφήσω εδώ την αγάπη και το μίσος μου για σένα, σαν υπερβολικά συναισθήματα που είναι δεν αντέχω να τα κουβαλήσω μαζί μου πίσω. Στην Ελλάδα θα 'χω άλλα κομμάτια μου από το παρελθόν ν’ αντιμετωπίσω, κι ωστόσο το φορτίο μου αντί να γίνεται ελαφρύτερο γίνεται βαρύτερο.
Είναι κάποιος καιρός τώρα που συμφιλιώθηκα με την ιδέα της πληρωμής των χρεών μου, όχι ότι δε με πονά πότε-πότε αλλά τουλάχιστον αναγνωρίζω τη σημασία της. Στο κάτω-κάτω άδικα ήρθαν να με βρουν όλοι αυτοί οι agents of fortune? Όσο ατελείς κι αν είμαστε κουβαλάμε πάντα ένα μήνυμα, αν όχι για μας τους ίδιους, ίσως για κάποιον άλλον. Δε γνωρίζουμε συνηθέστατα το περιεχόμενο, δε γνωρίζουμε τον άλλον, όμως σχεδόν πάντα στη διάρκεια της ζωής μας πραγματοποιείται η συνάντηση, -κι αν ήθελα τώρα να είμαι πιο ακριβής, θα μιλούσα για συναντήσεις που λαμβάνουν χώρα κάθε στιγμή χωρίς να είμαστε καν σε θέση να το συνειδητοποιήσουμε-, παραδίδεται τα μήνυμα ακόμη κι όταν αυτός που το παίρνει ούτε καν το αντιλαμβάνεται. Απομένει τώρα η αποκρυπτογράφηση του μηνύματος κι αυτό είναι δύσκολη δουλειά. Όμως αισθάνομαι πως βρίσκομαι στο σωστό δρόμο, μένει μόνο να το αποδεχτώ. Είναι πολύ σκληρό να το αποδεχτώ, αλλά και πάλι φαίνεται μάταιο πια να βουτήξω στη θάλασσα για να ξεφύγω, όπως ο προφήτης Ιωνάς θα καταλήξω στην κοιλιά του κήτους.
Εξάλλου δεν ξεφεύγουμε ποτέ, ο εχθρός (;) είναι μέσα μας. Με πονάει πολύ να παραδέχομαι the inevitability of the thing. Πληγώνει τον ευαίσθητο, ανεξάρτητο, κακομαθημένο, επαναστατημένο εαυτό μου όμως δεν προσπαθώ πια με την ίδια μανία να τον καταστρέψω. Don’t indulge, don’t destroy. Ανάμεσα στα δυο άκρα θα πρέπει να κινηθώ ζώντας παράλληλα my life fully. Και δε θα μου επιτραπεί πια να λυπηθώ την προσπάθεια, γιατί αυτή η προσπάθεια θα απαιτηθεί σε κάθε μου βήμα, κι αφού έχω τελικά όλη αυτή την ενέργεια θα ήταν άδικο να μη την αποδώσω. Δικαιοσύνη;
Πρέπει να κλείσω τους λογαριασμούς μου μαζί σου αγαπημένε μου. Πρέπει να μου δώσεις την ευκαιρία να σου ζητήσω συγγνώμη. Ευχήθηκα τον θάνατό σου, και το χειρότερο, λίγο στ’ αστεία, λίγο στα σοβαρά στο φώναξα κατάμουτρα. Σε δυο βδομάδες, όταν μετά την τελετή της παραμονής θα σας δεχτώ στο αποχαιρετιστήριο party μου θα στα φωνάξω αυτό σιωπηλά. Μην αποφύγεις τη ματιά μου αυτή τη φορά. Σε παρακαλώ. Είναι ίσως μάταιο που θέλω ή πιστεύω πως έτσι μπορεί να σωθώ ακόμα και την τελευταία στιγμή από την οδύνη που θα πάρω μαζί μου όμως έχω την συνείδηση πια πως είναι παράλογο, καταστροφικό να προκαλούμε τόση αδικαιολόγητη λύπη στον εαυτό μας. Σε πονάει άραγε και σένα? αναρωτιέμαι μα απάντηση δεν είναι δυνατό να πάρω. Ίσως δεν συγκεντρώνομαι αρκετά στο πρόσωπό σου. Μπορώ να ελέγχω το μίσος μου πια αλλά ακόμη δεν έχω φτάσει στο σημείο που η σκέψη σου δεν θα με ταράζει.
Υ. Γ. Ο Q. δεν ήρθε στο party μου, κι όταν ήρθε τελικά στο party που έκανε το lab για μένα και προσπάθησε μεθυσμένος, αδέξια, να μου εξηγήσει πως όλον αυτόν τον καιρό δε με μισούσε, δεν του το επέτρεψα. Επτά χρόνια μετά, επιστρέφοντας στο Τόκιο, μιλήσαμε στο τηλέφωνο μετά από απαίτηση και παρουσία του καθηγητή μου που το διασκέδαζε ολοφάνερα. Δυο αμήχανοι ξένοι που δεν αντάλλαξαν ποτέ κανένα απολύτως μήνυμα.
(*) παρενόχληση/εκφοβισμός
16/3/1997, 2008
(from: “Shōbōgenzō. Zen Essays by Dōgen”, transl. by T. Cleary, Univ. of Hawaii Press, 1986)
Αν μόνο μπορούσες να απολογηθείς, θα 'χα τη χαρά να σε συγχωρήσω και ν’ απολογηθώ και εγώ με τη σειρά μου. Ή μήπως η περηφάνια μου μπαίνει στη μέση? Πως να δώσω όμως μια συγγνώμη σε κάποιον που δεν τη χρειάζεται, ή κι αν τη χρειάζεται δεν την απαιτεί;
Θα 'θελα ν’ αφήσω εδώ την αγάπη και το μίσος μου για σένα, σαν υπερβολικά συναισθήματα που είναι δεν αντέχω να τα κουβαλήσω μαζί μου πίσω. Στην Ελλάδα θα 'χω άλλα κομμάτια μου από το παρελθόν ν’ αντιμετωπίσω, κι ωστόσο το φορτίο μου αντί να γίνεται ελαφρύτερο γίνεται βαρύτερο.
Είναι κάποιος καιρός τώρα που συμφιλιώθηκα με την ιδέα της πληρωμής των χρεών μου, όχι ότι δε με πονά πότε-πότε αλλά τουλάχιστον αναγνωρίζω τη σημασία της. Στο κάτω-κάτω άδικα ήρθαν να με βρουν όλοι αυτοί οι agents of fortune? Όσο ατελείς κι αν είμαστε κουβαλάμε πάντα ένα μήνυμα, αν όχι για μας τους ίδιους, ίσως για κάποιον άλλον. Δε γνωρίζουμε συνηθέστατα το περιεχόμενο, δε γνωρίζουμε τον άλλον, όμως σχεδόν πάντα στη διάρκεια της ζωής μας πραγματοποιείται η συνάντηση, -κι αν ήθελα τώρα να είμαι πιο ακριβής, θα μιλούσα για συναντήσεις που λαμβάνουν χώρα κάθε στιγμή χωρίς να είμαστε καν σε θέση να το συνειδητοποιήσουμε-, παραδίδεται τα μήνυμα ακόμη κι όταν αυτός που το παίρνει ούτε καν το αντιλαμβάνεται. Απομένει τώρα η αποκρυπτογράφηση του μηνύματος κι αυτό είναι δύσκολη δουλειά. Όμως αισθάνομαι πως βρίσκομαι στο σωστό δρόμο, μένει μόνο να το αποδεχτώ. Είναι πολύ σκληρό να το αποδεχτώ, αλλά και πάλι φαίνεται μάταιο πια να βουτήξω στη θάλασσα για να ξεφύγω, όπως ο προφήτης Ιωνάς θα καταλήξω στην κοιλιά του κήτους.
Εξάλλου δεν ξεφεύγουμε ποτέ, ο εχθρός (;) είναι μέσα μας. Με πονάει πολύ να παραδέχομαι the inevitability of the thing. Πληγώνει τον ευαίσθητο, ανεξάρτητο, κακομαθημένο, επαναστατημένο εαυτό μου όμως δεν προσπαθώ πια με την ίδια μανία να τον καταστρέψω. Don’t indulge, don’t destroy. Ανάμεσα στα δυο άκρα θα πρέπει να κινηθώ ζώντας παράλληλα my life fully. Και δε θα μου επιτραπεί πια να λυπηθώ την προσπάθεια, γιατί αυτή η προσπάθεια θα απαιτηθεί σε κάθε μου βήμα, κι αφού έχω τελικά όλη αυτή την ενέργεια θα ήταν άδικο να μη την αποδώσω. Δικαιοσύνη;
Πρέπει να κλείσω τους λογαριασμούς μου μαζί σου αγαπημένε μου. Πρέπει να μου δώσεις την ευκαιρία να σου ζητήσω συγγνώμη. Ευχήθηκα τον θάνατό σου, και το χειρότερο, λίγο στ’ αστεία, λίγο στα σοβαρά στο φώναξα κατάμουτρα. Σε δυο βδομάδες, όταν μετά την τελετή της παραμονής θα σας δεχτώ στο αποχαιρετιστήριο party μου θα στα φωνάξω αυτό σιωπηλά. Μην αποφύγεις τη ματιά μου αυτή τη φορά. Σε παρακαλώ. Είναι ίσως μάταιο που θέλω ή πιστεύω πως έτσι μπορεί να σωθώ ακόμα και την τελευταία στιγμή από την οδύνη που θα πάρω μαζί μου όμως έχω την συνείδηση πια πως είναι παράλογο, καταστροφικό να προκαλούμε τόση αδικαιολόγητη λύπη στον εαυτό μας. Σε πονάει άραγε και σένα? αναρωτιέμαι μα απάντηση δεν είναι δυνατό να πάρω. Ίσως δεν συγκεντρώνομαι αρκετά στο πρόσωπό σου. Μπορώ να ελέγχω το μίσος μου πια αλλά ακόμη δεν έχω φτάσει στο σημείο που η σκέψη σου δεν θα με ταράζει.
Υ. Γ. Ο Q. δεν ήρθε στο party μου, κι όταν ήρθε τελικά στο party που έκανε το lab για μένα και προσπάθησε μεθυσμένος, αδέξια, να μου εξηγήσει πως όλον αυτόν τον καιρό δε με μισούσε, δεν του το επέτρεψα. Επτά χρόνια μετά, επιστρέφοντας στο Τόκιο, μιλήσαμε στο τηλέφωνο μετά από απαίτηση και παρουσία του καθηγητή μου που το διασκέδαζε ολοφάνερα. Δυο αμήχανοι ξένοι που δεν αντάλλαξαν ποτέ κανένα απολύτως μήνυμα.
(*) παρενόχληση/εκφοβισμός
16/3/1997, 2008