Thursday, May 13, 2010

London at elections 2010


Industrial Workers of the World (IWW) protesting in front of UBS





Περιμένοντας τους Ολυμπιακούς του 2012


Στο αίθριο του Somerset House


To Δημαρχείο του Λονδίνου (1998-2002) του N. Foster



Άποψη από τον Πύργο του Λονδίνου

More London walk έξω από το Δημαρχείο




Swiss Re HQ (1997-2004) a.k.a "Gherkin", του N. Foster



Cheeese in the entrance of the Gherkin restaurant








Κοινωνική κατοικία στο Islington








Χτισμένα παράθυρα για φορολογικούς λόγους


Το Πάρκο στο Islington μια καλή μέρα









more...

Friday, May 7, 2010

Athens calling


Dear J.+B.,

Txnx for your email and for your concern. I am doing ok for now but like everybody else can’t help wondering how even the very near future will unfold. Fortunately the media once more has blown the whole thing out of proportion, which means that at least for now we don’t kill each other in the streets…

Still, there were 3 dead people last Wednesday and no matter whom we blame: be it agitators, extremists of the right, «anarchofascists» -term borrowed by a friend’s blog-, the respectable head of the bank who threatened layoffs if employees participated to the general strike, the listed building which didn’t provide for a fire-escape, or most worrisome, the indifferent crowd/spectator, the collective numbing that followed compares only with the aftermath of Dec 6th 2008. Of course no massive outpouring of sympathy occurred this time, possibly because bank employees are not exactly popular at the moment, and here is the problem: when we reach the point when the bank employees stand for «the banks», abstract and hateful idea as may be, then we are heading for big trouble (Insert your favorite group target in «the banks» field…).

Last night the nominally democratic Parliament approved the cuts demanded by IMF. As expected there was protest and this is bound to happen regularly from now on establishing the centre of Athens as a no-man’s land. Like you say the small people are called to pay and what’s to be afraid of, the current weak government can’t guarantee that Greece will avoid bankruptcy in the end. Among those people though they are distinct groups which will suffer in various degrees and the ones that burn with holy wrath are not necessarily suffering the most.

The shift affecting public servants is of great importance since it would be considered unthinkable some months ago. A comparatively comfortable middle class mostly benefiting from a disproportioned public sector all of sudden (?) confronts with pension cuts, longer working years and worse, will have to see its offspring leaving the country if they are going to have any future at all. Greece may used to be an immigrant nation only a few generations ago but peace and borrowed prosperity erased the memory.

Vastly hit by this change are old people/people with –real- disabilities of no means, so-called illegal and not only immigrants, temps, part-timers and free-lancers working in the private sector wild-west style, «lowly» public servants who –surprise!- work hard, and in sum, whatever vestige of social security net remains.

Somewhere in between lies stuck the enterprising factor: small scale -very often family- business with little hope to innovate/restructure or even survive.

There are people who have been living within or even beneath their modest means by choice that soon turned into necessity before the «golden» Olympics and even during the stock market bubble, and I see me and many among my not-so-young friends in that place. To paraphrase a slogan: we didn’t benefit from any kind of public favor neither vote for them –and by «them» I mean the so-called right and socialist parties/«families» that take turns in power for the last 36 years. We mostly lived alternative-style lives, often turned green, sometimes contributed to culture/society, even tried by example to open a little more our «greekness» to the world. Does it make any real difference?

As I wrote to another concerned friend: «Too bad on top of «our» own bad management, corruption and big spending, we are being used as the proverbial canary in the coal mine of E.U.» We’ll probably get to know first the shape of things to come…

Till then and in spite of all this I am glad that things look promising for you and your country and still hope I may have the chance to see in person how great your attic turned!

Genki de, (*)
F.

(*) bless you (in Japanese)

more...

Thursday, May 6, 2010

A letter from Budapest


Hi F.!

How r u? News about Greece is really dramatic. I hope the situation is not as tragic as it's presented in the media. We read about 3 people who died and various cars burnt, apart from the tough economic condition.

I understand quite well the feelings of disappointment because in Mexico it has happened too MANY times that politicians make economic commitments for small people to pay the debts, and Mexican foreign debt is HUGE!

Here in Hungary we just had elections and the opposition won; people were fed up with the so-called socialists, because they lied too much about the economic condition of the country and there was rampant corruption. People now have some hope that at the end of the month the new -right wing- government will make a difference. As far as I' m concerned I don't trust politicians too much. But it's true that in Hungary right and left have different meanings than in other countries. The right wing majority party is not my favorite but they aren't extreme.

Unfortunately an extreme-right party also made it to the Parliament because their motto was Delivering Justice against corruption, which is ok but also some of its members are against gay rights and talk against immigration: for a Hungary for Hungarians (!) -when their leader was publicly asked what that meant in the context of the E.U. he hesitated and said that a Hungarian is not a person who has just a passport but one who feels Hungarian…

Besides that we are doing more or less ok. B. got back his previous job and they started by paying him the holidays they owed him for 4 (sic) years! So now he's starting a very looong holiday. When he goes back to work by mid Sept. we expect his former bosses will have been replaced –because of the political changes.

I keep teaching and it's something I really enjoy. We'll very likely start building an attic to extend the space of our apartment. I guess you'd like to see it, it's quite interesting!

What about you? Please let me know how r u and any special news there is in Athens

Hugs, 
J.

P.S. Greetings from B.


(*) J. is a Mexican graphics designer and an activist for the rights of Chiapas living in Budapest. B. is a Hungarian journalist. We all three met in Tokyo back in 1994.


more...

Sunday, May 2, 2010

Longing for Japan



more...

Wednesday, April 21, 2010

I spit on your grave (*)


* το απόλυτο revenge movie (1977)

more...

Thursday, April 15, 2010

No Parking


Στη Ν. Σμύρνη

more...

Saturday, April 10, 2010

Ελληνικό Πάσχα


Τα κίτρινα λουλούδια τα λένε «φωτιές»


Λιοτρίβι-εκκλησία

more...

Saturday, March 27, 2010

Ανοιξιάτικο άραγμα


Στην Καλλιθέα

more...

Saturday, March 20, 2010

Δυο όνειρα


Στο όνειρο του Άγγελου η Ιωάννα είχε μεταμορφωθεί σε φίδι• όχι ότι απέκτησε ξαφνικά φολίδες και διχαλωτή γλώσσα αλλά το σώμα της είχε συστραφεί κάμποσες βόλτες και είχε προσπαθήσει να του δαγκώσει το πόδι χαμηλά στον αστράγαλο. Εκείνος καθόταν σε μια καρέκλα με γυρισμένη την πλάτη όταν την ένιωσε πίσω του. Με το που την είδε να σέρνεται στο πάτωμα κατά πάνω του έβαλε τα κλάματα κι άρχισε να την παρακαλάει να μην τον δαγκώσει ώσπου εκείνη συμμορφώθηκε.

Η αίσθηση ωστόσο που είχε ξυπνώντας, αν και τρομερά αναστατωμένος, ήταν πως η Ιωάννα σε καμιά περίπτωση δεν ήθελε να του κάνει κακό αλλά προσπαθούσε με τον τρόπο της -ως φίδι δηλαδή-, να τον φιλήσει ή τέλος πάντων να του εκδηλώσει την αγάπη της αφού βέβαια δεν ήταν δυνατόν να τη δείξει αλλιώς. Αυτό το είχε νιώσει αστραπιαία με το που έπιασε το βλέμμα στο πρόσωπό της το οποίο παρέμενε απαραμόρφωτο παρά τις συστροφές του κορμιού, και που στην αρχή είχε φανερώσει μεγάλο ενθουσιασμό για να σκοτεινιάσει με τα δάκρυά του με απογοήτευση. Μετά τον έπιασε βαθιά μελαγχολία γιατί τη νοιαζόταν πολύ και όλο το πρωινό δε μπορούσε να τη βγάλει από το μυαλό του. Φοβόταν πως κάτι της είχε συμβεί κι όπως ήταν ολομόναχη θα το ’χε πάρει κατάκαρδα όμως δεν αποφάσιζε να την πάρει τηλέφωνο. Ήξερε πως στο άκουσμα και μόνο της φωνής της θα τον έπιανε πάλι η επιθυμία να βρεθεί δίπλα της και μετά πάνω της ή για την ακρίβεια κάτω της. Κι αυτό πια δε μπορούσε να γίνεται. Τώρα που ο Σταύρος ήταν ξανά πίσω όλη αυτή η τρέλα που είχαν ζήσει έπρεπε να μείνει πίσω τους. Ήταν το μεγάλο τους μυστικό, κι όσο γι' αυτόν θα το ξεπερνούσε όπως έκανε πάντα• ζωγραφίζοντας μερικά πιάτα με ανάλογο θέμα: γοργόνες και μάγισσες. Μάγισσά του την έλεγε την Ιωάννα τον πρώτο καιρό του έρωτά τους, τότε που ακόμα πάλευε μέσα του η επιθυμία με την ενοχή και το παραζάλισμα.

Στο όνειρο της Ιωάννας ο καημένος ο Άγγελος ήταν κρεμασμένος ανάποδα όπως οι ακροβάτες στο τσίρκο, δίχως δίχτυ, και πηγαινοερχόταν σε μεγάλο ύψος απ’ άκρη σ’ άκρη μιας τέντας που ’μοιαζε να μην έχει όρια. Η Ιωάννα, μόνη θεατής, με το βλέμμα καρφωμένο πάνω του πέθαινε από ανησυχία κάθε φορά που περνούσε από πάνω της γιατί μαζί του πηγαινοέρχονταν πλήθος ακροβάτες, ο καθένας σε διαφορετικό ύψος και κατεύθυνση, έτσι που ο θόλος της τέντας, αχανής σχεδόν όσο κι ο ουράνιος, έμοιαζε να διασχίζεται από άπειρα αστρικά σώματα έτοιμα κάθε στιγμή να συγκρουστούν σε μια φωτεινή έκρηξη. Εκείνη βέβαια μόνο το πρόσωπο του Άγγελου ξεχώριζε. Παρ’ όλη την συνεχώς μεταβαλλόμενη απόσταση τον έβλεπε καθαρά με κάθε λεπτομέρεια, τον ακολουθούσε με τα μάτια χωρίς να ζαλίζεται γεμάτη αγωνία, κι έβλεπε πως στιγμή με τη στιγμή παραμορφωνόταν το αγαπημένο του πρόσωπο όταν στο παραλίγο γλίτωνε από θαύμα τις συγκρούσεις. Καθώς ωστόσο ο ρυθμός της κίνησης ανέβαινε σ’ ένα κρεσέντο δεν ήταν πια δυνατό να γλιτώνει τα χτυπήματα. Στην αρχή γίνονταν ξυστά, έλεγες πως σχεδόν δεν πόνεσαν, όμως όσο περνούσε η ώρα άρχιζαν ν’ ακούγονται και στο τέλος έπεφταν βροχή. Αδιάφορη για την τύχη των υπόλοιπων ακροβατών που λες και τον είχαν βάλει σημάδι, η Ιωάννα πηγαινóφερνε το ανασηκωμένο κεφάλι της έξαλλη από αγωνία, και όπως γίνεται στους εφιάλτες ανίκανη να ουρλιάξει, να ξυπνήσει και να λυτρωθεί.

Ο Άγγελος χτύπαγε πια συνεχώς με κάθε σώμα που βρισκόταν στην τροχιά του. Τα μαλλιά του είχαν λυθεί, τα γυαλιά του στράβωσαν και τόπους-τόπους το δέρμα του έγινε μπλε, κι ωστόσο κρατιόταν ακόμα γερά στην κούνια του και προσπαθούσε να δείχνει πως έλεγχε την κατάσταση αν και όλο και πιο ισχυρά κλυδωνιζόμενος. Ο θόρυβος από τα επαναλαμβανόμενα χτυπήματα που τα ‘νιωθε σαν χαστούκια πάνω στα δικά της μάγουλα έφερε ναυτία στην Ιωάννα κι αυτό την ξύπνησε και την έσωσε τελικά.

Απόσπασμα από ένα σχέδιο για βιβλίο: To Πηγάδι, (2002- ) με αναφορά σε ένα από τα γνωστότερα θεατρικά έργα Νο του Ζεάμι (1363-1443) Ιzutsu.(http://en.wikipedia.org/wiki/Zeami_Motokiyo)
Είχα την τύχη να δω το έργο στην Εθνική Σκηνή Νο του Τόκιο το 1995 (http://deplaced.blogspot.com/2008/04/she-dances-then-vanishes-at-dawn.html)
και στην Αθήνα το 1999 με Λαζαρίδου και Μπακιρτζή, σε μια παράσταση του ΑπoΜηχανής βασισμένη στην ελληνική απόδοση του Ε. Σοφρά, Το φιλιατρό του πηγαδιού, Ροδακιό, 1992.

more...

Thursday, March 11, 2010

Perilous Voyage


Ο γραφίστας Άγγελος που φαινόταν πολύ μικρότερος από τριανταπέντε καθόταν συνοφρυωμένος μπροστά στον υπολογιστή του δαγκώνοντας τη γλώσσα του λιγάκι στην άκρη, όπως έκανε κάθε φορά που κατέβαλλε ιδιαίτερη προσπάθεια, και κυνηγούσε με μανία κάτι στην οθόνη με επαναλαμβανόμενα κλικ του ποντικιού. Είχε ένα βουνό δουλειά που τον περίμενε και κοντά σ’ αυτό και την υποχρέωση που ’χε αναλάβει με δική του πρωτοβουλία να φτιάξει ένα λογότυπο για μια ΜΚΟ που φρόντιζε αδέσποτα ζώα και χρειαζόταν να φρεσκάρει το image της για να βρει σπόνσορα, όμως αυτή την στιγμή δεν ασχολούνταν με τίποτα απ’ τα δυο.

Έπαιζε ένα ανόητο παιχνιδάκι με τον πολύ υπαινικτικό τίτλο «Perilous Voyage», όπου σε ένα ομολογουμένως χαριτωμένα σχεδιασμένο ομιχλώδες background ένα καραβάκι σε σέπια τόνους πρέπει να αντιμετωπίσει κοτρώνες που πέφτουν από τον ουρανό καθώς και δράκους που φτύνουν φωτιά αλλά άμα καταφέρεις να τους χτυπήσεις ανταμείβεσαι με κρυστάλλινες μπάλλες που επιμηκύνουν τη ζωή σου -στο παιχνίδι. Με κάθε κοτρόνα που διέλυε με τα πυρομαχικά του ο Άγγελος ένιωθε πως τα προβλήματά του μειώνονταν, με κάθε επιτυχημένη βολή κέρδιζε χρόνο. Είχε κατεβάσει τον ήχο όχι γιατί θα ενοχλούσε κάποιον άλλον –δούλευε μόνος- αλλά γιατί χωρίς ήχο το παιχνιδάκι δεν του δημιουργούσε ενοχές, ήταν σα να ξεγλύστραγε απ’ τον εαυτό του τον ίδιο που δε μπορούσε να τον πιάσει στα πράσα.

Συνήθως σταμάταγε όταν έχανε γιατί πιανόταν ο καρπός του δεξιού του χεριού, -αναθεματισμένο σύνδρομο...• όπως και να ’χει δεν αφηνόταν σε παραπάνω από δυο σειρές παιχνιδιών τη μέρα μαζί με το πρωϊνό και απογευματινό τσάι, όμως είχε καταφέρει να γίνει τόσο καλός που έπαιζε πια αρκετά γρήγορα για να εξουθενώνεται.

[περιγραφή του Άγγελου] Ο Άγγελος πρόσεχε την εμφάνισή του από παιδί. Η μεγάλη του ανησυχία ήταν τα μακριά, μαλακά αν και όχι ιδιαίτερα πυκνά καστανά μαλλιά του. Καθώς με την ηλικία υποχωρούσαν όλο και πιο ψηλά στους κροτάφους του τόνιζαν βέβαια το ύφος διανοούμενου που ούτως ή άλλως είχε αλλά του προκαλούσαν και άγχος κάθε πρωί μπροστά στον καθρέφτη του. Παραχωμένα κάτω από στοίβες νέα βιβλία και συνδρομές περιοδικών τέχνης που δεν προλάβαινε να διαβάσει βρίσκονταν πάντα διαφημιστικά κάθε είδους εναλλακτικής πρόληψης και θεραπείας της τριχόπτωσης δίπλα-δίπλα με θαυματουργά γερμανικά ελιξίρια που ξόρκιζαν από κρεατοελιές -με bold- μέχρι καρκίνο -με μικρά μόλις που διαβάζονταν γράμματα.


Απόσπασμα από ένα σχέδιο για βιβλίο: To Πηγάδι, (2002- ) με αναφορά σε ένα από τα γνωστότερα θεατρικά έργα Νο του Ζεάμι (1363-1443) Ιzutsu.(http://en.wikipedia.org/wiki/Zeami_Motokiyo). Είχα την τύχη να δω το έργο στην Εθνική Σκηνή Νο του Τόκιο το 1995 (http://deplaced.blogspot.com/2008/04/she-dances-then-vanishes-at-dawn.html)
και στην Αθήνα το 1999 με Λαζαρίδου και Μπακιρτζή, σε μια παράσταση του ΑπoΜηχανής που παρότι δεν ακολουθούσε το πρωτότυπο βασιζόταν στην ελληνική απόδοση του Ε. Σοφρά, Το φιλιατρό του πηγαδιού, (Ροδακιό 1992) που αγνοούσα ως τότε.


more...

Sunday, March 7, 2010

Εν μέσω οικονομικής κρίσης


''Για λίγο η σιωπή εκράτησε κει. Σε καθενός το νου κάτι περνούσε, σχεδόν άμορφο αλλά γεμάτο συγκίνηση. 

-Έτσι θα χαλάσει η γλυκιά μας παρέα και θα σκορπισθούμε στις άκρες της οικουμένης, είπε σιγά και μελαγχολικά ο Λεώπης.

-Μα πως να 'κανα, για πέτε μου, πως να 'κανα; Δε βλέπετε δω; Να, αυτό μου το 'δωσε ο εξάδελφός μου. Κόντευα να μείνω γυμνός. Μου πήρε και παπούτσια, αυτές τις αρβύλες, που πάει η καθεμιά πέντε οκάδες. Πως μπορούσα να μείνω; Και έπειτα, δω για να ζήσει κανείς δεν είναι τόπος. Τι, να δουλεύει κανείς μόνο για λίγο φαί!

-Και το άλλο, επρόσθεσε ο Λεώπης τραβώντας το αυτί του, καθώς μάθαμε μεις, δεν μπορούμε να δουλέψουμε δω. Τα ζιζάνια δε μας αφήνουνε! Είμαστε και γεννημένοι και αρχόντοι.

-Ας πιούμε! είπε ο γερο-Ψαθούλας.

-Καλή αντάμωση! Λυπούμαι που φεύγω από δω, γιατί φεύγω από σας. Από πατρίδα, άσ' την!

-Να μας γράφεις ταχτικά. Αυτό, αυτό!''


Οι Αλανιάρηδες, (ολοκληρώθηκε το 1912, πρώτη δημοσίευση το 1914), του Δημοσθένη Βουτυρά (1872-1958), Άπαντα, τ. Γ', εκδ. Δελφίνι, Αθήνα 1999, σσ. 78-79
De la nada vida a la nada muerte, (1965, emulsion with metallic paint), Frank Stella (1936- ), φωτογραφημένο στο Art Institute of Chicago, τον Αύγουστο του 1987.

more...

Tuesday, February 23, 2010

Άλλο ένα δυστύχημα


Ο ήλιος έμπαινε υπό γωνία από ψηλά στο κλειστό γήπεδο μπάσκετ ενός ιδιωτικού σχολείου της σειράς. Σ’ όλο το μήκος της λωρίδας του παρκέ που λουζόταν στο απογευματινό φως χόρευε η σκόνη. Έξω απ’ αυτή σε πρώτο πλάνο βρίσκονταν δυο αγόρια γύρω στα δώδεκα, όλο αγκώνες και γόνατα αδέξια μασκαρεμένα με κιμονό: το αγόρι με το αντρικό κιμονό πεσμένο στα γόνατα μπροστά στο αγόρι που φορούσε το γυναικείο. Στο βάθος σκυμμένη πάνω από ένα τραπεζάκι με διπλωμένο ακόμα ένα αντρικό κιμονό, ένα καπέλο από ψάθα και με την πλάτη γυρισμένη στα παιδιά, στεκόταν η μικροσκοπική γιαπωνέζα δασκάλα τους. Δίπλα της γυάλιζε περασμένο μόνο ένα χέρι ένα κομμάτι απ’ το σκηνικό που έμοιαζε με τα Π που χρησιμοποιούν οι ηλικιωμένοι κι όσοι έχουν κινητικά προβλήματα.

Λίγο πριν η γυναίκα βυθιστεί στις σημειώσεις της είχε ζητήσει απ’ τον Αλέξανδρο «να κουμπώσει, αν έχει την καλοσύνη, τα τάμπι (1) του Νεκτάλιου (2)», που δυστυχώς σ’ αυτή την τελευταία πρόβα είχε ‘ρθει με μπανταρισμένο το δεξί γόνατο μετά απ’ την τούμπα που ‘χε φάει με τα πατίνια. Ο Αλέξανδρος είχε συμμορφωθεί θέλοντας και μη μα το ‘φερνε βαριά • ο κολλητός του τον κοίταζε θριαμβευτικά αφ ‘υψηλού όση ώρα παιδευόταν με τις τοσοδούλικες κόπιτσες, πότε-πότε μάλιστα δεν άντεχε στον πειρασμό να του κουνηθεί και να του ψιθυρίσει χασκογελώντας αφού η Ένγκι-σενσέε (3) βρισκόταν σε ασφαλή απόσταση: «πάρε μας μια πίπα, man!».

Στο τέλος ο Αλέξανδρος δεν άντεξε. Kουμπώνοντας και την τελευταία σήκωσε τα μάτια και με σφυριχτή κακία του την έχωσε εκεί πού ήξερε πως τον πονάει: «εσύ ρε μαλάκα να κοιτάς τη μάνα σου τη psychο που με τις μαλακίες της θα σε κάνει πούστη ρε!».

Ο Νεκτάριος πήρε ανάποδες, άλλαξε το βάρος στο δεξί πόδι κι ας πονούσε, κι ετοιμάστηκε να του βαρέσει κλωτσιά με το γερό αλλά δεν του βγήκε. Ανοιγμένη μύτη, σπασμένα δόντια, δάκρυα και γυαλιά απέμειναν ακυρωμένα στην οθόνη της φαντασίας του. «Γιατί ρε μαλάκα? εσύ τι φοράς?».

Ο Αλέξανδρος πούχε οπισθοχωρήσει εκτός του πεδίου βολής διατηρούσε την έκφραση αηδίας: «εγώ ρε μαλάκα δε ντύθηκα πριγκίπισα...».

Όλη αυτή η πνιχτή αντιδικία σκέπασε το σούρσιμο πούκαναν τα χαρτιά της σενσέε που γύρισε προς τα παιδιά χαμηλώνοντας κι άλλο τα γυαλιά της στην άκρη της μύτης της. Ήξερε. Ήξερε πως τα παιδιά, τώρα παγωμένα σε στάση άμυνας/επίθεσης όπως σε πολεμικό δράμα εποχής, δεν ενδιαφέρονταν για τα γιαπωνέζικα. Με τη γλώσσα τα πήγαιναν και οι δυο άσχημα, προπαντός ο Αλέξανδρος. Η σενσέε υποψιαζόταν πως με κάποιον μυστηριώδη τρόπο είχαν ψυχαναγκαστεί να παρακολουθούν ανελλιπώς τα μαθήματα, πόσο μάλλον να πάρουν μέρος σ’ ένα τόσο φιλόδοξο project: Πέντε σκηνές από ισάριθμα έργα του θεάτρου No. Η πρόβα γινόταν για ένα από τα πιο γνωστά: “Το Πηγάδι”, γραμμένο από τον μεγάλο Ζεάμι.

Όταν ήταν νέα η Ένγκι-σενσέε βαριόταν πολύ ο,τιδήποτε είχε να κάνει με τη δική της κουλτούρα. Γρήγορα δραπέτευσε για σπουδές στην Αυστρία, αντάλλαξε τη γλώσσα της πρώτα με μία και μετά το γάμο της που την έφερε τελικά στην Ελλάδα, και με δεύτερη. Της πήρε χρόνια να συμφιλιωθεί με ό,τι είχε τόσο απόλυτα απορρίψει αλλά όσο ο καιρός περνούσε κι οι διαφορές ανάμεσα σ’ αυτό που δεν είχε καταφέρει ν’ αλλάξει απ’ τον παλιό της εαυτό και το θετό της περιβάλλον μεγάλωναν, άρχισε να επιστρέφει στην Ιαπωνία τουλάχιστον μια φορά το χρόνο. Οι κόρες της είχαν πια μεγαλώσει άλλωστε. Εξωτερικά ήταν τέλειες γιαπωνέζες όμως μιλούσαν μόνο ελληνικά και το ενδιαφέρον για τη χώρα της μητέρας τους ήταν επιφανειακό.

Τώρα καθώς η σενσέε με τραβηγμένο στόμα παρατηρούσε τους μαθητές της ξαναθυμήθηκε πόσο πολύ την πείραζε ακόμα και σήμερα που δεν είχε γιους. Στ’ αγόρια τα συγχωρούσε όλα, προχώρησε προς το μέρος τους λοιπόν παραμερίζοντας αποφασιστικά τη μόνιμη απογοήτευσή της, από τις κόρες της, τον άντρα της, τη δουλειά της, τέλος από αυτή τη χώρα που όσο γερνούσε τόσο λιγότερο άντεχε και καταλάβαινε.

«Να, εδώ, έχω φέρει ο-σέμπε (4). Να κάνουμε διάλειμμα πέντε λεπτά», έγνεψε με το χεράκι της προχωρώντας κατά πάνω μας σκέφτηκε ο Νεκτάριος και ξεκλειδώθηκε από τη θέση επίθεσης. Του θύμιζε πουλί η δασκάλα κάθε φορά που έκανε την παραμικρή κίνηση και τώρα δα ερχόταν βιαστικά προς το μέρος τους με στραβά βηματάκια σαν πληγωμένος γλάρος.

Σαν εκείνον τον αιγαιόγλαρο –όπως είχε αποδειχτεί- που είχε βρει στο νησί με σπασμένο το κόκκινο ράμφος του που τον ξεχώριζε από τα πιο συνηθισμένα ξαδέρφια του. Με τη μητέρα του τον είχαν βάλει σ’ ένα κουτί, τον είχαν φροντίσει με υπερβάλλοντα ζήλο και είχαν σκοπό να τον πάνε στον Πειραιά για να τον παραλάβει κάποιος από το Κέντρο Περίθαλψης Άγριων Ζώων στην Αίγινα, όταν κι ενώ φαινόταν να πηγαίνει καλύτερα το πουλί πέθανε.

Είχε συνδυάσει αυτή τη θλιβερή ανάμνηση με τα πουλιά και όσους του τα θύμιζαν όπως η σουβλερή, οστεοπορωμένη γιαπωνέζα, έτσι κάθε φορά που βρισκόταν κοντά της ανάσαινε βαθιά και σκοτείνιαζαν τα μάτια του μεμιάς, όμως ήταν αδύνατον για κείνη να το ξέρει• πίστευε πως τον έφερνε σε αμηχανία που ήταν τόσο κακός μαθητής κι ας διάβαζε απ’ ότι τουλάχιστον έλεγε η μητέρα του.

Η δασκάλα έκανε μεταβολή αυτή τη φορά για να ψάξει με θόρυβο στη τσάντα της απ’ όπου ανέσυρε μερικά κομματιασμένα κρακεράκια τυλιγμένα σε ατομικές συσκευασίες.

«Να Νεκτάλιε, έλα να πάρεις κι εσύ Αλέξανδρε». Ο Αλέξανδρος που είχε κρατηθεί πιο πίσω πλησίασε αργά, του φαινόταν πως η δασκάλα δεν τον συμπαθούσε. Όλο τον Νεκτάριο φωναζε πρώτο κι ας έλεγε χάλια τ’ όνομά του. Άπλωσε το χέρι να πάρει τα τρίμματα, είπε μασημένα επειδή ντρεπόταν «arigatoo» (5) ρίχνοντας μια λοξή ματιά μες απ’ τα γυαλιά του στον μουτρωμένο κολλητό του τώρα που τα μανίκια τους αγγίζονταν χωρίς όμως να καταφέρει να πιάσει το βλέμμα του.

Είχαν κι οι τρεις πλησιάσει, σαν αντίδωρα κράτησαν σιωπηλά όπως σε ιεροτελεστία τα σέμπε τους πριν αρχίσουν να τα τρώνε. Κρατσανίζανε κι ο θόρυβος φτερούγισε ψηλά, πάλι σαν γλάρος σκέφτηκε ο Νεκτάριος και χαμήλωσε κι άλλο το βλέμμα. Ο καθένας φάνηκε να βυθίζεται απότομα στις δικές του σκέψεις.

Για λίγο μόνο, όση ώρα κράτησε το μάσημα δηλαδή, πήραν αυτές το πάνω χέρι. Βιαστικές τραβούσαν τους μπερδεμένους δρόμους τους ξέροντας καλά πως μόλις τελειώσει το διάλειμμα θα ’πρεπε να καταχωνιαστούν ξανά σε κάποια άκρη.

Τον Νεκτάριο η σκέψη του τον τράβηξε πίσω σε κάποια παλιά αλλά καθόλου ξεχασμένα μονοπάτια περνώντας τον με άνεση από το κουτί με το γλάρο σ’ ένα απόγευμα που φυσούσε δυνατά στην αρχή των διακοπών στη Νίσυρο πριν βρουν το πουλί. Θυμόταν καθαρά τις λεπτομέρειες γιατί ήταν οι τελευταίες διακοπές που έκαναν όλοι μαζί σαν οικογένεια. Εκείνο το απόγευμα λοιπόν είχαν σταθεί οι γονείς του να βγάλουν φωτογραφίες τον ήλιο που βούταγε κατακόκκινος στη θάλασσα κι εκείνος έτρεξε να τους κρυφτεί λίγο πιο πέρα όταν πέρασε σχεδόν από πάνω του χωρίς να τον προσέξει ένας άντρας με τόσο αγριεμένο πρόσωπο που παραλίγο να βάλει τις φωνές και να προδοθεί. Θυμόταν πόσο τον είχαν τρομοκρατήσει εκτός από την έκφρασή του τα μακριά μαλλιά του αγνώστου που στριφογύριζαν σα φίδια στον αέρα γύρω απ’ το σκελετωμένο του πρόσωπό και το σκουλαρίκι του, μακρύ κι αυτό• αν τον έβλεπε σήμερα ο Νεκτάριος θα τον θεωρούσε super, όμως τότε…Η ανάμνηση αυτή άρχισε ένα χαμόγελο στα χείλη του που κράτησε όσο να καταπιεί. Με το τέλος εκείνου του καλοκαιριού πήγε να μείνει με τον πατέρα του όπως ήταν η συμφωνία. Δίπλα σε εκείνον που μέχρι τότε είχε παίξει βοηθητικό ρόλο στη ζωή του μεγάλωσε χωρίς πολλή επιτήρηση, πετώντας μπόϊ, μοιάζοντάς του παρά τη θέλησή του όλο και περισσότερο, ήδη πρώιμος νοσταλγός των παλιών καλών ημερών της ζωής με τη μητέρα του.

Οι σκέψεις των άλλων δυό κατά κάποιον τρόπο σύγκλιναν πάνω του. Της δασκάλας καθώς αγκάλιαζε και τα δυο αγόρια και τον συμπεριλάμβανε δίνοντάς του μάλιστα την πρώτη θέση, και του Αλέξανδρου γιατί για εκείνον το ενδιαφέρον για τον φίλο του άγγιζε τα όρια του κολλήματος. Ο Νεκτάριος ήταν η αιτία που μάθαινε γιαπωνέζικα. Ήταν βέβαια cool και τα κορίτσια γούσταραν αλλά πάνω απ’ όλα ήταν η επιθυμία του Νεκτάριου που υπαγόρεψε την απόφασή του, μια επιθυμία φλογερή όσο και ακατανόητη. Ο Νεκτάριος δεν ήταν ποτέ πρόθυμος να εξηγήσει στον κολλητό του γιατί την έβρισκε να παιδεύεται με μια τέτοια γλώσσα τη στιγμή μάλιστα που είχε το προνόμιο μιας δεύτερης «πατρικής»: ήταν μισός Γάλλος.

Ο Αλέξανδρος διαισθανόταν, –ήταν από φυσικού του ευαίσθητος δέκτης μηνυμάτων από το περιβάλλον του-, χωρίς ωστόσο να καλοκαταλαβαίνει πως η γλώσσα για τον φίλο του δεν ήταν αγγαρεία ή ιδιοτροπία, αφού μάλιστα δεν τα κατάφερνε κιόλας, αλλά ένα κάλεσμα σχεδόν μυστηριώδες. Το διάβασμα της αρκούδας έριχνε κατά δική του ομολογία αλλά πάλι δεν κατάφερνε να θυμηθεί ποτέ πάνω από πέντε συνεχόμενα κάντζι τη φορά. Σαν η εκμάθηση των καινούργιων να ‘σβυνε τα παλιότερα από τον περιορισμένο χώρο που τους αναλογούσε στο κεφάλι του.

Τον ίδιο τον Αλέξανδρο δεν τον πείραζε καθόλου που τα πήγαινε ακόμα χειρότερα. Μόνο ντρεπόταν λίγο στα προφορικά γιατί στο μυαλό του είχε πάντα τον Beat Takeshi στη Σονατίνα, –την αγαπημένη ταινία του Νεκτάριου-, και είναι λόγος τώρα αυτός να μαθαίνεις τη γλώσσα για τον Takeshi και τα manga? Αγριωπή και γελοία μαζί του φαινόταν αλλά συνέχιζε. Συνέχιζε να υποκρίνεται πως μαθαίνει, πως διαβάζει δίπλα στον κολλητό του δυο φορές τη βδομάδα μετά το σχολείο και μερικές φορές και τα σαββατοκύριακα όταν δεν είχαν μπάσκετ πότε στη βιβλιοθήκη και πότε στο σπίτι του πατέρα του Νεκτάριου. Τα παιδιά συχνά έμεναν μαζί μόνα τα βράδια του Σαββάτου σ’ ένα σπίτι όπου αντίθετα με ό,τι συνέβαινε αλλού τίποτα δεν απαγορευόταν: να βλέπεις συνέχεια τηλεόραση, να παίζεις για ώρες παιχνίδια στο κομπιούτερ, να τρως μόνο pizza και τελευταία, να καπνίζεις και να πίνεις.

Η μητέρα του Αλέξανδρου βέβαια δε μπορούσε να το χωνέψει, ο γιος της ήταν αδύνατος μαθητής, τον χρόνο που έχανε με την «άχρηστη γλώσσα» (να ήταν τουλάχιστον κινέζικα...) θα μπορούσε να τον αφιερώνει στο διάβασμα. Παρ’ όλ’ αυτά τον είχε αφήσει ελεύθερο να κάνει το μοναδικό πράγμα για το οποίο είχε εκφράσει ενδιαφέρον. Δύσκολα θα έλεγε η κυρία Χρυσούλα όχι στον μοναχογιό της • μόλις δυο χρόνια πριν είχαν χάσει τον πατέρα του σ’ ένα φριχτό τροχαίο δυστύχημα που γι’ αυτό δε μιλούσαν ποτέ στο σπίτι. Το παιδί, πάντα μαζεμένο, είχε κλειστεί ακόμα περισσότερο στον εαυτό του. Μόνο με τον Νεκτάριο είχαν μείνει κατεβασμένες οι γέφυρες. Η κυρία Χρυσούλα είχε θρηνήσει την σταδιακή απομάκρυνση του γιου της αφού πρώτα είχε καταβάλλει κάθε προσπάθεια να τον ξαναφέρει κοντά της ώσπου τελικά έριξε την ευθύνη στο δυστύχημα και στην κακή συγκυρία της απαρχής της εφηβείας του. Καθόλου δεν της περνούσε απ’ το μυαλό πως ο Αλέξανδρος ντρεπόταν για τη δουλειά της• μετά τον θάνατο του άντρα της είχε περάσει στα χέρια της το μαγαζί του που διατηρούσε σε κεντρικό σημείο της γειτονιάς: τώρα η κυρία Χρυσούλα πουλούσε πυτζάμες, κάλτσες και σώβρακα.

Ο γιος της πάντως αυτή την στιγμή αυτομαστιγωνόταν με διαφορά φάσης επειδή είχε ανταποδώσει με προσωπική επίθεση το απλό πείραγμα του φίλου του• όπως έκανε πάντα ο Νεκτάριος θα θύμωνε για τουλάχιστον δυο μέρες και θα τον τιμωρούσε αγνοώντας τον. Αυτή η συμπεριφορά του, κάθε φορά σα να ήταν η πρώτη, έκανε χώμα τον Αλέξανδρο.

[…]

Tυλιγμένος σ’ εκείνη την καλοκαιρινή ανάμνηση ο Νεκτάριος έκανε ένα βήμα πίσω πατώντας αφηρημένα με το χτυπημένο πόδι του τα τρίμματα από το κρακεράκι. Ούτε που το κατάλαβε πως γλίστρησε, σαν σε αργή κίνηση του φάνηκε πως με κάποιον τρόπο έπεφτε από κάπου πολύ ψηλότερα κι από παντού τον κύκλωσε μυρωδιά από θειάφι• όλα έγιναν κίτρινα. Η αλήθεια όμως είναι πως τη στιγμή που θα κρίνει τα πάντα, δηλαδή όλη εκείνη την ατέλειωτη ώρα που θα ’κανε ο αριστερός του κρόταφος να συναντηθεί με ορμή με τη γωνία του σκηνικού ο Νεκτάριος έπεφτε με φόρα στο πηγάδι. Από κίτρινα όλα βάφτηκαν μαύρα.

Απόσπασμα από ένα σχέδιο για βιβλίο: To Πηγάδι, (2002- ) με αναφορά σε ένα από τα γνωστότερα θεατρικά έργα Νο του Ζεάμι (1363-1443) Ιzutsu.(http://en.wikipedia.org/wiki/Zeami_Motokiyo)
Είχα την τύχη να δω το έργο στην Εθνική Σκηνή Νο του Τόκιο το 1995 (http://deplaced.blogspot.com/2008/04/she-dances-then-vanishes-at-dawn.html)
και στην Αθήνα το 1999 με Λαζαρίδου και Μπακιρτζή, σε μια παράσταση του ΑπoΜηχανής που παρότι δεν ακολουθούσε το πρωτότυπο βασιζόταν στην ελληνική απόδοση του Ε. Σοφρά, Το φιλιατρό του πηγαδιού, (Ροδακιό 1992) που αγνοούσα ως τότε.


1.λευκά καλτσάκια που κουμπώνουν με κόπιτσες στον αστράγαλο κι έχουν χωριστή θέση για το μεγάλο δάχτυλο
2.κλασική δυσκολία διάκρισης των γιαπωνέζων μεταξύ λ και ρ
3.το επίθετο της δασκάλας: τύχη/οιωνός
4.κρακεράκια ρυζιού
5.ευχαριστώ


more...

Friday, February 12, 2010

Το κόντυμα

Untitled, by TakaoTakahashi

Η όχι πιά νέα μεταφράστρια γαλλικών Ιωάννα ετοίμαζε τα χειμωνιάτικα ρούχα για το πατάρι όταν ένιωσε μια απότομη κούραση που την ανάγκασε να καθήσει στην άκρη του κρεβατιού. Τόση θλίψη είχε μέσα της αυτή η κούραση που βούλιαξε το δωμάτιο ξαφνικά στο σκοτάδι. Αν και ήξερε πολύ καλά γιατί της συνέβαινε αυτό πάλι δε μπορούσε να κάνει κάτι για να σταματήσει την άσχημη γεύση που από τον λαιμό της ανέβαινε ορμητικά στα ρουθούνια κάνοντας την κρεβατοκάμαρα να μυρίζει σα χαλασμένο αυγό. Γρήγορα φουσκώνοντας η αίσθηση βρέθηκε στα μάτια της: αγκαλιάζοντας σφιχτά το ρούχο που έτυχε να κρατά στα χέρια σα να ‘σφιγγε τον ίδιο τον πρώην -εδώ κι ένα μήνα- εραστή της έπεσαν οι ώμοι της κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς.

Μέσα απ’ την κουρτίνα με τα δάκρυα το δωμάτιο ανεβοκατέβαινε κομμένο σε φέτες. Η Ιωάννα πάλευε να πάρει ανάσα ενώ τ’ αναφιλητά ανακατεύονταν με τους τακτικούς κτύπους από το ρολόι του σαλονιού καταστρέφοντας τον ρυθμό τους. Το σπίτι βουβό με τα πατζούρια κλειστά χώνεψε τη λυπημένη κακοφωνία για όση ώρα κράτησε. Λιτά έπιπλα, λευκοί τοίχοι, κι ένα ψάθινο χαλί που σε μια άκρη του είχε παραπέσει μια πρόσκληση από τον «Σύνδεσμο για την προώθηση της Ελληνο-Ιαπωνικής φιλίας» για «Πέντε διάσημες σκηνές από έργα του θεάτρου No», αλλά προπαντός το χαμηλό κρεβάτι με τα σοβαρά σκούρα μπλε μαξιλάρια του, έδειξαν κατανόηση γι’ άλλη μια φορά, κατάπιαν το κλάμα και το παράπονο όπως έκαναν τον τελευταίο καιρό σχεδόν μέρα παρά μέρα. Ούτε κιχ δε βγήκε προς τη γειτονιά, στον ήσυχο μεσημεριάτικο δρόμο, ούτε καν στο διπλανό διαμέρισμα όπου ωστόσο η κουφή χήρα στρατηγού υπήρχε μικρή πιθανότητα να ενοχληθεί.

Από σύμπτωση τώρα βρέθηκε να κρατά η Ιωάννα την ώρα της ταραχής της και να σφίγγει μέχρι που ασπρίσανε οι κόμποι στα χέρια της και μπήχτηκαν τα φαγωμένα νύχια της στις παλάμες, το παντελόνι από μια φόρμα γυμναστικής που συνήθιζε να φορά ο Άγγελος όταν έμενε σπίτι τα σαβατοκύριακα. Αν και θα ‘ταν αναμενόμενο να έχει αρχίσει να κλαίει αφού το είχε δει, είχε συμβεί ακριβώς το ανάποδο. Να ‘ταν μια υποψία μυρωδιάς δικής του, επίμονα διατηρημένης ακόμα και μετά την τυραννία του πλυσίματος στο πλυντήριο με απορρυπαντικό, αποσκληρυντικό και μαλακτικό με άρωμα πορτοκάλι μαζί, που τρύπωσε χωρίς να την πάρει κανείς χαμπάρι στο υποσυνείδητο της Ιωάννας την ώρα που ανακάτευε αφηρημένη τα ασιδέρωτα ρούχα? Το βέβαιο είναι πως η στιγμή της ανακάλυψης έδωσε το έναυσμα για έναν νέο γύρο κλάματος πιο γοερό και πιο απελπισμένο από τον προηγούμενο.

Στο τέλος, όταν το σπίτι σε αμηχανία είχε αρχίσει να εγκαταλείπει την προσπάθεια να κρατήσει ιδιωτικό τον νευρικό παροξυσμό, που κομμάτια του είχαν ήδη ξεφύγει στον δρόμο σταματώντας για λίγο τον Αλβανό του ισογείου που έπλενε το αμάξι του με το λάστιχο στο χέρι και ενοχλώντας στον ύπνο της ως και τη χήρα στρατηγού που ξάπλωνε με την πλάτη στο κεφαλάρι του κρεβατιού της, η Ιωάννα κατέρρευσε. Έγειρε απότομα πάνω στα μαξιλάρια με το ρούχο πάντα αγκαλιά, έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό που έμοιαζε με λόξυγγα, ρούφηξε με δύναμη τη μύτη της και σταμάτησε το θολωμένο βλέμμα της καρφωτά στο ταβάνι. Γύριζε, γύριζε το ταβάνι μαζί κι ο ανεμιστήρας οροφής κι ο κόσμος όλος καθώς η ησυχία επέστρεφε στο αναστατωμένο τοπίο της κρεβατοκάμαρας.

Από ψηλά, αν ήταν δυνατό να παρατηρεί κανείς σταθερά το δωμάτιο στην διάρκεια του περασμένου χρόνου, δε θα μπορούσε παρά να συγκρίνει νοερά την τωρινή μοναχική ακαταστασία της τακτοποίησης των χειμωνιάτικων, -και τις νοικοκυρίστικες ναφθαλίνες και λεβάντες που σύντομα θα ‘μπαιναν στην εικόνα-, με τις κεφάτες εκείνες ακαταστασίες που προέκυπταν μέχρι πολύ πρόσφατα τις βραδινές κυρίως ώρες αλλά και μέρα μεσημέρι, όταν η Ιωάννα με τον Άγγελο έπεφταν τρέχοντας στο κρεβάτι πετώντας τα ρούχα τους στις τέσσερις γωνιές. Η σύγκριση χωρίς άλλο θα τον μελαγχολούσε αυτόν τον αόρατο παρατηρητή, αν τύχαινε να υπάρχει φανταστικά σκαρφαλωμένος στον ανεμιστήρα οροφής που για καλή του τύχη παρέμενε εκτός λειτουργίας.

Είχε περάσει κιόλας ένας χρόνος πότε με γέλια πότε με δάκρυα, κι απ’ όλον αυτόν τον ξετρελλαμένο έρωτα δεν απέμενε παρά το άδειο παντελόνι μιας αντρικής φόρμας πάνω στην κοιλιά μιας περισσότερο νεκρής παρά ζωντανής γυναίκας, σωριασμένης διαγώνια σ’ ένα εγκαταλειμμένο πεδίο μάχης.

Κι ωστόσο είχε αρχίσει να συνέρχεται. Το ταβάνι καθάριζε, στο οπτικό της πεδίο ο ανεμιστήρας διαγραφόταν παρά το ημίφως με κάθε λεπτομέρεια. Δεν ανέπνεε βέβαια ακόμα κανονικά. Πάνω στο στήθος της μπορεί να είχε έρθει να καθίσει το πειραχτήρι εκείνο φαντασματάκι, το zashiki-bokko που φυλάει τα παλιά χωριατόσπιτα στις επαρχίες της Ιαπωνίας, όταν δεν βαραίνει τον ύπνο των μεγάλων ή δεν μεταφέρει τα κοιμισμένα παιδιά σε άλλα δωμάτια, κι ας μην ήταν το δικό της διαμέρισμα ούτε παλιό ούτε γιαπωνέζικο. Γιατί η Ιωάννα αγαπούσε ό,τι γιαπωνέζικο, το σπίτι ήταν γεμάτο από τα πειστήρια αυτής της αγάπης.

Την παρηγορούσε λοιπόν η ιδέα πως η αιτία για την προσωρινή της αδυναμία μπορεί και να είχε μια τέτοια προέλευση. Τον Άγγελο διάλεγε να μην τον θυμάται. Έμεινε ακίνητη, συγκεντρωμένη στο μικρό φάντασμα που μόνη η οριστική αποχώρησή του από το σπίτι συνιστά μεγαλύτερο κακό. «Πως να πετάξω το φάντασμα από πάνω μου χωρίς όμως και να το διώξω για πάντα?», τέτοιος ήταν ο προβληματισμός της όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Το κουδούνισμά του ανέτρεψε την φρεσκο-αποκτημένη ισορροπία, καθώς η Ιωάννα πετάχτηκε πάνω από ένστικτο, το φαντασματάκι δίχως άλλο έφαγε γερή τούμπα μέχρι την άκρη του κρεβατιού και σίγουρα κύλισε στο πάτωμα.

Στην άλλη άκρη της γραμμής δεν ήταν κανείς. Είχε ένα χτυποκάρδι όταν ξανάπιασε τη μουσκεμένη στα δάκρυα φόρμα που δεν της περίσσευε έννοια για την τύχη του, σα να μην τόχε σκεφτεί ποτέ, -και ήταν μια παράλογη σκέψη-, πέταξε από το μυαλό της. Μηχανικά επειδή δεν ήθελε ν' ανοίξει τα παντζούρια έσυρε το ρούχο πίσω της μέχρι το γραφείο όπου είχε ακόμα φως. «Τώρα τι να κάνω με δαύτη?», αναρωτήθηκε. «Στον Νεκτάριο πέφτει μακριά. Αλλά και να την κοντύνω αποκλείεται να τη φορέσει. Έχει ένα σωρό καλύτερες. Να την κρατήσω εγώ για μέσα στο σπίτι ή...», «να την κάψεις, να την κάνεις κομματάκια και να την πετάξεις στα σκουπίδια κι ακόμα πιο πέρα?», μια φωνούλα συμπλήρωσε μέσα της. Παρ' ότι η φωνούλα δεν είχε μιλήσει γιαπωνέζικα η Ιωάννα ήταν σίγουρη πως το μικρό στοιχειό την είχε ακολουθήσει στο δωμάτιο και διασκέδαζε με το δίλημμά της. Η ιδέα την παρηγόρησε γι' άλλη μια φορά, μέχρι που χάραξε ένα σχεδόν πονηρό χαμόγελο στο τραβηγμένο της πρόσωπο. Σήκωσε τη φόρμα ψηλά, την έψαξε καλά-καλά, μετά τη γύρισε ανάποδα και στρώθηκε να ξηλώνει το ένα μπατζάκι.

Πέρα δώθε πήγαινε το ψαλιδάκι στα χέρια της• «θα μπορούσα βέβαια και να την κόψω απλά κι ας μείνει με τα ξέφτια, γιατί να μπω σε τόσο κόπο?», ενώ συνέχιζε αφηρημένα. Το μονότονο πηγαινέλα του χεριού τη νανούριζε, έβαζε την παραγκωνισμένη λύπη της ξανά να κοιμηθεί. Όλα είχαν τελειώσει, και με το μυαλό της η Ιωάννα το καταλάβαινε φυσικά, ωστόσο τίποτα δεν τελειώνει όσο μένουμε ζωντανοί, έτσι? Υπήρχε πάντα η κακή στιγμή όσο κι αν μαλάκωνε ο πόνος με το χρόνο, να ξανανέβει στην επιφάνεια εκείνο που δεν αντέχουμε να θυμόμαστε. Η Ιωάννα υπολόγιζε ξαφνικά στο βάρος που έχουν τα γιαπωνέζικα φαντάσματα, τουλάχιστον τα λιγότερο μοχθηρά: θρονιασμένα πάνω στο στήθος, ακριβώς πάνω στην καρδιά, σπρώχνουν τη λύπη όλο και πιο μέσα, «πόσο πιο μέσα?», «μέχρι να βγει απ' την πλάτη!». Γέλασε μόνη της με την ανοησία της σκέψης της.

Μ' αυτά και μ’ αυτά είχε τελειώσει το μπατζάκι, τσίμπισε τις κλωστές που περίσσευαν κι έσκυψε από μια παρόρμηση που δεν έλεγχε από πάνω του λες και περίμενε να βρει κάτι στο σκοτεινό του βάθος. «Αν δεν την κουβάλαγα μέσα μου κι αν μπορούσα να την κρύψω κάπου έξω, εδώ θα την έθαβα τη λύπη μου», έσκυψε κι άλλο μέχρι που σχεδόν χώθηκε το μισό της κεφάλι μέσα. «Δε θέλω να την κουβαλάω κιόλας αλλά ούτε να τη χάσω για πάντα. Να μπορούσα μόνο να την κρύψω κάπου... », αφήνοντας έξω από το μπατζάκι μόνο το στόμα η Ιωάννα ξανάρχισε να κλαίει. Με τη μύτη και τα μάτια κλειστά της φάνηκε πως βουτούσε σε πηγάδι. 'Επεφτε απαλά αλλά και πάλι κρατιόταν στο χείλος. Δάκρυα ποτάμι, γοερά με αστραφτερό θόρυβο καταρράκτη προσγειώνονταν στον ξερό πάτο. Το πηγάδι γέμιζε αργά κι η δροσιά που ανέβαινε σε κύματα ανακούφιζε την Ιωάννα και την έκανε να κλαίει ακόμα πιό πολύ. Δεν είχε πιά σκοτάδι, το νερό με ορμή άναβε σπίθες στα τοιχώματα σ' όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. «Ο θυμός μου!», τον αναγνώρισε από τις κόκκινες αστραπές. «Αχ, ήθελα να πεθάνει, ήθελα να υποφέρει και μέχρι τώρα δεν τολμούσα να το παραδεχτώ!», πάλευε η αγάπη της με τον θυμό της και ήταν αδύνατον να πεις ποιος θα νικήσει.

Από τον βυθό σα να το ανέβαζε μια δύναμη ξένη απ' αυτό κινήθηκε μια άμορφη μάζα που γρήγορα πήρε χαρακτηριστικά κούκλας ή μωρού. Ήταν ακριβώς ό,τι είχε αποφύγει να σκεφτεί όλον αυτόν τον καιρό και τώρα το ‘βρισκε κάτω απ' τη μύτη της. Όμως δεν της έμενε άλλη φωνή, άλλα δάκρυα ή χέρια για να το θρηνήσει όπως του άξιζε, για να το πάρει στην αγκαλιά της• με το που σχηματοποιήθηκε «το πράγμα» άλλαξε πορεία και υπακούοντας σε άγνωστους νόμους άρχισε πάλι να κατεβαίνει προς τα κάτω μέχρι που διαλύθηκε χωρίς ν' αφήσει το παραμικρό ίχνος πίσω του.

Η Ιωάννα είχε προσεγγίσει την καρδιά της λύπης της. Ουρλιάζοντας με νέα μανία αποχαιρέτησε το τελευταίο και το πρώτο, αυτό που θα ήταν και δεν έγινε, αυτό που αν είχε γίνει ίσως ούτε πηγάδι, ούτε τέτοια λύπη θα ήταν δυνατά. Τη φόρμα που της είχε κατέβει στον λαιμό πνίγοντας τις κραυγές της, εμποδίζοντάς την ν' αναπνεύσει, την πέταξε με λύσσα από πάνω της. Με δύναμη εκείνη προσγειώθηκε στο γραφείο πετώντας στον αέρα διάφορα μικροπράγματα, ο χώρος γύρω από την καρέκλα της σπάρθηκε με καρφίτσες σ' όλες τις κλίσεις και τους σχηματισμούς. Η Ιωάννα δεν τολμούσε να κουνηθεί. Από την καρέκλα της τρέμοντας επιθεώρησε το ναρκοπέδιο τριγύρω.


Το video από την όπερα Salome του Richard Strauss (1864-1949), που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1905 στη Δρέσδη. Κλείσιμο της τελευταίας σκηνής 4 αρχίζοντας με την άρια 7 της Σαλώμης που απευθύνεται στο κομμένο κεφάλι του Ιωάννη, από το σημείο: «Αh! Warum hast du mich nicht angesehn, Jochanaan?». «Αχ! Γιατί ποτέ σου δε με κοίταξες, Ιωάννη;».

Απόσπασμα από ένα σχέδιο για βιβλίο: To Πηγάδι, (2002- ) με αναφορά σε ένα από τα γνωστότερα θεατρικά έργα Νο του Ζεάμι (1363-1443) Ιzutsu.
(http://en.wikipedia.org/wiki/Zeami_Motokiyo)
Είχα την τύχη να δω το έργο στην Εθνική Σκηνή Νο του Τόκιο το 1995 (http://deplaced.blogspot.com/2008/04/she-dances-then-vanishes-at-dawn.html) και στην Αθήνα το 1999 με Λαζαρίδου και Μπακιρτζή, σε μια παράσταση του ΑπoΜηχανής που παρότι δεν ακολουθούσε το πρωτότυπο βασιζόταν στην ελληνική απόδοση του Ε. Σοφρά, Το φιλιατρό του πηγαδιού, (Ροδακιό 1992) που αγνοούσα ως τότε.

more...

Friday, February 5, 2010

Hράκλειτος (Kώστας Αξελός, 1924-2010)


«Ο Ηράκλειτος, όπως κι η τραγωδία, μπορεί και βλέπει στο γίγνεσθαι την όψη του αρνητικού. Ούτε αυτή ούτε κι εκείνος συλλαμβάνουν μόνο την καλή αρμονική τάξη• σε καμιά περίπτωση δεν ξεχνούν τους τρομακτικούς αλληλοσπαραγμούς που βγαίνουν στην επιφάνεια απειλώντας με την παρουσία τους το ίδιο το είναι του κόσμου. Γιατί το χάος «είναι» η αντίθετη και συμπληρωματική όψη του κόσμου. Η διαλεκτική, που φέρνει σ’ επικοινωνία τη μορφή και το άμορφο (ή την παραμόρφωση), την οικοδόμηση και την καταστροφή, το θετικό και το αρνητικό, μπορεί κι ανατρέπει τις προοπτικές και φέρνει μπροστά μας παρόν αυτό που υπάρχει κίνδυνος να τα εκμηδενίσει όλα. Η παρουσίαση αυτού του τεράστιου κινδύνου μας χαρίζει μια τραγική χαρά. Γιατί η φωτιά μπορεί να γίνει πυρκαγιά και να πυρπολήσει τον κόσμο, αυτόν τον κόσμο που, αν και είναι ο ωραιότερος, (είναι) σαν σωρός σκουπίδια χυμένα στην τύχη (απ.124). »

Αγαπημένο απόσπασμα από το «Ο Ηράκλειτος και η Φιλοσοφία», του Κ. Αξελού, μτφ. Δ. Δημητριάδης, ΕΞΑΝΤΑΣ, σ. 269

more...

Sunday, January 31, 2010

Σεμνά Όργια στην Ελευσίνα



Στην είσοδο του Μουσείου





Μέσα στο Μουσείο Καρυάτιδα των Μικρών Προπυλαίων (1ος αι.π.Χ.) φέρουσα κίστη (κιβώτιο) με τα σύμβολα της ελευσίνειας λατρείας. Διακρίνονται τα στάχυα και ο κέρνος (τελετουργική θήκη για σπόρους)




Φεύγουσα κόρη (490-489 π.Χ.)


Ανάπτυγμα αρχαιολογικού χώρου



Προς το Τελεστήριο



Παναγία η Μεσοσποριώτισσα









Στο μεταξύ στην πόλη...




more...

Monday, January 18, 2010

Μια ανάσα



Ο Χ. ξύπνησε μέσα στη νύχτα από το γνώριμο πια λαχάνιασμα του γέρικου σκυλιού του, του Αχιλλέα, που μετά από μήνες είχε πλησιάσει ξανά στο κρεβάτι. Με το που ανασηκώθηκε όμως το σκυλί έκανε αμέσως μεταβολή πάνω στα κοντά ποδαράκια του παίρνοντας μαζί την αγχωμένη ανάσα του στην κουζίνα.

Ήταν τόσο βαθιά η αίσθηση της δυστυχίας που συνόδευε αυτό το πρόωρο ξύπνημα που ο Χ. σηκώθηκε, ντύθηκε και πήγε να καπνίσει στο καθιστικό.

Ο Αχιλλέας έκοβε βόλτες νευρικός ρουθουνίζοντας πάντα και δεν έδειξε ιδιαίτερα χαρούμενος όταν τον πλησίασαν. Εδώ και δυο χρόνια υπέφερε από την καρδιά του και τελευταία δεν κοιμόταν καν στα πόδια του κυρίου του όπως συνήθιζε. Αναστενάζοντας με τη σειρά του ο Χ. σωριάστηκε στον καναπέ και προσπάθησε να θυμηθεί καλύτερες μέρες.

Η αλήθεια είναι πως τελευταία ξυπνούσε σταθερά σ’ έναν κόσμο γεμάτο κακές ειδήσεις. Με την άκρη του ματιού του παρακολούθησε τον σκύλο που δεν ήταν ακριβώς δικός του να συνεχίζει τους άσκοπους κύκλους του. Τον Αχιλλέα τον είχε φέρει επισήμως ο Ζ. στο σπίτι όταν είχαν αποφασίσει να συγκατοικήσουν. Ο ίδιος ήταν πάντα διστακτικός με τα ζώα όπως και με τα παιδιά, όχι πως υπήρχε περίπτωση...Τώρα χωρίς τον Ζ. ένιωθε πως έμενε γι’ άλλη μια φορά με τον άρρωστο πατέρα του, κάτι που νόμιζε πως είχε γλυτώσει.

Αποφάσισε να φτιάξει καφέ αφού δεν υπήρχε περίπτωση να ξανακοιμηθεί. Η μυρωδιά του ‘φτιαξε το κέφι ως ώφειλε όμως οι μαύρες σκέψεις του ‘καναν χώρο να κάτσει όταν επέστρεψε στον καναπέ με το αχνιστό του φλυτζάνι. Το δωμάτιο ήταν κρύο κι απ’ τον δρόμο έμπαινε με διαλείμματα το οικονομικό φως του χριστουγεννιάτικου στολισμού που ο δήμαρχος δεν άντεχε στην ιδέα να κατεβάσει. Σκέφτηκε πως ίσως υπέφερε απ’ τη μελαγχολία που πιάνει τον κόσμο μετά τις γιορτές και το βρήκε άδικο. Και τότε είχε περάσει απαίσια.

Στο τέλος μπήκε στο Δίκτυο αλλά εκεί τον περίμενε μια σειρά από γκρίζα bullets. Μερικές time zones μπροστά κάποιοι συνέχιζαν τη ζωή τους σε idle mode. Άρχισε ν’ ανυπομονεί για τον θόρυβο του ασανσέρ και το ξημέρωμα. Ωστόσο η υπόλοιπη πολυκατοικία κοιμόταν.

Τι να γινόταν στο αγαπημένο του Painless Climate Change Café; Το μόνο καινούργιο ήταν ένα script με δυο τύπους σε λούπα που έπαιζαν σκάκι, σε κανονικό χρόνο αυτοί. Είχε την ικανοποίηση τουλάχιστον να στρώσει το avatar του κάτω απ’ τις ανθισμένες κερασιές αν και τόσον καιρό που είχε να μπει στο παιχνίδι δε μπορούσε να μην προσέξει πόσο κακοντυμένο ήταν... Ρύθμισε το time setting στο ξημέρωμα που τόσο αργούσε κι έπειτα χαλάρωσε στη στάση του λωτού αφήνοντας να τον νανουρίσει το θρόϊσμα του ανέμου στ’ ακουστικά του.

Τα ροζ πέταλα στο πρόσωπό του διαδέχτηκε χλιαρή βροχή, μετά κόκκινα φύλλα και χιονονιφάδες, και πάλι απ’ την αρχή. Αβίαστα κυλούσε η ώρα σε ήρεμους κύκλους κι είχε αρχίσει να χαλαρώνει στ’ αλήθεια όταν από το κλαδί πάνω απ’ το κεφάλι του άνοιξε με θόρυβο που τον ταρακούνησε ένα παράθυρο που μέσα του ούρλιαζε μια έκκληση για βοήθεια στα θύματα της on-going οικονομικής κρίσης. «Donate to quake victims now!» προέτρεπε το αμέσως επόμενο μπροστά στη μύτη του.

Στο βάθος άκουσε με ανακούφιση το ασανσέρ να παίρνει μπροστά. Έξω χάραζε, ένα άσχημο γκρίζο. Άραγε πως θα ‘ταν αν δοκίμαζε να γράψει αυτό που του συνέβαινε; Ίσως ν’ άρχιζε κάπως έτσι: «Συνειδητοποίησε ξαφνικά πως ο Αχιλλέας εδώ και ώρα δεν ακουγόταν από το μαξιλάρι του. Μια καινούργια αγωνία του ‘σφιξε την καρδιά. Μήπως είχε πεθάνει;

more...

Saturday, January 16, 2010

Friday, January 8, 2010

Alienation



''If Buddhists do not perceive structural violence [e. g., of capitalism and capitalist relations] in both their knowledge and action, the mindfulness or inner peace that they are cultivating is merely a form of escapism. Many Buddhists often ask, Who are we to change the world? This mode of thinking is simply delusional. It shows a failure to grasp the Three Characteristics. That is, we must confront the state of suffering (dukkhata) and realize that things are transient (anniccata). Therefore, there’s ultimately a void or emptiness (annattata); being nothing is not the same as not-being.

Is this suffering merely an individual problem? Definitely not. It is also structural and institutional –hence the importance of politics. We may be participating in structural violence even if at the individual level we are peace-loving and compassionate. We must learn to develop ethical responsibility for structural violence.

[…]


There’s a ''revolutionary'' dimension in Buddhism that needs to be (re)-affirmed’’.

(from Rethinking Capitalism, Religion, and Alienation, by Sulak Sivaraksa, former Thai Buddhist monk and founder of the International Network of Engaged Buddhists. Published in Dharma World, Jan.-Mar. 2010, vol. 37, p. 6)

more...

Sunday, December 13, 2009

Pictures of Intimacy


1.

τo άλλο μπλε φόρεμα
είναι ένα μαύρο κιμονό

το σκίσιμο στο μανίκι
το έρραψα

τον άσπρο σου λεκέ
τον άφησα

6/12/2009


2.

ακόμα κι η πλάτη σου
που ροχαλίζει
θα’ ταν καλύτερη παρέα
απόψε που βρέχει

10/12/2009

more...

Saturday, December 5, 2009

Friday, December 4, 2009