Tuesday, February 23, 2010

Άλλο ένα δυστύχημα


Ο ήλιος έμπαινε υπό γωνία από ψηλά στο κλειστό γήπεδο μπάσκετ ενός ιδιωτικού σχολείου της σειράς. Σ’ όλο το μήκος της λωρίδας του παρκέ που λουζόταν στο απογευματινό φως χόρευε η σκόνη. Έξω απ’ αυτή σε πρώτο πλάνο βρίσκονταν δυο αγόρια γύρω στα δώδεκα, όλο αγκώνες και γόνατα αδέξια μασκαρεμένα με κιμονό: το αγόρι με το αντρικό κιμονό πεσμένο στα γόνατα μπροστά στο αγόρι που φορούσε το γυναικείο. Στο βάθος σκυμμένη πάνω από ένα τραπεζάκι με διπλωμένο ακόμα ένα αντρικό κιμονό, ένα καπέλο από ψάθα και με την πλάτη γυρισμένη στα παιδιά, στεκόταν η μικροσκοπική γιαπωνέζα δασκάλα τους. Δίπλα της γυάλιζε περασμένο μόνο ένα χέρι ένα κομμάτι απ’ το σκηνικό που έμοιαζε με τα Π που χρησιμοποιούν οι ηλικιωμένοι κι όσοι έχουν κινητικά προβλήματα.

Λίγο πριν η γυναίκα βυθιστεί στις σημειώσεις της είχε ζητήσει απ’ τον Αλέξανδρο «να κουμπώσει, αν έχει την καλοσύνη, τα τάμπι (1) του Νεκτάλιου (2)», που δυστυχώς σ’ αυτή την τελευταία πρόβα είχε ‘ρθει με μπανταρισμένο το δεξί γόνατο μετά απ’ την τούμπα που ‘χε φάει με τα πατίνια. Ο Αλέξανδρος είχε συμμορφωθεί θέλοντας και μη μα το ‘φερνε βαριά • ο κολλητός του τον κοίταζε θριαμβευτικά αφ ‘υψηλού όση ώρα παιδευόταν με τις τοσοδούλικες κόπιτσες, πότε-πότε μάλιστα δεν άντεχε στον πειρασμό να του κουνηθεί και να του ψιθυρίσει χασκογελώντας αφού η Ένγκι-σενσέε (3) βρισκόταν σε ασφαλή απόσταση: «πάρε μας μια πίπα, man!».

Στο τέλος ο Αλέξανδρος δεν άντεξε. Kουμπώνοντας και την τελευταία σήκωσε τα μάτια και με σφυριχτή κακία του την έχωσε εκεί πού ήξερε πως τον πονάει: «εσύ ρε μαλάκα να κοιτάς τη μάνα σου τη psychο που με τις μαλακίες της θα σε κάνει πούστη ρε!».

Ο Νεκτάριος πήρε ανάποδες, άλλαξε το βάρος στο δεξί πόδι κι ας πονούσε, κι ετοιμάστηκε να του βαρέσει κλωτσιά με το γερό αλλά δεν του βγήκε. Ανοιγμένη μύτη, σπασμένα δόντια, δάκρυα και γυαλιά απέμειναν ακυρωμένα στην οθόνη της φαντασίας του. «Γιατί ρε μαλάκα? εσύ τι φοράς?».

Ο Αλέξανδρος πούχε οπισθοχωρήσει εκτός του πεδίου βολής διατηρούσε την έκφραση αηδίας: «εγώ ρε μαλάκα δε ντύθηκα πριγκίπισα...».

Όλη αυτή η πνιχτή αντιδικία σκέπασε το σούρσιμο πούκαναν τα χαρτιά της σενσέε που γύρισε προς τα παιδιά χαμηλώνοντας κι άλλο τα γυαλιά της στην άκρη της μύτης της. Ήξερε. Ήξερε πως τα παιδιά, τώρα παγωμένα σε στάση άμυνας/επίθεσης όπως σε πολεμικό δράμα εποχής, δεν ενδιαφέρονταν για τα γιαπωνέζικα. Με τη γλώσσα τα πήγαιναν και οι δυο άσχημα, προπαντός ο Αλέξανδρος. Η σενσέε υποψιαζόταν πως με κάποιον μυστηριώδη τρόπο είχαν ψυχαναγκαστεί να παρακολουθούν ανελλιπώς τα μαθήματα, πόσο μάλλον να πάρουν μέρος σ’ ένα τόσο φιλόδοξο project: Πέντε σκηνές από ισάριθμα έργα του θεάτρου No. Η πρόβα γινόταν για ένα από τα πιο γνωστά: “Το Πηγάδι”, γραμμένο από τον μεγάλο Ζεάμι.

Όταν ήταν νέα η Ένγκι-σενσέε βαριόταν πολύ ο,τιδήποτε είχε να κάνει με τη δική της κουλτούρα. Γρήγορα δραπέτευσε για σπουδές στην Αυστρία, αντάλλαξε τη γλώσσα της πρώτα με μία και μετά το γάμο της που την έφερε τελικά στην Ελλάδα, και με δεύτερη. Της πήρε χρόνια να συμφιλιωθεί με ό,τι είχε τόσο απόλυτα απορρίψει αλλά όσο ο καιρός περνούσε κι οι διαφορές ανάμεσα σ’ αυτό που δεν είχε καταφέρει ν’ αλλάξει απ’ τον παλιό της εαυτό και το θετό της περιβάλλον μεγάλωναν, άρχισε να επιστρέφει στην Ιαπωνία τουλάχιστον μια φορά το χρόνο. Οι κόρες της είχαν πια μεγαλώσει άλλωστε. Εξωτερικά ήταν τέλειες γιαπωνέζες όμως μιλούσαν μόνο ελληνικά και το ενδιαφέρον για τη χώρα της μητέρας τους ήταν επιφανειακό.

Τώρα καθώς η σενσέε με τραβηγμένο στόμα παρατηρούσε τους μαθητές της ξαναθυμήθηκε πόσο πολύ την πείραζε ακόμα και σήμερα που δεν είχε γιους. Στ’ αγόρια τα συγχωρούσε όλα, προχώρησε προς το μέρος τους λοιπόν παραμερίζοντας αποφασιστικά τη μόνιμη απογοήτευσή της, από τις κόρες της, τον άντρα της, τη δουλειά της, τέλος από αυτή τη χώρα που όσο γερνούσε τόσο λιγότερο άντεχε και καταλάβαινε.

«Να, εδώ, έχω φέρει ο-σέμπε (4). Να κάνουμε διάλειμμα πέντε λεπτά», έγνεψε με το χεράκι της προχωρώντας κατά πάνω μας σκέφτηκε ο Νεκτάριος και ξεκλειδώθηκε από τη θέση επίθεσης. Του θύμιζε πουλί η δασκάλα κάθε φορά που έκανε την παραμικρή κίνηση και τώρα δα ερχόταν βιαστικά προς το μέρος τους με στραβά βηματάκια σαν πληγωμένος γλάρος.

Σαν εκείνον τον αιγαιόγλαρο –όπως είχε αποδειχτεί- που είχε βρει στο νησί με σπασμένο το κόκκινο ράμφος του που τον ξεχώριζε από τα πιο συνηθισμένα ξαδέρφια του. Με τη μητέρα του τον είχαν βάλει σ’ ένα κουτί, τον είχαν φροντίσει με υπερβάλλοντα ζήλο και είχαν σκοπό να τον πάνε στον Πειραιά για να τον παραλάβει κάποιος από το Κέντρο Περίθαλψης Άγριων Ζώων στην Αίγινα, όταν κι ενώ φαινόταν να πηγαίνει καλύτερα το πουλί πέθανε.

Είχε συνδυάσει αυτή τη θλιβερή ανάμνηση με τα πουλιά και όσους του τα θύμιζαν όπως η σουβλερή, οστεοπορωμένη γιαπωνέζα, έτσι κάθε φορά που βρισκόταν κοντά της ανάσαινε βαθιά και σκοτείνιαζαν τα μάτια του μεμιάς, όμως ήταν αδύνατον για κείνη να το ξέρει• πίστευε πως τον έφερνε σε αμηχανία που ήταν τόσο κακός μαθητής κι ας διάβαζε απ’ ότι τουλάχιστον έλεγε η μητέρα του.

Η δασκάλα έκανε μεταβολή αυτή τη φορά για να ψάξει με θόρυβο στη τσάντα της απ’ όπου ανέσυρε μερικά κομματιασμένα κρακεράκια τυλιγμένα σε ατομικές συσκευασίες.

«Να Νεκτάλιε, έλα να πάρεις κι εσύ Αλέξανδρε». Ο Αλέξανδρος που είχε κρατηθεί πιο πίσω πλησίασε αργά, του φαινόταν πως η δασκάλα δεν τον συμπαθούσε. Όλο τον Νεκτάριο φωναζε πρώτο κι ας έλεγε χάλια τ’ όνομά του. Άπλωσε το χέρι να πάρει τα τρίμματα, είπε μασημένα επειδή ντρεπόταν «arigatoo» (5) ρίχνοντας μια λοξή ματιά μες απ’ τα γυαλιά του στον μουτρωμένο κολλητό του τώρα που τα μανίκια τους αγγίζονταν χωρίς όμως να καταφέρει να πιάσει το βλέμμα του.

Είχαν κι οι τρεις πλησιάσει, σαν αντίδωρα κράτησαν σιωπηλά όπως σε ιεροτελεστία τα σέμπε τους πριν αρχίσουν να τα τρώνε. Κρατσανίζανε κι ο θόρυβος φτερούγισε ψηλά, πάλι σαν γλάρος σκέφτηκε ο Νεκτάριος και χαμήλωσε κι άλλο το βλέμμα. Ο καθένας φάνηκε να βυθίζεται απότομα στις δικές του σκέψεις.

Για λίγο μόνο, όση ώρα κράτησε το μάσημα δηλαδή, πήραν αυτές το πάνω χέρι. Βιαστικές τραβούσαν τους μπερδεμένους δρόμους τους ξέροντας καλά πως μόλις τελειώσει το διάλειμμα θα ’πρεπε να καταχωνιαστούν ξανά σε κάποια άκρη.

Τον Νεκτάριο η σκέψη του τον τράβηξε πίσω σε κάποια παλιά αλλά καθόλου ξεχασμένα μονοπάτια περνώντας τον με άνεση από το κουτί με το γλάρο σ’ ένα απόγευμα που φυσούσε δυνατά στην αρχή των διακοπών στη Νίσυρο πριν βρουν το πουλί. Θυμόταν καθαρά τις λεπτομέρειες γιατί ήταν οι τελευταίες διακοπές που έκαναν όλοι μαζί σαν οικογένεια. Εκείνο το απόγευμα λοιπόν είχαν σταθεί οι γονείς του να βγάλουν φωτογραφίες τον ήλιο που βούταγε κατακόκκινος στη θάλασσα κι εκείνος έτρεξε να τους κρυφτεί λίγο πιο πέρα όταν πέρασε σχεδόν από πάνω του χωρίς να τον προσέξει ένας άντρας με τόσο αγριεμένο πρόσωπο που παραλίγο να βάλει τις φωνές και να προδοθεί. Θυμόταν πόσο τον είχαν τρομοκρατήσει εκτός από την έκφρασή του τα μακριά μαλλιά του αγνώστου που στριφογύριζαν σα φίδια στον αέρα γύρω απ’ το σκελετωμένο του πρόσωπό και το σκουλαρίκι του, μακρύ κι αυτό• αν τον έβλεπε σήμερα ο Νεκτάριος θα τον θεωρούσε super, όμως τότε…Η ανάμνηση αυτή άρχισε ένα χαμόγελο στα χείλη του που κράτησε όσο να καταπιεί. Με το τέλος εκείνου του καλοκαιριού πήγε να μείνει με τον πατέρα του όπως ήταν η συμφωνία. Δίπλα σε εκείνον που μέχρι τότε είχε παίξει βοηθητικό ρόλο στη ζωή του μεγάλωσε χωρίς πολλή επιτήρηση, πετώντας μπόϊ, μοιάζοντάς του παρά τη θέλησή του όλο και περισσότερο, ήδη πρώιμος νοσταλγός των παλιών καλών ημερών της ζωής με τη μητέρα του.

Οι σκέψεις των άλλων δυό κατά κάποιον τρόπο σύγκλιναν πάνω του. Της δασκάλας καθώς αγκάλιαζε και τα δυο αγόρια και τον συμπεριλάμβανε δίνοντάς του μάλιστα την πρώτη θέση, και του Αλέξανδρου γιατί για εκείνον το ενδιαφέρον για τον φίλο του άγγιζε τα όρια του κολλήματος. Ο Νεκτάριος ήταν η αιτία που μάθαινε γιαπωνέζικα. Ήταν βέβαια cool και τα κορίτσια γούσταραν αλλά πάνω απ’ όλα ήταν η επιθυμία του Νεκτάριου που υπαγόρεψε την απόφασή του, μια επιθυμία φλογερή όσο και ακατανόητη. Ο Νεκτάριος δεν ήταν ποτέ πρόθυμος να εξηγήσει στον κολλητό του γιατί την έβρισκε να παιδεύεται με μια τέτοια γλώσσα τη στιγμή μάλιστα που είχε το προνόμιο μιας δεύτερης «πατρικής»: ήταν μισός Γάλλος.

Ο Αλέξανδρος διαισθανόταν, –ήταν από φυσικού του ευαίσθητος δέκτης μηνυμάτων από το περιβάλλον του-, χωρίς ωστόσο να καλοκαταλαβαίνει πως η γλώσσα για τον φίλο του δεν ήταν αγγαρεία ή ιδιοτροπία, αφού μάλιστα δεν τα κατάφερνε κιόλας, αλλά ένα κάλεσμα σχεδόν μυστηριώδες. Το διάβασμα της αρκούδας έριχνε κατά δική του ομολογία αλλά πάλι δεν κατάφερνε να θυμηθεί ποτέ πάνω από πέντε συνεχόμενα κάντζι τη φορά. Σαν η εκμάθηση των καινούργιων να ‘σβυνε τα παλιότερα από τον περιορισμένο χώρο που τους αναλογούσε στο κεφάλι του.

Τον ίδιο τον Αλέξανδρο δεν τον πείραζε καθόλου που τα πήγαινε ακόμα χειρότερα. Μόνο ντρεπόταν λίγο στα προφορικά γιατί στο μυαλό του είχε πάντα τον Beat Takeshi στη Σονατίνα, –την αγαπημένη ταινία του Νεκτάριου-, και είναι λόγος τώρα αυτός να μαθαίνεις τη γλώσσα για τον Takeshi και τα manga? Αγριωπή και γελοία μαζί του φαινόταν αλλά συνέχιζε. Συνέχιζε να υποκρίνεται πως μαθαίνει, πως διαβάζει δίπλα στον κολλητό του δυο φορές τη βδομάδα μετά το σχολείο και μερικές φορές και τα σαββατοκύριακα όταν δεν είχαν μπάσκετ πότε στη βιβλιοθήκη και πότε στο σπίτι του πατέρα του Νεκτάριου. Τα παιδιά συχνά έμεναν μαζί μόνα τα βράδια του Σαββάτου σ’ ένα σπίτι όπου αντίθετα με ό,τι συνέβαινε αλλού τίποτα δεν απαγορευόταν: να βλέπεις συνέχεια τηλεόραση, να παίζεις για ώρες παιχνίδια στο κομπιούτερ, να τρως μόνο pizza και τελευταία, να καπνίζεις και να πίνεις.

Η μητέρα του Αλέξανδρου βέβαια δε μπορούσε να το χωνέψει, ο γιος της ήταν αδύνατος μαθητής, τον χρόνο που έχανε με την «άχρηστη γλώσσα» (να ήταν τουλάχιστον κινέζικα...) θα μπορούσε να τον αφιερώνει στο διάβασμα. Παρ’ όλ’ αυτά τον είχε αφήσει ελεύθερο να κάνει το μοναδικό πράγμα για το οποίο είχε εκφράσει ενδιαφέρον. Δύσκολα θα έλεγε η κυρία Χρυσούλα όχι στον μοναχογιό της • μόλις δυο χρόνια πριν είχαν χάσει τον πατέρα του σ’ ένα φριχτό τροχαίο δυστύχημα που γι’ αυτό δε μιλούσαν ποτέ στο σπίτι. Το παιδί, πάντα μαζεμένο, είχε κλειστεί ακόμα περισσότερο στον εαυτό του. Μόνο με τον Νεκτάριο είχαν μείνει κατεβασμένες οι γέφυρες. Η κυρία Χρυσούλα είχε θρηνήσει την σταδιακή απομάκρυνση του γιου της αφού πρώτα είχε καταβάλλει κάθε προσπάθεια να τον ξαναφέρει κοντά της ώσπου τελικά έριξε την ευθύνη στο δυστύχημα και στην κακή συγκυρία της απαρχής της εφηβείας του. Καθόλου δεν της περνούσε απ’ το μυαλό πως ο Αλέξανδρος ντρεπόταν για τη δουλειά της• μετά τον θάνατο του άντρα της είχε περάσει στα χέρια της το μαγαζί του που διατηρούσε σε κεντρικό σημείο της γειτονιάς: τώρα η κυρία Χρυσούλα πουλούσε πυτζάμες, κάλτσες και σώβρακα.

Ο γιος της πάντως αυτή την στιγμή αυτομαστιγωνόταν με διαφορά φάσης επειδή είχε ανταποδώσει με προσωπική επίθεση το απλό πείραγμα του φίλου του• όπως έκανε πάντα ο Νεκτάριος θα θύμωνε για τουλάχιστον δυο μέρες και θα τον τιμωρούσε αγνοώντας τον. Αυτή η συμπεριφορά του, κάθε φορά σα να ήταν η πρώτη, έκανε χώμα τον Αλέξανδρο.

[…]

Tυλιγμένος σ’ εκείνη την καλοκαιρινή ανάμνηση ο Νεκτάριος έκανε ένα βήμα πίσω πατώντας αφηρημένα με το χτυπημένο πόδι του τα τρίμματα από το κρακεράκι. Ούτε που το κατάλαβε πως γλίστρησε, σαν σε αργή κίνηση του φάνηκε πως με κάποιον τρόπο έπεφτε από κάπου πολύ ψηλότερα κι από παντού τον κύκλωσε μυρωδιά από θειάφι• όλα έγιναν κίτρινα. Η αλήθεια όμως είναι πως τη στιγμή που θα κρίνει τα πάντα, δηλαδή όλη εκείνη την ατέλειωτη ώρα που θα ’κανε ο αριστερός του κρόταφος να συναντηθεί με ορμή με τη γωνία του σκηνικού ο Νεκτάριος έπεφτε με φόρα στο πηγάδι. Από κίτρινα όλα βάφτηκαν μαύρα.

Απόσπασμα από ένα σχέδιο για βιβλίο: To Πηγάδι, (2002- ) με αναφορά σε ένα από τα γνωστότερα θεατρικά έργα Νο του Ζεάμι (1363-1443) Ιzutsu.(http://en.wikipedia.org/wiki/Zeami_Motokiyo)
Είχα την τύχη να δω το έργο στην Εθνική Σκηνή Νο του Τόκιο το 1995 (http://deplaced.blogspot.com/2008/04/she-dances-then-vanishes-at-dawn.html)
και στην Αθήνα το 1999 με Λαζαρίδου και Μπακιρτζή, σε μια παράσταση του ΑπoΜηχανής που παρότι δεν ακολουθούσε το πρωτότυπο βασιζόταν στην ελληνική απόδοση του Ε. Σοφρά, Το φιλιατρό του πηγαδιού, (Ροδακιό 1992) που αγνοούσα ως τότε.


1.λευκά καλτσάκια που κουμπώνουν με κόπιτσες στον αστράγαλο κι έχουν χωριστή θέση για το μεγάλο δάχτυλο
2.κλασική δυσκολία διάκρισης των γιαπωνέζων μεταξύ λ και ρ
3.το επίθετο της δασκάλας: τύχη/οιωνός
4.κρακεράκια ρυζιού
5.ευχαριστώ


more...

Friday, February 12, 2010

Το κόντυμα

Untitled, by TakaoTakahashi

Η όχι πιά νέα μεταφράστρια γαλλικών Ιωάννα ετοίμαζε τα χειμωνιάτικα ρούχα για το πατάρι όταν ένιωσε μια απότομη κούραση που την ανάγκασε να καθήσει στην άκρη του κρεβατιού. Τόση θλίψη είχε μέσα της αυτή η κούραση που βούλιαξε το δωμάτιο ξαφνικά στο σκοτάδι. Αν και ήξερε πολύ καλά γιατί της συνέβαινε αυτό πάλι δε μπορούσε να κάνει κάτι για να σταματήσει την άσχημη γεύση που από τον λαιμό της ανέβαινε ορμητικά στα ρουθούνια κάνοντας την κρεβατοκάμαρα να μυρίζει σα χαλασμένο αυγό. Γρήγορα φουσκώνοντας η αίσθηση βρέθηκε στα μάτια της: αγκαλιάζοντας σφιχτά το ρούχο που έτυχε να κρατά στα χέρια σα να ‘σφιγγε τον ίδιο τον πρώην -εδώ κι ένα μήνα- εραστή της έπεσαν οι ώμοι της κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς.

Μέσα απ’ την κουρτίνα με τα δάκρυα το δωμάτιο ανεβοκατέβαινε κομμένο σε φέτες. Η Ιωάννα πάλευε να πάρει ανάσα ενώ τ’ αναφιλητά ανακατεύονταν με τους τακτικούς κτύπους από το ρολόι του σαλονιού καταστρέφοντας τον ρυθμό τους. Το σπίτι βουβό με τα πατζούρια κλειστά χώνεψε τη λυπημένη κακοφωνία για όση ώρα κράτησε. Λιτά έπιπλα, λευκοί τοίχοι, κι ένα ψάθινο χαλί που σε μια άκρη του είχε παραπέσει μια πρόσκληση από τον «Σύνδεσμο για την προώθηση της Ελληνο-Ιαπωνικής φιλίας» για «Πέντε διάσημες σκηνές από έργα του θεάτρου No», αλλά προπαντός το χαμηλό κρεβάτι με τα σοβαρά σκούρα μπλε μαξιλάρια του, έδειξαν κατανόηση γι’ άλλη μια φορά, κατάπιαν το κλάμα και το παράπονο όπως έκαναν τον τελευταίο καιρό σχεδόν μέρα παρά μέρα. Ούτε κιχ δε βγήκε προς τη γειτονιά, στον ήσυχο μεσημεριάτικο δρόμο, ούτε καν στο διπλανό διαμέρισμα όπου ωστόσο η κουφή χήρα στρατηγού υπήρχε μικρή πιθανότητα να ενοχληθεί.

Από σύμπτωση τώρα βρέθηκε να κρατά η Ιωάννα την ώρα της ταραχής της και να σφίγγει μέχρι που ασπρίσανε οι κόμποι στα χέρια της και μπήχτηκαν τα φαγωμένα νύχια της στις παλάμες, το παντελόνι από μια φόρμα γυμναστικής που συνήθιζε να φορά ο Άγγελος όταν έμενε σπίτι τα σαβατοκύριακα. Αν και θα ‘ταν αναμενόμενο να έχει αρχίσει να κλαίει αφού το είχε δει, είχε συμβεί ακριβώς το ανάποδο. Να ‘ταν μια υποψία μυρωδιάς δικής του, επίμονα διατηρημένης ακόμα και μετά την τυραννία του πλυσίματος στο πλυντήριο με απορρυπαντικό, αποσκληρυντικό και μαλακτικό με άρωμα πορτοκάλι μαζί, που τρύπωσε χωρίς να την πάρει κανείς χαμπάρι στο υποσυνείδητο της Ιωάννας την ώρα που ανακάτευε αφηρημένη τα ασιδέρωτα ρούχα? Το βέβαιο είναι πως η στιγμή της ανακάλυψης έδωσε το έναυσμα για έναν νέο γύρο κλάματος πιο γοερό και πιο απελπισμένο από τον προηγούμενο.

Στο τέλος, όταν το σπίτι σε αμηχανία είχε αρχίσει να εγκαταλείπει την προσπάθεια να κρατήσει ιδιωτικό τον νευρικό παροξυσμό, που κομμάτια του είχαν ήδη ξεφύγει στον δρόμο σταματώντας για λίγο τον Αλβανό του ισογείου που έπλενε το αμάξι του με το λάστιχο στο χέρι και ενοχλώντας στον ύπνο της ως και τη χήρα στρατηγού που ξάπλωνε με την πλάτη στο κεφαλάρι του κρεβατιού της, η Ιωάννα κατέρρευσε. Έγειρε απότομα πάνω στα μαξιλάρια με το ρούχο πάντα αγκαλιά, έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό που έμοιαζε με λόξυγγα, ρούφηξε με δύναμη τη μύτη της και σταμάτησε το θολωμένο βλέμμα της καρφωτά στο ταβάνι. Γύριζε, γύριζε το ταβάνι μαζί κι ο ανεμιστήρας οροφής κι ο κόσμος όλος καθώς η ησυχία επέστρεφε στο αναστατωμένο τοπίο της κρεβατοκάμαρας.

Από ψηλά, αν ήταν δυνατό να παρατηρεί κανείς σταθερά το δωμάτιο στην διάρκεια του περασμένου χρόνου, δε θα μπορούσε παρά να συγκρίνει νοερά την τωρινή μοναχική ακαταστασία της τακτοποίησης των χειμωνιάτικων, -και τις νοικοκυρίστικες ναφθαλίνες και λεβάντες που σύντομα θα ‘μπαιναν στην εικόνα-, με τις κεφάτες εκείνες ακαταστασίες που προέκυπταν μέχρι πολύ πρόσφατα τις βραδινές κυρίως ώρες αλλά και μέρα μεσημέρι, όταν η Ιωάννα με τον Άγγελο έπεφταν τρέχοντας στο κρεβάτι πετώντας τα ρούχα τους στις τέσσερις γωνιές. Η σύγκριση χωρίς άλλο θα τον μελαγχολούσε αυτόν τον αόρατο παρατηρητή, αν τύχαινε να υπάρχει φανταστικά σκαρφαλωμένος στον ανεμιστήρα οροφής που για καλή του τύχη παρέμενε εκτός λειτουργίας.

Είχε περάσει κιόλας ένας χρόνος πότε με γέλια πότε με δάκρυα, κι απ’ όλον αυτόν τον ξετρελλαμένο έρωτα δεν απέμενε παρά το άδειο παντελόνι μιας αντρικής φόρμας πάνω στην κοιλιά μιας περισσότερο νεκρής παρά ζωντανής γυναίκας, σωριασμένης διαγώνια σ’ ένα εγκαταλειμμένο πεδίο μάχης.

Κι ωστόσο είχε αρχίσει να συνέρχεται. Το ταβάνι καθάριζε, στο οπτικό της πεδίο ο ανεμιστήρας διαγραφόταν παρά το ημίφως με κάθε λεπτομέρεια. Δεν ανέπνεε βέβαια ακόμα κανονικά. Πάνω στο στήθος της μπορεί να είχε έρθει να καθίσει το πειραχτήρι εκείνο φαντασματάκι, το zashiki-bokko που φυλάει τα παλιά χωριατόσπιτα στις επαρχίες της Ιαπωνίας, όταν δεν βαραίνει τον ύπνο των μεγάλων ή δεν μεταφέρει τα κοιμισμένα παιδιά σε άλλα δωμάτια, κι ας μην ήταν το δικό της διαμέρισμα ούτε παλιό ούτε γιαπωνέζικο. Γιατί η Ιωάννα αγαπούσε ό,τι γιαπωνέζικο, το σπίτι ήταν γεμάτο από τα πειστήρια αυτής της αγάπης.

Την παρηγορούσε λοιπόν η ιδέα πως η αιτία για την προσωρινή της αδυναμία μπορεί και να είχε μια τέτοια προέλευση. Τον Άγγελο διάλεγε να μην τον θυμάται. Έμεινε ακίνητη, συγκεντρωμένη στο μικρό φάντασμα που μόνη η οριστική αποχώρησή του από το σπίτι συνιστά μεγαλύτερο κακό. «Πως να πετάξω το φάντασμα από πάνω μου χωρίς όμως και να το διώξω για πάντα?», τέτοιος ήταν ο προβληματισμός της όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Το κουδούνισμά του ανέτρεψε την φρεσκο-αποκτημένη ισορροπία, καθώς η Ιωάννα πετάχτηκε πάνω από ένστικτο, το φαντασματάκι δίχως άλλο έφαγε γερή τούμπα μέχρι την άκρη του κρεβατιού και σίγουρα κύλισε στο πάτωμα.

Στην άλλη άκρη της γραμμής δεν ήταν κανείς. Είχε ένα χτυποκάρδι όταν ξανάπιασε τη μουσκεμένη στα δάκρυα φόρμα που δεν της περίσσευε έννοια για την τύχη του, σα να μην τόχε σκεφτεί ποτέ, -και ήταν μια παράλογη σκέψη-, πέταξε από το μυαλό της. Μηχανικά επειδή δεν ήθελε ν' ανοίξει τα παντζούρια έσυρε το ρούχο πίσω της μέχρι το γραφείο όπου είχε ακόμα φως. «Τώρα τι να κάνω με δαύτη?», αναρωτήθηκε. «Στον Νεκτάριο πέφτει μακριά. Αλλά και να την κοντύνω αποκλείεται να τη φορέσει. Έχει ένα σωρό καλύτερες. Να την κρατήσω εγώ για μέσα στο σπίτι ή...», «να την κάψεις, να την κάνεις κομματάκια και να την πετάξεις στα σκουπίδια κι ακόμα πιο πέρα?», μια φωνούλα συμπλήρωσε μέσα της. Παρ' ότι η φωνούλα δεν είχε μιλήσει γιαπωνέζικα η Ιωάννα ήταν σίγουρη πως το μικρό στοιχειό την είχε ακολουθήσει στο δωμάτιο και διασκέδαζε με το δίλημμά της. Η ιδέα την παρηγόρησε γι' άλλη μια φορά, μέχρι που χάραξε ένα σχεδόν πονηρό χαμόγελο στο τραβηγμένο της πρόσωπο. Σήκωσε τη φόρμα ψηλά, την έψαξε καλά-καλά, μετά τη γύρισε ανάποδα και στρώθηκε να ξηλώνει το ένα μπατζάκι.

Πέρα δώθε πήγαινε το ψαλιδάκι στα χέρια της• «θα μπορούσα βέβαια και να την κόψω απλά κι ας μείνει με τα ξέφτια, γιατί να μπω σε τόσο κόπο?», ενώ συνέχιζε αφηρημένα. Το μονότονο πηγαινέλα του χεριού τη νανούριζε, έβαζε την παραγκωνισμένη λύπη της ξανά να κοιμηθεί. Όλα είχαν τελειώσει, και με το μυαλό της η Ιωάννα το καταλάβαινε φυσικά, ωστόσο τίποτα δεν τελειώνει όσο μένουμε ζωντανοί, έτσι? Υπήρχε πάντα η κακή στιγμή όσο κι αν μαλάκωνε ο πόνος με το χρόνο, να ξανανέβει στην επιφάνεια εκείνο που δεν αντέχουμε να θυμόμαστε. Η Ιωάννα υπολόγιζε ξαφνικά στο βάρος που έχουν τα γιαπωνέζικα φαντάσματα, τουλάχιστον τα λιγότερο μοχθηρά: θρονιασμένα πάνω στο στήθος, ακριβώς πάνω στην καρδιά, σπρώχνουν τη λύπη όλο και πιο μέσα, «πόσο πιο μέσα?», «μέχρι να βγει απ' την πλάτη!». Γέλασε μόνη της με την ανοησία της σκέψης της.

Μ' αυτά και μ’ αυτά είχε τελειώσει το μπατζάκι, τσίμπισε τις κλωστές που περίσσευαν κι έσκυψε από μια παρόρμηση που δεν έλεγχε από πάνω του λες και περίμενε να βρει κάτι στο σκοτεινό του βάθος. «Αν δεν την κουβάλαγα μέσα μου κι αν μπορούσα να την κρύψω κάπου έξω, εδώ θα την έθαβα τη λύπη μου», έσκυψε κι άλλο μέχρι που σχεδόν χώθηκε το μισό της κεφάλι μέσα. «Δε θέλω να την κουβαλάω κιόλας αλλά ούτε να τη χάσω για πάντα. Να μπορούσα μόνο να την κρύψω κάπου... », αφήνοντας έξω από το μπατζάκι μόνο το στόμα η Ιωάννα ξανάρχισε να κλαίει. Με τη μύτη και τα μάτια κλειστά της φάνηκε πως βουτούσε σε πηγάδι. 'Επεφτε απαλά αλλά και πάλι κρατιόταν στο χείλος. Δάκρυα ποτάμι, γοερά με αστραφτερό θόρυβο καταρράκτη προσγειώνονταν στον ξερό πάτο. Το πηγάδι γέμιζε αργά κι η δροσιά που ανέβαινε σε κύματα ανακούφιζε την Ιωάννα και την έκανε να κλαίει ακόμα πιό πολύ. Δεν είχε πιά σκοτάδι, το νερό με ορμή άναβε σπίθες στα τοιχώματα σ' όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. «Ο θυμός μου!», τον αναγνώρισε από τις κόκκινες αστραπές. «Αχ, ήθελα να πεθάνει, ήθελα να υποφέρει και μέχρι τώρα δεν τολμούσα να το παραδεχτώ!», πάλευε η αγάπη της με τον θυμό της και ήταν αδύνατον να πεις ποιος θα νικήσει.

Από τον βυθό σα να το ανέβαζε μια δύναμη ξένη απ' αυτό κινήθηκε μια άμορφη μάζα που γρήγορα πήρε χαρακτηριστικά κούκλας ή μωρού. Ήταν ακριβώς ό,τι είχε αποφύγει να σκεφτεί όλον αυτόν τον καιρό και τώρα το ‘βρισκε κάτω απ' τη μύτη της. Όμως δεν της έμενε άλλη φωνή, άλλα δάκρυα ή χέρια για να το θρηνήσει όπως του άξιζε, για να το πάρει στην αγκαλιά της• με το που σχηματοποιήθηκε «το πράγμα» άλλαξε πορεία και υπακούοντας σε άγνωστους νόμους άρχισε πάλι να κατεβαίνει προς τα κάτω μέχρι που διαλύθηκε χωρίς ν' αφήσει το παραμικρό ίχνος πίσω του.

Η Ιωάννα είχε προσεγγίσει την καρδιά της λύπης της. Ουρλιάζοντας με νέα μανία αποχαιρέτησε το τελευταίο και το πρώτο, αυτό που θα ήταν και δεν έγινε, αυτό που αν είχε γίνει ίσως ούτε πηγάδι, ούτε τέτοια λύπη θα ήταν δυνατά. Τη φόρμα που της είχε κατέβει στον λαιμό πνίγοντας τις κραυγές της, εμποδίζοντάς την ν' αναπνεύσει, την πέταξε με λύσσα από πάνω της. Με δύναμη εκείνη προσγειώθηκε στο γραφείο πετώντας στον αέρα διάφορα μικροπράγματα, ο χώρος γύρω από την καρέκλα της σπάρθηκε με καρφίτσες σ' όλες τις κλίσεις και τους σχηματισμούς. Η Ιωάννα δεν τολμούσε να κουνηθεί. Από την καρέκλα της τρέμοντας επιθεώρησε το ναρκοπέδιο τριγύρω.


Το video από την όπερα Salome του Richard Strauss (1864-1949), που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1905 στη Δρέσδη. Κλείσιμο της τελευταίας σκηνής 4 αρχίζοντας με την άρια 7 της Σαλώμης που απευθύνεται στο κομμένο κεφάλι του Ιωάννη, από το σημείο: «Αh! Warum hast du mich nicht angesehn, Jochanaan?». «Αχ! Γιατί ποτέ σου δε με κοίταξες, Ιωάννη;».

Απόσπασμα από ένα σχέδιο για βιβλίο: To Πηγάδι, (2002- ) με αναφορά σε ένα από τα γνωστότερα θεατρικά έργα Νο του Ζεάμι (1363-1443) Ιzutsu.
(http://en.wikipedia.org/wiki/Zeami_Motokiyo)
Είχα την τύχη να δω το έργο στην Εθνική Σκηνή Νο του Τόκιο το 1995 (http://deplaced.blogspot.com/2008/04/she-dances-then-vanishes-at-dawn.html) και στην Αθήνα το 1999 με Λαζαρίδου και Μπακιρτζή, σε μια παράσταση του ΑπoΜηχανής που παρότι δεν ακολουθούσε το πρωτότυπο βασιζόταν στην ελληνική απόδοση του Ε. Σοφρά, Το φιλιατρό του πηγαδιού, (Ροδακιό 1992) που αγνοούσα ως τότε.

more...

Friday, February 5, 2010

Hράκλειτος (Kώστας Αξελός, 1924-2010)


«Ο Ηράκλειτος, όπως κι η τραγωδία, μπορεί και βλέπει στο γίγνεσθαι την όψη του αρνητικού. Ούτε αυτή ούτε κι εκείνος συλλαμβάνουν μόνο την καλή αρμονική τάξη• σε καμιά περίπτωση δεν ξεχνούν τους τρομακτικούς αλληλοσπαραγμούς που βγαίνουν στην επιφάνεια απειλώντας με την παρουσία τους το ίδιο το είναι του κόσμου. Γιατί το χάος «είναι» η αντίθετη και συμπληρωματική όψη του κόσμου. Η διαλεκτική, που φέρνει σ’ επικοινωνία τη μορφή και το άμορφο (ή την παραμόρφωση), την οικοδόμηση και την καταστροφή, το θετικό και το αρνητικό, μπορεί κι ανατρέπει τις προοπτικές και φέρνει μπροστά μας παρόν αυτό που υπάρχει κίνδυνος να τα εκμηδενίσει όλα. Η παρουσίαση αυτού του τεράστιου κινδύνου μας χαρίζει μια τραγική χαρά. Γιατί η φωτιά μπορεί να γίνει πυρκαγιά και να πυρπολήσει τον κόσμο, αυτόν τον κόσμο που, αν και είναι ο ωραιότερος, (είναι) σαν σωρός σκουπίδια χυμένα στην τύχη (απ.124). »

Αγαπημένο απόσπασμα από το «Ο Ηράκλειτος και η Φιλοσοφία», του Κ. Αξελού, μτφ. Δ. Δημητριάδης, ΕΞΑΝΤΑΣ, σ. 269

more...

Sunday, January 31, 2010

Σεμνά Όργια στην Ελευσίνα



Στην είσοδο του Μουσείου





Μέσα στο Μουσείο Καρυάτιδα των Μικρών Προπυλαίων (1ος αι.π.Χ.) φέρουσα κίστη (κιβώτιο) με τα σύμβολα της ελευσίνειας λατρείας. Διακρίνονται τα στάχυα και ο κέρνος (τελετουργική θήκη για σπόρους)




Φεύγουσα κόρη (490-489 π.Χ.)


Ανάπτυγμα αρχαιολογικού χώρου



Προς το Τελεστήριο



Παναγία η Μεσοσποριώτισσα









Στο μεταξύ στην πόλη...




more...

Monday, January 18, 2010

Μια ανάσα



Ο Χ. ξύπνησε μέσα στη νύχτα από το γνώριμο πια λαχάνιασμα του γέρικου σκυλιού του, του Αχιλλέα, που μετά από μήνες είχε πλησιάσει ξανά στο κρεβάτι. Με το που ανασηκώθηκε όμως το σκυλί έκανε αμέσως μεταβολή πάνω στα κοντά ποδαράκια του παίρνοντας μαζί την αγχωμένη ανάσα του στην κουζίνα.

Ήταν τόσο βαθιά η αίσθηση της δυστυχίας που συνόδευε αυτό το πρόωρο ξύπνημα που ο Χ. σηκώθηκε, ντύθηκε και πήγε να καπνίσει στο καθιστικό.

Ο Αχιλλέας έκοβε βόλτες νευρικός ρουθουνίζοντας πάντα και δεν έδειξε ιδιαίτερα χαρούμενος όταν τον πλησίασαν. Εδώ και δυο χρόνια υπέφερε από την καρδιά του και τελευταία δεν κοιμόταν καν στα πόδια του κυρίου του όπως συνήθιζε. Αναστενάζοντας με τη σειρά του ο Χ. σωριάστηκε στον καναπέ και προσπάθησε να θυμηθεί καλύτερες μέρες.

Η αλήθεια είναι πως τελευταία ξυπνούσε σταθερά σ’ έναν κόσμο γεμάτο κακές ειδήσεις. Με την άκρη του ματιού του παρακολούθησε τον σκύλο που δεν ήταν ακριβώς δικός του να συνεχίζει τους άσκοπους κύκλους του. Τον Αχιλλέα τον είχε φέρει επισήμως ο Ζ. στο σπίτι όταν είχαν αποφασίσει να συγκατοικήσουν. Ο ίδιος ήταν πάντα διστακτικός με τα ζώα όπως και με τα παιδιά, όχι πως υπήρχε περίπτωση...Τώρα χωρίς τον Ζ. ένιωθε πως έμενε γι’ άλλη μια φορά με τον άρρωστο πατέρα του, κάτι που νόμιζε πως είχε γλυτώσει.

Αποφάσισε να φτιάξει καφέ αφού δεν υπήρχε περίπτωση να ξανακοιμηθεί. Η μυρωδιά του ‘φτιαξε το κέφι ως ώφειλε όμως οι μαύρες σκέψεις του ‘καναν χώρο να κάτσει όταν επέστρεψε στον καναπέ με το αχνιστό του φλυτζάνι. Το δωμάτιο ήταν κρύο κι απ’ τον δρόμο έμπαινε με διαλείμματα το οικονομικό φως του χριστουγεννιάτικου στολισμού που ο δήμαρχος δεν άντεχε στην ιδέα να κατεβάσει. Σκέφτηκε πως ίσως υπέφερε απ’ τη μελαγχολία που πιάνει τον κόσμο μετά τις γιορτές και το βρήκε άδικο. Και τότε είχε περάσει απαίσια.

Στο τέλος μπήκε στο Δίκτυο αλλά εκεί τον περίμενε μια σειρά από γκρίζα bullets. Μερικές time zones μπροστά κάποιοι συνέχιζαν τη ζωή τους σε idle mode. Άρχισε ν’ ανυπομονεί για τον θόρυβο του ασανσέρ και το ξημέρωμα. Ωστόσο η υπόλοιπη πολυκατοικία κοιμόταν.

Τι να γινόταν στο αγαπημένο του Painless Climate Change Café; Το μόνο καινούργιο ήταν ένα script με δυο τύπους σε λούπα που έπαιζαν σκάκι, σε κανονικό χρόνο αυτοί. Είχε την ικανοποίηση τουλάχιστον να στρώσει το avatar του κάτω απ’ τις ανθισμένες κερασιές αν και τόσον καιρό που είχε να μπει στο παιχνίδι δε μπορούσε να μην προσέξει πόσο κακοντυμένο ήταν... Ρύθμισε το time setting στο ξημέρωμα που τόσο αργούσε κι έπειτα χαλάρωσε στη στάση του λωτού αφήνοντας να τον νανουρίσει το θρόϊσμα του ανέμου στ’ ακουστικά του.

Τα ροζ πέταλα στο πρόσωπό του διαδέχτηκε χλιαρή βροχή, μετά κόκκινα φύλλα και χιονονιφάδες, και πάλι απ’ την αρχή. Αβίαστα κυλούσε η ώρα σε ήρεμους κύκλους κι είχε αρχίσει να χαλαρώνει στ’ αλήθεια όταν από το κλαδί πάνω απ’ το κεφάλι του άνοιξε με θόρυβο που τον ταρακούνησε ένα παράθυρο που μέσα του ούρλιαζε μια έκκληση για βοήθεια στα θύματα της on-going οικονομικής κρίσης. «Donate to quake victims now!» προέτρεπε το αμέσως επόμενο μπροστά στη μύτη του.

Στο βάθος άκουσε με ανακούφιση το ασανσέρ να παίρνει μπροστά. Έξω χάραζε, ένα άσχημο γκρίζο. Άραγε πως θα ‘ταν αν δοκίμαζε να γράψει αυτό που του συνέβαινε; Ίσως ν’ άρχιζε κάπως έτσι: «Συνειδητοποίησε ξαφνικά πως ο Αχιλλέας εδώ και ώρα δεν ακουγόταν από το μαξιλάρι του. Μια καινούργια αγωνία του ‘σφιξε την καρδιά. Μήπως είχε πεθάνει;

more...

Saturday, January 16, 2010

Friday, January 8, 2010

Alienation



''If Buddhists do not perceive structural violence [e. g., of capitalism and capitalist relations] in both their knowledge and action, the mindfulness or inner peace that they are cultivating is merely a form of escapism. Many Buddhists often ask, Who are we to change the world? This mode of thinking is simply delusional. It shows a failure to grasp the Three Characteristics. That is, we must confront the state of suffering (dukkhata) and realize that things are transient (anniccata). Therefore, there’s ultimately a void or emptiness (annattata); being nothing is not the same as not-being.

Is this suffering merely an individual problem? Definitely not. It is also structural and institutional –hence the importance of politics. We may be participating in structural violence even if at the individual level we are peace-loving and compassionate. We must learn to develop ethical responsibility for structural violence.

[…]


There’s a ''revolutionary'' dimension in Buddhism that needs to be (re)-affirmed’’.

(from Rethinking Capitalism, Religion, and Alienation, by Sulak Sivaraksa, former Thai Buddhist monk and founder of the International Network of Engaged Buddhists. Published in Dharma World, Jan.-Mar. 2010, vol. 37, p. 6)

more...

Sunday, December 13, 2009

Pictures of Intimacy


1.

τo άλλο μπλε φόρεμα
είναι ένα μαύρο κιμονό

το σκίσιμο στο μανίκι
το έρραψα

τον άσπρο σου λεκέ
τον άφησα

6/12/2009


2.

ακόμα κι η πλάτη σου
που ροχαλίζει
θα’ ταν καλύτερη παρέα
απόψε που βρέχει

10/12/2009

more...

Saturday, December 5, 2009

Friday, December 4, 2009

Thursday, November 12, 2009

Friday, October 23, 2009

Monday, October 19, 2009

Η άλλη Ακρόπολη



Στο Μεταξουργείο

more...

Sunday, October 4, 2009

Αλλαγή - ξανά



photos by Stelios M.

more...

Friday, September 25, 2009

Κατάληξη της ομολογίας τoυ A. Gleizes

[...] Η γεωμετρία είναι επιστήμη, η ζωγραφική τέχνη. Ψάχνουμε την ουσία αλλά την ψάχνουμε μέσα μας κι όχι σ’ ένα είδος Aιωνιότητας, Απόλυτου, επιμελημένα κατανεμημένου...

(Διακοπή. Αλλαγή στον τόνο της φωνής του κατηγορούμενου)

Δεν ψάχνουμε τίποτα. Αυτή είναι η μόνη καθαρή αλήθεια. Όλα αυτά είναι μια πρόφαση για να κρύψουμε την αγωνία που μας κατέχει. Δεν βρίσκουμε άλλωστε τίποτα, γι’ αυτό και δεν ψάχνουμε τίποτα.

Ο Picasso? Αυτός μπορεί να κάνει έτσι και να πιάσει την έτοιμη λύση στο πιάτο του. Εμείς όμως δεν είμαστε μεγαλοφυίες, δε μπορούμε να το κάνουμε αυτό... Επιστρατεύσαμε τη γεωμετρία, τη μαθηματική ανάλυση. Δεν δειλιάσαμε ούτε μπροστά σε έννοιες όπως Χωρο-Χρόνος, Τέταρτη Διάσταση, -αυτή η καημένη χιλιοπαρεξηγημένη τέταρτη διάσταση!-, (Πικρός μορφασμός του κατηγορούμενου), Υπερ-επίθεση, Ταυτόχρονο...

Όλα αυτά τα κάναμε κτήμα μας. Ο Jacques (*) μάλιστα έφτασε στο σημείο να μην πηγαίνει πουθενά δίχως την χρυσή τομή του! ''Είναι πολύ απλό'' λέει και προσπαθεί να μας πείσει: ''Κανείς εξάλλου δε βγαίνει στον δρόμο χωρίς το καπέλο του''.

Δεν ξέρω τι σκέφτεστε εσείς για όλ’ αυτά. Εγώ, δηλαδή εμείς, πιστεύουμε πως η αποτυχία μας παραείναι φανερή. Αυτό πoυ εννοούμε είναι πως όλη αυτή η μανία για ανάλυση, ταξινόμηση, εκλογίκευση, στο τέλος-τέλος δε θα ωφελήσει κανέναν ή κι αν ωφελήσει δε θα’ ναι παρά κάποιος χασομέρης φοιτητής Ιστορίας Τέχνης ή ακόμα χειρότερα κάποιος φαιδρός κριτικός –μακριά από μας!

Η ζωγραφική, η τέχνη, θα προχωρήσει έτσι κι αλλιώς μόνη της. Με τη δική μας ανάλυση ή και χωρίς αυτή δε θ’ αλλάξει τίποτα. Όλα αυτά παραείναι προγραμματισμένα για να πετύχουν. Είμαι σίγουρος, δηλαδή πολύ φοβόμαστε πως μετά από καιρό δε θα’ χει μείνει απολύτως τίποτα απ’ όλη αυτή τη φασαρία.

Ήταν ωραία βέβαια, ο καιρός εκείνος...

(Διακοπή. Ο κατηγορούμενος αφαιρείται και μένει χάσκοντας μέχρι που ο Πρόεδρος τον επαναφέρει στην τάξη)

Τι parties! Τι αστεία, -συχνά χοντρά τολμώ να πω-, αλλά στο κάτω-κάτω τι μένει απ’ όλ’ αυτά; Διασκεδάσαμε όπως κάνουν οι νέοι, αυτό είναι όλο. Τώρα όμως ήρθε η ώρα του απολογισμού. Τίποτα δε μένει, είναι τόσο φριχτό...

(Διακοπή. Ο κατηγορούμενος σα να συγκινείται. Η φωνή του ραγίζει)

Θέλω να κάψω τους πίνακές μου αλλά πιο πολύ τα βιβλία μου!

(Ξαφνική άνοδος στην ένταση της φωνής του κατηγορουμένου)

Θέλω να τα κάψω όλα, θέλω να τελειώνω μ’ αυτά! Αν ξανάρχιζα από την αρχή θα’ θελα να’ μουν κάποιος άλλος. Θα χρησιμοποιούσα τη ζωή μου διαφορετικά, τα καλύτερά μου χρόνια πήγαν χαμένα...Ίσως γινόμουν χημικός, κάτι χρήσιμο τέλος πάντων!

(Χειροκροτήματα από το ακροατήριο. Ο κατηγορούμενος κάθεται κάτω φανερά τρακαρισμένος. Ο Πρόεδρος επαναφέρει την τάξη και κηρύσσει την διακοπή της συνεδρίασης ώστε να συνέλθουν οι ένορκοι και να αποφασίσουν)


Τελικά το δικαστήριο θεώρησε πως ο κατηγορούμενος μετανόησε ειλικρινά και αθώωσε τον A. Gleizes.


(*) εννοεί τον Jacques Villon, έναν από τους τρεις αδελφούς Duchamp

Gleizes, Albert (1881–1953). French painter, graphic artist and writer, born in Paris. After serving in the French army, 1914–15, Gleizes lived from 1915 to 1917 in New York, where he underwent a religious conversion. Much of his later career was devoted to trying to achieve a synthesis of medieval and modern art, expressing Christian ideas through pseudo-Cubist forms. In this he is generally reckoned to have been conspicuously unsuccessful and his modest reputation as a painter rests on his pre-war work.

Metzinger, Jean (1883–1956). French painter (mainly of still-life, landscapes, and figure compositions) and writer on art. After passing through Neo-Impressionist and Fauvist phases, he became one of the earliest devotees of Cubism and a central figure of the Section d' Or group. He was undistinguished as a painter and is remembered mainly as the co-author with Gleizes of the book Du Cubisme (1912), the first book to be published on the movement.

Villon, Jacques (1875-1963). French painter, brother of Marcel Duchamp and Raymond Duchamp-Villon . Villon became an exponent of cubism in 1911 and is best known for his refinement of the cubist style.

(from: http://www.encyclopedia.com/)

(Πρακτικά της δίκης Gleizes- Metzinger με ημερομηνία 5/12/1987, απόσπασμα) 9/8/2009

more...

Sunday, September 20, 2009

Εθνικές Εκλογές

Performance από τον Κώστα Μπεβεράτο στο Θησείο, φωτο Στέλιος Μ.

Performance από τον Κώστα Μπεβεράτο στο Θησείο, φωτο Στέλιος Μ.

Νικητή με την αποχή γκρέμισε Ακρόπολη και Βουλή! φωτο Στέλιος Μ.







Days after: Selling Earth, φωτο Στέλιος Μ.

more...

Thursday, September 17, 2009

H δεσποινίς ''Μοναχική Καρδιά'' (ένα σχέδιο)

Λέει συνέχεια πως βαρέθηκε τη δουλειά της –είναι νοσοκόμα- και θα φύγει στην Ινδία για πάντα όμως υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες αν θα την αντέξουν εκεί. Έμεινε στη Γαλλία έναν μήνα, πέρασε απ’ την Ελβετία ωστόσο τα γαλλικά της παραμένουν φριχτά. Σε πιάνει αμηχανία να την ακούς και δεν είναι ακριβώς πως θες να γελάσεις μα χειρότερα, πως ντρέπεσαι να είσαι δίπλα της όταν σου απευθύνεται με τη φριχτή της προφορά.

She’s quite a character though. Με τα λευκά ρούχα της δουλειάς θα είναι δράμα. Είναι αδύνατη και ψηλή για τα ελληνικά δεδομένα, πάνω από 1.80. Στον δρόμο ξεχωρίζει ανησυχητικά. Είναι φυσική ξανθιά και διαλέγει τα ρούχα της στα πιο απίθανα χρώματα -και μεγέθη. Συνήθως υπερβολικά στενά και κοντά, καφέ σκούρα με πορτοκαλί ή κόκκινα με μαύρο.

Τα μαλλιά της είναι μονίμως καταπιεσμένα. Αδύνατα και ηλεκτρισμένα φουντώνουν διαρκώς πάνω από το κάπως πεπιεσμένο κεφάλι. Ίσως να ήταν καλύτερα ελεύθερα στους ώμους γιατί δεν είναι και μακριά όμως εκείνη τα περιορίζει δραστικά σε μια ξασμένη αλογοουρά που φορτώνει με τσιμπιδάκια, χτένες κι άλλα πολλά. Μα το πρόσωπό της είναι το καλύτερο: ματάκια που κρύβονται πίσω από γυαλιά με χοντρό κοκκάλινο σκελετό και πλατιά ανοικονόμητα χείλη σαν της πάπιας, που τώρα που το ξανασκέφτομαι μπορεί και να ευθύνονται για την προφορά που λέγαμε. Αλλά σ’ αυτό θα επιστρέψω αργότερα.

Πάντα έρχεται καθυστερημένη, μουρμουρίζει έναν χαιρετισμό και προσπαθεί να βολέψει το μακρύ της δερμάτινο παλτό που ανοίγει και δείχνει μέχρι πάνω τα λεπτά της μπούτια γερά τσιτωμένα μες το μαύρο collant. Το πλεχτό ζακετάκι, δυο νούμερα πιο μικρό, από μέσα τη σφίγγει κυρτώνοντας κι άλλο την στενή της πλάτη και πιέζοντας μέχρι εξαφάνισης το ήδη ανύπαρκτο στήθος.

Κάνει φοβερή φασαρία προσπαθώντας να καθήσει στη θέση της χωρίς ν’ ακουστεί. Σέρνει μαζί της σακούλες, περίεργες τσάντες και συχνά τεράστιες αγκαλιές φτηνά λουλούδια. Προχτές, δε θυμάμαι ποιος άγιος γιόρταζε πάλι, κατέφθασε φορτωμένη λευκά χρυσάνθεμα. Τα περισσότερα μάδησαν όταν τ’ ακούμπησε απρόσεχτα στο καλοριφέρ δίπλα στο παράθυρο.

Αμέσως πιάνει κουβέντα με τις διπλανές της. Η φωνή της ακκίζεται περίεργα. Θα’ λεγε κανείς πως στο τέλος κάθε της φράσης ο τόνος επιστρέφει αμέσως στην αρχή κάνοντας μια θηλειά που στραγγαλίζει το ήδη ασαφές νόημα. Η φωνή της, -αλήθεια-, ξαναδιπλώνεται: όταν την ακούς για ώρα έχεις την εντύπωση πως προφέρει συνεχώς στρογγυλά όμικρον που ανεβαίνουν στο ταβάνι σαν δαχτυλίδια καπνού. Ή τουλάχιστον προσπαθούν.

Εκείνη τη μέρα καθώς απλωνόταν μακριά κι οστεώδης στο κάθισμα δίπλα μου, -κι ήταν η πρώτη φορά που τύχαινε να βρεθώ σε τόσο καλή γωνία καθώς η καρέκλα της ήταν τραβηγμένη λίγο πιο μπροστά από τη δική μου και μπορούσα να την παρατηρώ άνετα χωρίς να με προσέχει-, αισθάνθηκα έντονη την ανάγκη ν’ αγγίξω τη μικρή χτένα σε σχήμα φιόγκου που’ χε στα μαλλιά. Ήταν ένας φιόγκος μικρός με ρίγες πράσινες και χρυσαφιές κι έμοιαζε καρφωμένος πάνω απ’ τ’ αριστερό της αυτί.

Σκεφτόμουν πως μια τέτοια αναπάντεχη κίνηση θα προκαλούσε μια απότομη συστροφή, ένα ελικοειδές κουλούριασμα αυτού του εξαιρετικά επιμηκυσμένου κορμιού προς το μέρος μου, και σαν αποτέλεσμα θα είχα την ευχαρίστηση να απολαύσω όλο της το πρόσωπο σε απόσταση αναπνοής. Στην πραγματικότητα δεν έχουμε βρεθεί tête-à-tête παρά για δευτερόλεπτα, θα’ ταν άλλωστε ανάρμοστο να την παρατηρήσω κατάφατσα για πιο πολύ. Ακόμα όμως και τα λίγα που’ χω προσέξει και σημειώσει στο μυαλό μου είναι αρκετά για να βάλουν φωτιά στη φαντασία μου.

Λοιπόν, το πρόσωπο της κοπέλας είναι μάλλον πλατύ, όπως έλεγα, σε σύγκριση με το στενό και μακρύ σώμα της. Είναι επίσης οστεώδες με κάπως ανεβασμένα ζυγωματικά Καθώς τα γυαλιά που λέγαμε κι οι μακριές φράντζες δεν αφήνουν περιθώρια για εκτενέστερη παρατήρηση θα επικεντρωθώ με χαρά στα χείλη, πηγή εξάλλου αυτής της τόσο ξεχωριστής σε σημείο πρόκλησης φωνής.

Σίγουρα η φωνή δεν είναι χυδαία, βαριά ή πρόστυχα σγουρή αλλά και πάλι δεν ταιριάζει με το θολό μυωπικό, λίγο γαλανό βλέμμα όπως εξωτερικεύεται αυτό μέσα απ’ τα γυαλιά. Με λίγα λόγια άλλο περιμένει κανείς ν’ ακούσει.

Την στιγμή που τα πλατειά παπίσια χείλη ανοίγουν για ν’ αρθρώσουν λέξεις είτε στα ελληνικά ή πολύ χειρότερα στα γαλλικά, ξαφνικά μεταστρέφονται. Αυτή η ενέργεια πάει κόντρα στη φυσική τους ροπή και επειδή οι δυνάμεις της αδράνειας δεν αστειεύονται το αποτέλεσμα είναι για γέλια. Αντί για τα όμικρον που λέγαμε παραπάνω ένας μισοστρόγγυλος φθόγγος αρθρώνεται τελικά. Αυτός είναι που καταφέρνει ν’ ανέβει σαν εκείνο το πολυφορεμένο δαχτυλίδι του καπνού.

Επειδή όμως βασανίστηκαν στην εκφορά τους, οι περίπου στρογγυλές συλλαβές απελευθερώνονται από το φράγμα των δοντιών με σημαντικές αβαρίες. Τραβάνε πάνω τους ό,τι κουρέλια απέμειναν απ’ τα ρούχα τους, συμμαζεύονται όπως-όπως όμως καθώς ανεβαίνουν πάντα υπολείπεται μια θλιβερή ουρά πίσω τους, τεκμήριο της ταλαιπωρίας τους ως τη στιγμή που κουτά χτυπούν στο ταβάνι.

Γενικά ένας τέτοιος μισοπνιγμένος τρόπος ομιλίας πρέπει είτε να θάβεται ή ν’ αντηχεί. Στην πρώτη περίπτωση όλοι μιλούν μαζί δυνατά και γρήγορα σα να θέλουν να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλον. Σκοπός τους είναι να καλύψουν όσο γίνεται τις παρείσακτες ουρές που διαμαρτύρονται μουρμουρίζοντας, χαμηλοβλεπούσες και σκεπτικές καθώς γυροφέρνουν την ομήγυρη. Για τους πιο γενναίους συνιστάται η ''απόλαυση'' μιας τέτοιας ομιλίας σε απόλυτη σιωπή. Όλοι ησυχάζουν και τεντώνουν αυτιά και νεύρα. Κάνουν χώρο διακριτικά να περάσει η κουρελιασμένη συνοδεία, η εξεφτελισμένη στρατιά με ύφος προβεβλημένης δυστυχίας και έντονα σημάδια κύρτωσης και ραχιτισμού.

Οι συλλαβές συνεχώς κουτουλάνε εδώ κι εκεί. Σέρνονται, διαμαρτύρονται πάντα σε χαμηλό τόνο, γκρινιάζουν, εξηγούν χωρίς να γίνονται ποτέ κατανοητές αφού το τάγμα των λέξεων έχει από την ώρα κιόλας της εκφοράς του διαλυθεί. Μεσολαβούν στιγμές σιωπής μες στη σιωπή, στιγμές το ίδιο φοβερές για όλους. Οι τυπικά συνομιλητές και συνένοχοι δέχονται στο πρόσωπο και στο στήθος τις άτακτες ριπές του διακοπτόμενου μη-λόγου. Ντρέπονται και χαίρονται γι’ αυτό, σοβαροί, θωρακισμένοι στη λογικότητα της εκούσιας σιωπής τους απέναντι στο οικτρό θέαμα, στο πανηγύρι της αποτυχημένης προσπάθειας για έκφραση. Οι πιο νευρικοί κοιτούν αλλού, κάνουν πως δεν ακούνε, θέλουν να φωνάξουν λέξεις με νόημα. Να ξορκίσουν το παράλογο, ν’ αφορίσουν τη σιωπή.

Στο τέλος τα κουρέλια του ξυπόλυτου τάγματος σταματούν οριστικά να γυροφέρνουν τα κεφάλια αυτών που παρακολουθούν. Στέκονται καταμεσίς του χάους του κενού ζαλισμένα απ’ τις αλλεπάλληλες κουτουλιές, υποταγμένα

Ενώ σταυρώνουν τα χέρια σε στάση απόλυτης κατάρρευσης κάποιος ψύχραιμος απευθύνεται στο πρόσωπο που προκάλεσε την καταιγίδα της αμηχανίας. Με προτάσεις καθαρές, μικρές, μεστές, που χωρίζονται με τελείες, κόμματα κι ερωτηματικά υποκρίνεται πως δεν κατάλαβε. Χρησιμοποιεί περισσότερο απ’ όσο είναι απαραίτητο τον ερωτηματικό τόνο, διστάζει ψεύτικα καθώς προσπαθεί από ευγένεια ή διακριτικότητα να χρωματίσει τα λόγια του έτσι που απ’ έξω-απ’ έξω να μοιάζουν με τα ακυβέρνητα πλοία που στο παρθενικό ταξίδι της εκφοράς ναυάγησαν με τόσο άδοξο τρόπο.

Επειδή όμως οι δικοί του φθόγγοι και συλλαβές είναι ολόγεροι, ξεκάθαροι και δε φοβούνται κανέναν, απορρίπτουν με συχασιά το βρώμικο κουρέλι της αφασίας που προσπαθεί με το ζόρι να τους ρίξει στην πλάτη.

Έτσι που στο τέλος –μα και πόσο συχνά!- αυτός που εκφράζεται με ευγένεια να είναι ανάγωγος, αυτός που μιλά με καλοσύνη να είναι σκληρός κι αυτός που μιλά διστακτικά να είναι απόλυτος.

(πιθανότατα 1984, 2009)

more...

Saturday, September 12, 2009

Interview with a Master


ICQ Chat Save File, started on Fri Oct 15 20:27:05 1999


[...]
<Χ> ok
-Z- δεν καταλαβαίνω, νόμιζα πως μπαίνεις στο Δίκτυο απ’ το σπίτι σου
<Χ> έχουμε δυο σπίτια εδώ στη Β., στο ένα μένω μόνος στο άλλο οι υπόλοιποι, προχτές ήμουν στο άλλο σπίτι αλλά κι αυτό σπίτι μου είναι
-Z- εκεί ήσουν όταν βγήκες απότομα τις προάλλες; γιατί δε μου το είπες;
<Χ> σου είπα να με πάρεις αργότερα στο κινητό, anyway
-Z- έπεσα νωρίς για ύπνο, ήμουν πτώμα, και βέβαια βρήκα το μήνυμά σου το πρωί
<Χ> οk, forget it
-Z- anyway, αλλά γίνεται μπέρδεμα που τελικά ένα πράγμα σημαίνει: υπάρχει αμοιβαία καχυποψία, tons of
<Χ> ακόμα σου είχα πει να με πάρεις όταν θα αισθάνεσαι έτοιμη, εγώ δεν έχω καμιά καχυποψία
-Z- τότε είναι η ανάγκη σου για μυστήριο; τι να πω, είσαι πάντα τόσο λακωνικός...
<Χ> το ζητούμενο είναι: είσαι έτοιμη;
-Z- γιατί δεν κάνεις τα πράγματα πιο απλά; πες μου τουλάχιστον πως φαντάζεσαι την πρώτη μας συνάντηση
<Χ> ok, θέλω να σε δω κατ’ αρχήν από κοντά, να σου μιλήσω για διάφορα θέματα αλλά πάντα γύρω απ’ αυτό που θέλουμε κι οι δυο
<Χ> δλδ οι κανόνες θα καθορίζονται από εμένα
-Z- ok, μπορούμε να βρεθούμε κάπου έξω;
<Χ> θέλω να παρουσιάσεις τον εαυτό σου, να εκτεθείς, να δω τις αντιδράσεις σου κάτω από συνθήκες που θα καθορίσω εγώ
-Z- δλδ; με το χαίρω πολύ;
<Χ> όχι την πρώτη φορά
-Z- txnx Master…για την πρώτη φορά μιλάω όμως
<Χ> ναι, με το χαίρω πολύ, δεν το καταλαβαίνω αυτό
-Z- μπορείς να γίνεις πιο συγκεκριμένος σχετικά με το μέρος;
<Χ> δεν θα είναι μια συνάντηση κοινωνικής γνωριμίας
-Z- τότε;
<Χ> στο σπίτι σου, στο δικό μου, προτιμώ στο δικό σου για να αισθάνεσαι άνετα
<Χ> θα είναι η παρουσίαση μιας υποψήφιας σκλάβας, πολύ απλά
-Z- στο δικό σου ούτε για πλάκα...γιατί όχι όμως έξω; Μπορεί οι photos να μας κολακεύουν υπερβολικά και να αισθανθούμε αμοιβαία απέχθεια, ή μήπως για τη θέση δεν έχει σημασία καν το πρόσωπο, μόνο ο ρόλος;
<Χ> όλα έχουν σχέση, στο έχω όμως ξαναπεί εμένα μ’ ενδιαφέρει πρώτ’ απ’ όλα η προσωπικότητα και η συμπεριφιρά
<Χ> έξω δε γίνεται αυτό
-Z- συστάσεις; (kidding)
<Χ> θα συστηθείς όπως πρέπει
-Z- εννοούσα από προηγούμενους ''εργοδότες''
<Χ> σου είπα θα είναι δύσκολο και σκληρό στην αρχή αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος
-Z- τουλάχιστον δε μπορείς να περιγράψεις λίγο τη διαδικασία; τι θα πεί ''δύσκολο και σκληρό''; και γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος;
<Χ> πάντα όμως αν είναι αυτό που θέλεις
-Z- πάλι καλά...δλδ θα παρουσιάσεις κάτι σαν menu από δοκιμασίες και θα διαλέξω μερικές; κι αν κοπώ σε όλες;
<Χ> θα πρέπει από την πρώτη στιγμή να ξεκαθαρίσουμε τους ρόλους, από το πρώτο λεπτό
-Z- θα σε υποδεχτώ στα γόνατα;
<Χ> δε νομίζω ότι είναι αστείο
<Χ> στα γόνατα όχι
-Z- τότε;
<Χ> γυμνή και ξυρισμένη τελείως
-Z- τώρα που κρυώνει κι ο καιρός...πάντως να μην ξανασυζητάμε για το δεύτερο, ακόμα κι αν άξιζες μια τέτοια θυσία θάπρεπε να το ξέρω. Εσύ δε λες πως πρέπει να το θέλω;
<Χ> πρέπει να θέλεις να με υπηρετήσεις, να υποταχτείς, δεν είμαι τρελλός, ούτε εκτός τόπου και χρόνου
-Z- υπάρχουν όμως άπειροι τρόποι, ίσως πολύ περισσότερο subtle, είσαι καθόλου παιδεραστής;
<Χ> όχι βέβαια
-Z- αυτή η εμμονή στο ξύρισμα με κάνει να σκέφτομαι διάφορα
-Z- για ποιον λόγο;
<Χ> γιατί μ’ αρέσει και είναι μια απόδειξη υποταγής
<Χ> είναι κάτι που θα το ξέρεις εσύ κι εγώ μόνο
<Χ> ξέρω πολύ καλά τι θέλω και πως να αντιμετωπίσω και να εκπαιδεύσω μια σκλάβα
<Χ> και είμαι απόλυτος σ’ αυτό
-Z- makes some sense, αλλά λειτουργικά είναι σχεδόν αδύνατο, εκτός κι αν σε βλέπω μια φορά το μήνα
<Χ> τίποτα δεν είναι αδύνατο
-Z- σίγουρος ακούγεσαι όμως πόσες σκλάβες έχεις ''εκπαιδεύσει'';
<Χ> όχι πολλές ούτε και λίγες
<Χ> αλλά σίγουρα ξέρω τι θέλω
-Z- numbers pls
<Χ> 4-5
-Z- members only?
<Χ> δεν είναι αυτό το θέμα
-Z- πως δεν είναι...
<Χ> όταν μια διαταγή δεν εκτελείται ή δεν εκτελείται σωστά υπάρχει πάντα η τιμωρία
-Z- πριν πόσο καιρό την τελευταία;
-Z- και τι εννοείς ''τιμωρία'';
<Χ> δυο χρόνια περίπου
<Χ> ψυχολογική και σωματική
-Z- και σ’ όλο αυτό το διάστημα προετοιμαζόσουν για μένα; ανησυχητικό ακούγεται
-Z- could u elaborate?
<Χ> ήμουν αρκετό καιρό μαζί της μετά το training
<Χ> δλδ;
-Z- παραδείγματα από τα δυο είδη τιμωρίας (ει δυνατόν με εικονογράφιση)
<Χ> σου είπα, δε νομίζω ότι είναι αστείο
<Χ> αν το βλέπεις έτσι τότε είμαστε αλλού
-Z- ok, αλλά θα 'θελα να ξέρω τι έχεις στο μυαλό σου σχετικά μ’ αυτό το θέμα γιατι τελικά η γυμνή και ξυρισμένη τρελλή που θα δεχτεί έναν περίεργο άγνωστο στο σπίτι της, -μόνη αν έχω καταλάβει σωστά-, θα είμαι εγώ...
<Χ> ask me
-Z- νομίζω ήδη σε ρώτησα
<Χ> όσον αφορά την ψυχολογική τιμωρία, ο εξευτελισμός, ο περιορισμός και ο απόλυτος έλεγχος
-Z- πως εξευτελίζεις; περιορίζεις; ελέγχεις;
<Χ> δε νομίζω πως είναι δύσκολο να καταλάβεις, έχεις και μια εμπειρία στο bdsm
<Χ> o απόλυτος έλεγχος είναι απόλυτος έλεγχος
-Z- όχι αυτή που νομίζεις...
<Χ> σκέψου τις φαντασιώσεις σου και θα είναι το ίδιο
-Z- ο εξευτελισμός είναι συνήθως λεκτικός ο περιορισμός όμως είναι σωματικότατος
-Z- πόσο μπορεί να με ξέρεις;
<Χ> η έννοια του περιορισμού είναι καθαρά ψυχολογική
<Χ> όσο σε ξέρω
<Χ> θα σε μάθω καλύτερα όμως
-Z- μια στιγμή, δεν το καταλαβαίνω αυτό, πως περιορίζεις;
<Χ> μέσα στο σπίτι για κάποιο διάστημα ίσως
-Z- ''κάποιο διάστημα''; δλδ;
<Χ> κάποιες ώρες, μια μέρα, χωρίς βέβαια να επηρεάζει τη δουλειά σου ή μια σοβαρή υποχρέωση
<Χ> σου είπα, δεν είμαι τρελλός ούτε ηλίθιος
<Χ> δλδ μόνο τα σκ;
<Χ> ίσως
<Χ> όσον αφορά τη σωματική τιμωρία για μένα η καλύτερη τιμωρία είναι ο έλεγχος οργασμού ή και η απαγόρευση οργασμού
<Χ> την αντοχή σου στον πόνο θα πρέπει να τη δω πρώτα
<Χ> ο σκοπός δεν είναι να σε κάνω να μη μπορείς να το αντέξεις ούτε να πάθεις κάτι κακό
-Z- ας ξαναγυρίσουμε στον εξευτελισμό, πάντως τον περιορισμό τον κάνεις ν’ ακούγεται σαν βουδιστική retreat. Kι εκεί υπάρχει μεγάλη δόση από αυτο-περιορισμό, κάθεσαι ακίνητος στη στάση του λωτού μέχρι που τα γυμνά σου πόδια να γίνουν μπλε. Δε τα νιώθεις αλλά συνεχίζεις κι όταν τα 45 λεπτά πλησιάζουν το καμπανάκι χτυπά πάνω που αρχίζεις να βλέπεις το φως, σου λέει τίποτα αυτό;
-Z- ποιος είναι ο σκοπός σου λοιπόν;
<Χ> να υποφέρεις σε ένα βαθμό ώστε να έχει αποτέλεσμα η τιμωρία
<Χ> όσον αφορά το προηγούμενο σίγουρα θα υπάρχει κάτι ανάλογο
-Z- υπάρχει κάτι παράλογο εδώ: αν υποφέρω όσο αντέχω τότε η τιμωρία μου δεν θα σε ευχαριστεί ποτέ
<Χ> κάνεις λάθος, τα όρια υπάρχουν για να επαναπροσδιορίζονται
<Χ> έχεις εύκολους οργασμούς;
-Z- θες να πεις αφού σε γνωρίσω θα αυξηθεί η αντοχή μου στο κρύο και στον πόνο;
<Χ> δεν το ξέρω αυτό, θα δείξει
-Z- εξαρτάταται από το πόσο εμπνέομαι, από πανεύκολους μέχρι αδύνατους
<Χ> μάλιστα
<Χ> με ποιον τρόπο τελειώνεις πιο εύκολα;
-Z- και συ; θα μένεις ντυμένος στη διάρκεια της επιθεώρησης;
-Z- δεν θα σ’ αρέσει αυτό...οn top and in charge, sorry:)
<Χ> αυτό είναι το πιο πιθανό
<Χ> χαϊδεύεσαι; κι αν ναι πόσο συχνά;
-Z- κι αυτό παίζει, από πάρα πολύ μέχρι καθόλου όταν έχω σχέση, είμαι busy ή άσχημα ψυχολογικά. Κι εσύ; κάνεις ποτέ έρωτα as we know it?
<Χ> πολύ συχνά, το να χαϊδεύεσαι χωρίς εμένα θα είναι κάτι που θα απαγορεύεται ρητά
-Z- το ''πολύ συχνά'' σε τι απαντά, στη μαλακία ή στον έρωτα as we know it?
<Χ> σίγουρα στο δεύτερο
<Ζ> πάλι καλά...και πως θα το ελέγχεις αυτό το τελευταίο;
<Χ> είπαμε, αν κάτι γίνει και το μάθω ή το καταλάβω, θα τιμωρείσαι
<Χ> είναι κάτι που ποτέ δεν ελέγχεται απόλυτα
-Z- μα πως θα το καταλάβεις; η καλή σκλάβα είναι η πονηρή σκλάβα, χε
<Χ> αυτό είναι δικό μου θέμα
-Z- να υποθέσω πως αν έβρισκες την ιδανική σκλάβα θα την έκλεινες στο σπίτι σου για πάντα, να σε περιμένει απ’ τη δουλειά με το λουρί στο χέρι, etc;
<Χ> όχι βέβαια
-Z- πως είσαι τόσο σίγουρος;
<Χ> είμαι
-Z- μόνο τότε θα την έλεγχες απόλυτα
<Χ> πρώτ’ απ’ όλα θα πρέπει η ίδια να θέλει να ελέγχεται, να υπακούει και να υπηρετεί, εγώ θα διορθώνω τα λάθη
-Z- κι αν ήθελε; θα υπήρχε ευτυχία σ’ αυτή τη ζωή;
<Χ> αν ήταν πραγματική σκλάβα σίγουρα
-Z- τότε δεν θα χωρίζατε ποτέ;
<Χ> μιλάς πολύ υποκειμενικά
<Χ> δεν υπάρχει το τέλειο ούτε θέλω το τέλειο
-Z- όχι, αντίθετα το σενάριο είναι φανταστικό, προσπαθώ να καταλάβω απλά αν είσαι ρομαντικός ή ανασφαλής
<Χ> μπορεί και τα δυο μπορεί και τίποτα
-Z- αν υπήρχε όμως θα έκανες τα πάντα, right?
<Χ> μπορεί
-Z- σου 'χει συμβεί να βρεις κάτι που πλησιάζει το τέλειο και ή άλλη πλευρά να αδυνατεί να σ’ ακολουθήσει; Αυτό εννοούσες όταν ανέφερες κάποτε πως έχεις ερωτευτεί;
<Χ> κάτι τέτοιο
<Χ> θα ήθελα να μιλήσουμε για σένα, αυτό είναι το ζητούμενο για μένα τώρα
-Z- το καταλαβαίνω αυτό, οι απόλυτοι άνθρωποι είναι συχνά συγκινητικοί, παραμένουν επικίνδυνοι βέβαια για τον εαυτό τους και για τους άλλους. Υπάρχει ένα βιβλίο που θα σ’ αρέσει: ο ''Καλλιγούλας'' του Καμύ, το ξέρεις;
<Χ> το ξέρω, αλλά σου είπα θέλω να μιλήσουμε για σένα
-Z- με εκπλήσσεις ευχάριστα! τι θέλεις να ξέρεις για μένα;
-Z- πιο πολύ δλδ απ’ ό,τι ήδη ξέρεις
<Χ> σ’ αφήνω να διαλέξεις εσύ πως θέλεις να με αποκαλείς κατ’ αρχήν
<Χ> ξέρω αρκετά για την ώρα
-Z- υποθέτω κάτι σαν ''αγόρι μου'', ή ''αγάπη μου'', -πολύ χειρότερο αυτό ε;- δεν παίζουν, right?
<Χ> δεν παίζουν, άλλο
<Χ> κάτι που να δηλώνει υποταγή
-Z- μη μου πεις πως θα σε περιμένω στην πόρτα με την προσφώνηση ''Master''... πρέπει και να τ’ αξίζεις
-Z- πως σε φώναζαν οι άλλες 4-5;
<Χ> το ''Master'' πρώτον είναι αγγλικό και δεύτερον δε μ’ αρέσει
<Χ> δε ρώτησα τις άλλες, εσένα ρώτησα και θέλω μια απάντηση
-Z- το βρήκαν μόνες τους; το είπα εγώ, members only…αλήθεια, δε μου’ ρχεται τίποτα στα ελληνικά. Την αμερικανίδα Master μου, -Σκορπιός ήταν σαν και σένα- τη λέγαμε στα γιαπωνέζικα ''Sensei'', σου κάνει αυτό; σημαίνει ''Δάσκαλε''
<Χ> δεν είναι απάντηση αυτό
-Z- το ''Sensei'' μου είναι πολύ κοντινό, το ''Κύριε'' μου φαίνεται ανόητο, σα να’ χει βγει από κάποια παλιά ελληνική ταινία
-Z- α, μπορώ να σε λέω και ''Dana'', σημαίνει ''Master'' στα γιαπωνέζικα, καμιά σχέση με την trans pop singer
<Χ> ok τότε, θα σου δώσω και μια safe word: έλεος, όταν θα θέλεις να σταματήσει κάτι
<Χ> ok about the Sensei
-Z- yeah right, με την προϋπόθεση πως δε θα 'χω το στόμα μου γεμάτο;)
-Z- εσύ πως θα με λες;
<Χ> σκλάβα
-Z- δεν ακούγεται κάπως άθλια; καμιά άλλη ιδέα;
<Χ> και αυτό θα γίνει από τώρα
<Χ> όχι
-Z- φιλάς ποτέ;
<Χ> ναι
-Z- αλλά δε γλείφεις
<Χ> αυτό θα πρέπει να το κερδίσεις όμως
-Z- ενώ σ’ εμένα θα το επιβάλλεις;
<Χ> και αυτό θα πρέπει να το κερδίσεις
<Χ> ναι
<Χ> γλείφεις καλά;
-Z- μπορεί να γίνει βαρετό ξέρεις...
<Χ> δε νομίζω
-Z- όχι, σπάνια μ’ αρέσει
<Χ> I see, και τι έκανες με τις προηγούμενες;
<Χ> δεν τις έγλειφες;
-Z- είπαμε, on top and in charge… mostly
<Χ> μάλιστα, θ’ αλλάξουν πολλά πράγματα
-Z- εξάλλου αυτά είναι πολύ παλιές ιστορίες
<Χ> I know
-Z- τώρα είναι η σειρά μου να το πω: αυτό θα πρέπει να το κερδίσεις
<Χ> έχω αυτό που είμαι, την προσωπικότητά μου και το μαστίγιό μου γι’ αυτό
-Z- ΜΑΣΤΙΓΙΟ;;;;
<Χ> ναι
-Z- πάλι καλά που είναι μ’ αυτή τη σειρά...δεν είπες τίποτα για σημάδια, it’s a no-no
<Χ> δε μ’ αρέσουν τα σημάδια
-Z- same here, τότε;
<Χ> αλλά αυτό εξαρτάται κι από σένα
<Χ> το μαστίγιό μου δεν αφήνει σημάδια
-Z- τι μαστίγιο είναι τότε; από μετάξι;
<Χ> θα το δεις κάποια στιγμή και θα το νιώσεις
-Z- το λες σα να’ σαι σίγουρος πως θα μ’ αρέσει...
<Χ> δεν είμαι σίγουρος για τίποτα
-Z- μόνο για τα δικά σου όρια;
<Χ> αλλά μάλλον θα σ’ αρέσει
<Χ> για κανέναν
-Z- ?
<Χ> για κανενός τα όρια
-Z- πήγε ποτέ κάτι στραβά; εννοώ καθώς εξερευνούσατε τα όρια;
<Χ> όχι
<Χ> απ’ ό,τι βλέπω θα πρέπει να είμαι σκληρός μαζί σου από την πρώτη στιγμή
-Z- δεν είναι δυνατό αυτό, ποτέ δεν είχες κάποια αντίδραση που δεν την περίμενες;
-Z- ''σκληρός''; δλδ;
<Χ> αντιδράσεις είχα, αλλά το χειρίστηκα πάντα όπως έπρεπε
<Χ> όχι ελαστικός
-Z- ?
<Χ> δλδ
<Ζ> τι θα πει: ''όχι ελαστικός'';
<Χ> θα πει όχι ελαστικός
-Z- ...
<Χ> ελπίζω να το κατάλαβες αυτό
-Z- οι ταυτολογίες σου είναι κουραστικές
<Χ> δεν έχω τίποτα να πω πάνω σ’ αυτό
-Z- υπεκφεύγεις πάντα, θα μου κρατήσεις την ''σκληρότητά'' σου για έκπληξη και περιμένεις να σε υποδεχτώ ήσυχη;
<Χ> αν ξέρεις τι θέλεις θα είσαι πάντα ήσυχη
-Z- το θέμα είσαι εσύ όμως, που κρατάς την τύχη μου και την ησυχία μου στα χέρια σου, ή τουλάχιστον που θα θελήσεις να το κάνεις
<Χ> δεν πρόκειται κι ο σκοπός μου δεν είναι να σου κάνω κακό σε καμιά περίπτωση
<Χ> εσύ θέλησες έναν Sensei
<Χ> και μάλιστα εμένα γι’ αυτόν τον ρόλο
-Z- ίσως έκανα λάθος που πρότεινα αυτή τη λέξη, είναι πολύ καθησυχαστική
<Χ> μην αρχίσουμε να παίζουμε με τις λέξεις, διάλεξε μια άλλη τότε
-Z- κι εσύ θέλησες εμένα για σκλάβα, κι ας έχω όλα τα λάθος credentials. Σε προκαλεί αυτό; σου’ χει ξανατύχει;
-Z- ας μείνουμε στο Sensei για την ώρα
-Z- έχεις άλλη photo; πιο κοντινή
<Χ> όχι εδώ
<Χ> εσύ έχεις;
-Z- όχι δυστυχώς, στο είπα
-Z- για μένα όμως έχει πιο πολλή σημασία, θέλω να μελετήσω ξανά το πρόσωπό σου
<Χ> όταν θα μπορώ θα σου στείλω
-Z- txnx
-Z- να σ’ αφήσω;
<Χ> thanks Sensei
-Z- νομίζω κάναμε πρόοδο για μήνες
<Χ> δεν το κατάλαβα αυτό
-Z- α μάλιστα, έτσι με διόρθωνε κι εκείνη, αν και δε νομίζω πως θα χαιρόταν με την εξέλιξη...
-Z- εννοώ πως μιλήσαμε πολύ πιο ουσιαστικά
<Χ> όλα είναι ουσιαστικά
-Z- κι η κάθε στιγμή είναι μοναδική γι’ αυτό πρέπει να την αισθανόμαστε μέχρι το μεδούλι, right
-Z- καληνύχτα Sensei
<Χ> συμφωνώ
<Χ> καληνύχτα σκλάβα

-end of session-

(transcribed from greeklish and revised on Aug 16 2009)

more...

Saturday, September 5, 2009

Τα κόκκινα παπούτσια


Η γυναίκα έσκυψε και άγγιξε με το δάχτυλο το παπούτσι ακριβώς στη μύτη του. ''Παρ’ τα μαμά! Παρ’ τα! Είναι τόσο όμορφα!''

Είχε συνέχεια μια έκφραση μισο-αμήχανη μισο-δυσαρεστημένη σαν κάποιος που δοκιμάζει μια κουταλιά πικρό φάρμακο ξέροντας ωστόσο πως θα του κάνει καλό.

Έτσι που ήταν καθισμένη στο χαμηλό σκαμπό με λυγισμένα τα πόδια προς την ίδια κατεύθυνση και το κεφάλι σκυμμένο πάνω από το ζευγάρι που δοκίμαζε μου’ ρθε να την αρπάξω από τους ώμους και να της δώσω ένα γερό ταρακούνημα μήπως και καταφέρω να νικήσω την αναποφασιστικότητά της μια και καλή: ''Παρ’ τα σε παρακαλώ! Είναι τα πιο όμορφα παπούτσια που θα’ χεις ποτέ''. Σε παρακαλώ. Παρακαλώ.

Δίπλα στο καινούργιο ζευγάρι που πρόβαρε τόσο διστακτικά κάτω από το βαριεστημένο βλέμμα της πωλήτριας, κάτω απ’ το σκληρό και κρύο φως που απλωνόταν παντού στο πολυκατάστημα τα παλιά της παπούτσια έδειχναν ακόμα πιο παλιά και στραβοπατημένα. Σαν φτωχοί συγγενείς –το ένα μάλιστα είχε πέσει στο πλάι πάνω στο φαγωμένο τακούνι του- ενός πολύ πλούσιου και σπουδαίου ανθρώπου που ζει στο εξωτερικό και δεν τον ενδιαφέρουν καθόλου τα χρήματα, μόνο οι καλοί τρόποι.

''Παρ’ τα μαμά!'' ξαναείπα ελπίζοντας πως αυτή θα’ ταν η τελευταία φορά όμως είχα αρχίσει κιόλας να χάνω το κουράγιο μου. Δεν θα τα’ παιρνε ποτέ. Από την πρώτη στιγμή το’ ξερα.

''Είναι τόσο κόκκινα, τόσο φανταχτερά..'' είπε ακόμα και τώρα διστάζοντας, κι έπειτα: ''δεν θα πηγαίνουν με τα ρούχα μου''. ''Είναι κόκκινα, είναι φανταχτερά'' σκέφτηκα ''μα αυτό είναι ακριβώς που τα κάνει τόσο όμορφα''.

Ήταν ψηλοτάκουνα, πολύ κομψά, και στο μέρος πάνω από τα δάχτυλα είχαν από ένα τοσοδούλικο υφασμάτινο τριανταφυλλάκι. Ήταν τα ωραιότερα καλοκαιρινά παπούτσια που είχα ποτέ δει και τα κοιτούσα έντονα με πόνο και παράλογη λαχτάρα όλη την ώρα που την τραβούσα από το χέρι για να την καταφέρω να μπούμε να τα δοκιμάσει από τη στιγμή που τα είδα στην βιτρίνα.
Η επιμονή, η βουβή μου παράκλιση, φαινόταν τότε τόσο στα μάτια μου, σ’ ολόκληρο το συσπασμένο ικετευτικά πρόσωπό μου, που μου’ κανε κακό να κοιτάζω στον ολόσωμο καθρέφτη απέναντι και πίσω της.

''Παρ’ τα'' ξαναείπα ''σου πηγαίνουν τόσο!'', κι είχε ακόμα όμορφα πόδια, λίγο κακοπαθημένα στις φτέρνες ίσως αλλά ακόμα όμορφα, λευκά και λεπτά. Ο φόβος πως παρ’ όλ’ αυτά θ’ άφηνε το κόκκινο ζευγάρι και θα ξαναφόραγε τα παλιά της δε μ’ άφηνε στιγμή. Θα φεύγαμε χωρίς να’ χει τολμήσει ν’ αποφασίσει. Το’ ξερα λοιπόν, το’ ξερα, κι άρχισα να μπλέκω και να ξεμπλέκω νευρικά τα χέρια μου στραβώνοντας λιγάκι και τ’ αριστερό μου πόδι όπως έκανα πάντα όταν αισθανόμουν άσχημα για να καθυστερήσω εκείνη τη στιγμή.

Η πωλήτρια βαρέθηκε. Άρχισε να κοιτάζει αλλού πάνω απ’ τα κεφάλια μας στο βάθος του μαγαζιού. Η μαμά σήκωσε το δικό της κεφάλι πάντα μπερδεμένη στις σκέψεις της, –στα ρούχα που δεν θα ταίριαζαν, στο υπερβολικά ψηλό και λεπτό τακούνι, και προπαντός στο χρώμα και τι θα’ λεγε ο μπαμπάς όταν γυρίζαμε σπίτι-, πρόσεξε κάπως στενοχωρημένα την έκφρασή μου και ρώτησε: ''μα σου αρέσουν λοιπόν τόσο πολύ;''. Έγνεψα με το κεφάλι ναι πολλές φορές. Και δε μπορούσα να εξηγήσω τότε ακριβώς το γιατί. Μόνο φοβόμουν τρελλά πως δεν θα τα πάρει κι αυτό θα σήμαινε μια ακόμα μικρή καταστροφή από εκείνες που μόνο εγώ έβλεπα και δε φαίνονταν να ενδιαφέρουν κανέναν άλλον στο σπίτι. Όμως δε μπορούσα να το εξηγήσω τότε. Αργότερα ίσως...

Αργότερα έγινε εκείνη η καταραμένη αγωνία, η πικρή βεβαιότητα πως δεν είχαμε άλλον καιρό, πως ο καιρός δηλαδή περνούσε υπερβολικά γρήγορα για να προλάβει ν’ αγοράσει τόσο κόκκινα, τόσο ονειρεμένα φανταχτερά παπούτσια. Εγώ η ίδια θα μεγάλωνα για να’ χει την πολυτέλεια να λέει κάθε φορά που θα της έκανα μια παρόμοια ''τρελλή'' πρόταση: ''α, όχι, αυτά δεν είναι πια για μένα, ήρθε ο δικός σου καιρός να τα χαρείς''. Θα πικραινόμουν τότε, θ’ απελπιζόμουν γιατί δεν θα’ χα ποτέ προλάβει να γνωρίσω τον δικό της καιρό, τότε που χαιρόταν, μα δε θα μπορούσα να κάνω τίποτα γι’ αυτό.

Τότε όμως δεν ήξερα, θλιβόμουν μόνο δυσανάλογα υποφέροντας σχεδόν σωματικά που δεν θα παίρναμε μαζί μας στο σπίτι τα παπούτσια και κυρίως τα τριανταφυλλάκια τους. Όλα μου φαίνονταν σκοτεινά παρ’ όλο το λευκό φως που έλουζε κυριολεκτικά τη βιτρίνα τους εκεί που τ’ αφήναμε. Τα εγκαταλείπαμε για να μην τα βρούμε ποτέ ξανά.

Έτσι σκεφτόμουν τότε κλαίγοντας από μέσα μου με την ελπίδα να μπορέσω να κλάψω ελεύθερα στο σπίτι αν κρατιόμουν βέβαια στον δρόμο και δε με χαστούκιζε από τα νεύρα της η μαμά. Ήμουν πια μεγάλη για να κλαίω στο δρόμο μα την συνήθεια αυτή δεν την απέβαλα πρακτικά ποτέ.

Κι ούτε για μια στιγμή τότε δε μου πέρασε από το μυαλό πως έπρεπε να κλαίω ακριβώς για την ανάποδη αιτία. Τα παπούτσια ήταν που μας άφηναν, μας εγκατέλειπαν. Τα ροζ τριανταφυλλάκια ήταν που μας στραβοκοίταζαν με ακατάδεχτο ύφος από το άσυλο του βάθρου τους, κάνοντας σκέψεις του τύπου: ''ταιριάζω εγώ άραγε μ’ αυτούς;'' και ''τι δουλειά έχω εγώ μαζί τους;''.

Φύγαμε από το κατάστημα και μένα τα μούτρα μου έφταναν στα γόνατα γιατί ντρεπόμουν και την πωλήτρια από πάνω όμως δεν θυμάμαι αν έκλαψα κι αν με χαστούκισε.

Δεν τα πήρε γαμώτο εκείνα τα παπούτσια...

(6/5/1988, 2009)

more...