


Ένα βυσσινί γυαλιστερό αυτοκίνητο, παλιό αμερικάνικο μοντέλο του ’50 σε καλή κατάσταση, έκανε το γύρο της εκκλησίας διστακτικά. Το αυτοκίνητο ήταν στολισμένο σα για γάμο, στο μπροστινό του μέρος λουλούδια και δυο κορδέλλες που σταύρωναν στη μέση, στο πίσω ένα λευκό ομοίωμα δεν ξέρω και γω τίνος.Ωστόσο είχε τα φώτα σβηστά και μάλλον απαρητήρητο θα περνούσε αφού ούτε κορνάριζε ούτε με άλλο τρόπο έκανε αισθητή την παρουσία του εκείνο το βράδυ του Φλεβάρη που έβρεχε απαλά κι ο πολύς κόσμος στη γειτονιά ήταν κλεισμένος για τα καλά σπίτι του.
Ο μοναδικός περαστικός λίγο πριν χωθεί στο στενό στην προέκταση της πλατείας της εκκλησίας το πήρε είδηση και κοντοστάθηκε απορημένος. Ήταν γέρος χωρίς καπέλο κι ομπρέλλα μα σταμάτησε από περιέργεια στον έρημο δρόμο και κοίταζε.
Το αυτοκίνητο γύριζε και ξαναγύριζε την πλατεία γιατί το προαύλειο της εκκλησίας ήταν πιασμένο από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα της γειτονιάς και δεν υπήρχε πουθενά θέση. Η εκκλησία ή ίδια, αμυδρά φωτισμένη, θύμιζε μαγαζί πριν κλείσει. Μέσα διακρίνονταν σκιές που πηγαινοέρχονταν βιαστικά. Σϊγουρα θάταν ο διάκος κι ο νεωκόρος που’ σβηναν τα κεριά λίγο πριν φύγουν.
Ο περαστικός γέρος μόλις συνειδητοποίησε το παράδοξο της κατάστασης μετακινήθηκε κάτω από ένα μπαλκόνι και σιγουρεμένος από τη βροχή που ολοένα δυνάμωνε, έμεινε ακίνητος εκειδά με τα χέρια να κρέμονται παθητικά στα πλευρά του και το στόμα ανοιχτό για να βλέπει καλύτερα.
Πραγματικά φαινόταν περίεργο αυτό το στολισμένο αυτοκίνητο που’ χε έρθει για έναν γάμο λίγο πριν η εκκλησία αδειάσει. Την ώρα που επιτέλους σταμάτησε μπροστά στα σκαλιά αφήνοντας να κατέβει τρέχοντας ένας μεσόκοπος κύριος, ακόμα ένα γεροντικό κεφάλι φάνηκε σ’ ένα από τα παράθυρα των σπιτιών που’ βλεπαν στην εκκλησία.
Ο νεοφερμένος το’ βαλε στα πόδια μέχρι το υπόστεγο της εισόδου. Εκεί πήρε ανάσα, τίναξε τα ρούχα του από τη βροχή, έβγαλε το καπέλο του και τοιμάστηκε να μπει στην εκκλησία. Όμως τον πρόλαβαν κατά πως φαίνεται γιατί η εξώθυρα άνοιξε σαν από μόνη της ξαφνικά και στο άνοιγμα φάνηκε το στρογγυλό και φαλακρό κεφάλι του διάκου που μόνο έκπληξη έδειξε για το συναπάντημα.
Το αυτοκίνητο είχε χαθεί από ώρα και στο παράθυρο δίπλα στο γυναικείο είχε προστεθεί ένα δεύτερο αντρικό κεφάλι εξίσου γέρικο. Ο μεσόκοπος κύριος χειρονομούσε δυνατά στον διάκο που κι εκείνος με τη σειρά του απαντούσε σηκώνοντας τα χέρια με τα φαρδιά μαύρα μανίκια στον ουρανό όμως ο ήχος της συνομιλίας μπλεκόταν με τη βροχή που κελάριζε κι ο περαστικός γέρος που εξάλλου άκουγε με δυσκολία, αδυνατούσε να κατανοήσει στο ελάχιστο την παράξενη παντομίμα.
Στο παράθυρο, δίπλα από το ζευγάρι των γέρων που φαινόταν πίσω από την τραβηγμένη κουρτίνα στάθηκε ένα τρίτο πρόσωπο ακαθορίστου ηλικίας και φύλου που το κεφάλι του μόλις που διακρινόταν. Επρόκειτο πιθανά για κάποιον που βρισκόταν σε αναπηρικό καροτσάκι. Εκείνοι μετακινήθηκαν για να του κάνουνε χώρο και το αλλόκοτο πλάσμα αφού τακτοποιήθηκε κόλλησε τα μούτρα του στο τζάμι.
Στο μεταξύ διάκος και επισκέπτης φαίνεται πως ήρθαν σε κάποια συμφωνία. Ο διάκος έκλεισε την πόρτα και μπήκε ξανά στην εκκλησία για να βγει μετά από λίγο βιαστικός κραδαίνοντας μια ομπρέλλα. Εκείνη τη στιγμή ως δια μαγείας έκανε την εμφάνισή του το βυσσινί αυτοκίνητο. Ενώ ο μεσόκοπος κύριος έτρεξε να επιβιβαστεί ο διάκος το’ βαλε στα πόδια κατά το μεγάλο δρόμο που στην κατάληξή του βρισκόταν η πλατεία της εκκλησίας, χοροπηδώντας σε κάθε βήμα γιατί ήταν κουτσός από το δεξί πόδι. Κανείς από όσους παρακολουθούσαν δεν κατάφερε να διακρίνει το πρόσωπο του οδηγού.
Τώρα έβρεχε για τα καλά. Ο περαστικός γέρος απογοητευμένος με την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα τίναξε τα άκρα του που’ χαν πιαστεί από την υγρασία αλλά δεν κούνησε από τη θέση του ελπίζοντας πως η μπόρα θα κόπαζε.Τα τρία πρόσωπα στο παράθυρο επίσης δεν έκαναν βήμα. Το αυτοκίνητο χάθηκε αθόρυβα και η σκηνή έμεινε άδεια τουλάχιστον για δέκα λεπτά. Όλην αυτή την ώρα ο γέρος βαρέθηκε κι ενώ η βροχή μαινόταν ακόμα την έκανε κατά το στενό. Στο παράθυρο έμεινε μόνο το αλλόκοτο πλάσμα στο καροτσάκι του που ήταν λοιπόν και ο μόνος θεατής της επιστροφής του αυτοκινήτου και του διάκου όταν αυτός γύρισε έχοντας κάτω από την ομπρέλλα του τον παπά.
Αυτή τη φορά από το αυτοκίνητο βγήκαν περισσότερα άτομα. Ο μεσόκοπος κύριος κατέβηκε πρώτος και πίσω του μια ακόμα νέα γυναίκα με σκούρο ταγιέρ και καπέλο με φτερό. Ο κύριος την συνόδεψε με την ομπρέλλα του μέχρι το υπόστεγο κι αφού βεβαιώθηκε πως ήταν στεγνή έτρεξε πίσω να μεταφέρει δυο κοριτσάκια με φορέματα από τούλι που κρατούσαν λαμπάδες και τσίριζαν ευχαριστημένα, κι έναν μαθητή Λυκείου με πηλίκιο και γυαλιά. Όλοι αυτοί οδηγήθηκαν από το νεωκόρο που μόλις είχε ανοίξει διάπλατα τη δίφυλλη πόρτα στο εσωτερικό της εκκλησίας ενώ ο κύριος ξανάμπαινε στο αυτοκίνητο προφανώς για την τελευταία διαδρομή.
Από την ανοιχτή πόρτα φάνηκε καθαρά το φως των κεριών που δυνάμωσε. Ο διάκος πέρασε από τη μια σκοτεινή άκρη στην άλλη τρέχοντας σχεδόν στο ένα πόδι και σέρνοντας παρά κουβαλώντας ένα βαρύ κηροστάτη. Σύντομα τα τζάμια του πρόθυρου λαμποκόπησαν και μύρισε λιβάνι. Αν δεν έβρεχε κιόλας θα μπορούσε κανείς τεντώνοντας τ’ αυτιά του να πιάσει το σούσουρο από φωνές και ξεροβηξίματα του παπά που δοκίμαζε τη φωνή του καθαρίζοντας το λαιμό του με θόρυβο. Τόσο περικυκλωμένη από σπίτια ήταν η εκκλησία όμως το σφυροκόπημα της βροχής και το γεγονός πως ο μοναδικός παρατηρητής της σκηνής δεν ήταν σε θέση να συμμετέχει, έκαναν αδύνατο κάτι τέτοιο.
Τότε το αυτοκίνητο ξαναφάνηκε. Με πολύ αργή ταχύτητα σύρθηκε μπροστά στα σκαλιά κι άφησε το πολύτιμο φορτίο του. Αυτή τη φορά ο μεσόκοπος κύριος με συγκινητική τρυφερότητα συνόδεψε με την ομπρέλλα του μια εύθραυστη ύπαρξη πνιγμένη στις άσπρες δαντέλλες, και βέλο στα μακριά ξανθά της μαλλιά. Η χαριτωμένη νύφη σήκωσε ελαφρά τις άκρες του φορέματός της καθώς ανέβαινε τα λιγοστά σκαλιά της εισόδου. Το αυτοκίνητο στάθηκε λίγο πιο κει και δεν ξανάφυγε. Τώρα περίμεναν το δίχως άλλο μόνο τον γαμπρό, πέρασε όμως αρκετή ώρα χωρίς να φανεί κανείς άλλος. Δυο τρεις φορές πρώτα ο διάκος και μετά ο μεσόκοπος κύριος έβγαλαν ένας-ένας τα κεφάλια τους από την ορθάνοιχτη πόρτα και κοίταξαν μέσα απ’ τη βροχή τριγύρω το έρημο σκηνικό.
Η βροχή έπεφτε τακτικά κι όταν το μεγάλο ρολόι χτύπησε επτά στην πλατεία είχε απλωθεί για τα καλά το σκοτάδι. Σε λίγο άρχισαν ν’ ανάβουν οι λάμπες στο δρόμο. Τσιρτσίριζαν κι έκαναν μεταλλικούς θορύβους κι ακόμα δε φαινόταν κανείς. Τα φώτα στα κλειστά παράθυρα των σπιτιών άναψαν επίσης. Μες απ’ τα πατζούρια λεπτές λωρίδες φωτός χύθηκαν στο οδόστρωμα. Κάποιος τράβηξε προς το εσωτερικό του δωματίου το πλάσμα στο καροτσάκι που εδώ και ώρα εξάλλου το’ χε πάρει ο ύπνος πάνω στο τζάμι. Μετά από ένα τελευταίο ερευνητικό βλέμμα στη φωτισμένη κι ακόμα ανοιχτή αν και σχετικά ήσυχη εκκλησία, έκλεισαν τα πατζούρια μ’ ένα απότομο τίναγμα και σ’ αυτό το σπίτι . Ήταν η ώρα του δείπνου κι αν δεν έβρεχε τα κοριτσάκια με τα φορέματα από τούλι που βαριόντουσαν στ’ άβολα στασίδια τους θα μπορούσαν ν’ ακούσουν πιάτα και μαχαιροπήρουνα που κροτάλιζαν καθώς τραπεζομάντηλα στρώνονταν σε τραπεζαρίες και πόδια πηγαινοέρχονταν μεταφέροντας πιατέλες και ποτήρια σε δίσκους.
Ενώ το ρολόι χτυπούσε τη μισή ώρα από το στενό φάνηκε ένα φορτηγάκι με καρότσα που’ χε αναμμένα τα φώτα της ομίχλης κι έτριζε απαίσια. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως ήταν πράσινο αλλά με τέτοια βροχή ίσως και να’ κανε λάθος και τέλος πάντων δεν έχει σημασία. Στο σούρσιμο των φρένων του μπροστά στην είσοδο της εκκλησίας, -γιατί κι αυτό επίσης έκανε το γύρο της πλατείας της μέχρι να βρει τόπο να σταθεί-, ο κύριος με τον διάκο που κάθονταν σ’ αναμμένα κάρβουνα πετάχτηκαν ανακουφισμένοι και στήθηκαν χαρωποί στο υπόστεγο. Ένα από τα κοριτσάκια παρανύμφους που πήρε είδηση την νέα άφιξη έβγαλε το κεφάλι του από την πόρτα και μετά χάθηκε στο εσωτερικό πιθανά με σκοπό ν’ αναγγείλει πρώτο το ευχάριστο νέο.
Ο γεροδεμένος οδηγός του φορτηγού με σηκωμένα ως τον αγκώνα μανίκια και χωρίς να ενοχλείται από το νερό της βροχής που κυλούσε απ’ την τραγιάσκα στο σβέρκο του, καταγινόταν να βγάλει κατιτίς απ’ την σκεπασμένη καρότσα. Ο μεσόκοπος κύριος μάλιστα έκανε μια κίνηση μισοπρόθυμης ανυπομονησίας προς το μέρος του όμως την τελευταία στιγμή ξανασκέφτηκε τα καλά του ρούχα και τη βροχή, μετάνιωσε και ξαναπήρε την προηγούμενη όλο αναμονή στάση του.
Στο μεταξύ ο οδηγός που’ χε γίνει μουσκίδι κατάφερε να τραβήξει από την καρότσα υπό το κράτος περίεργων κρότων και ήχων το σπουδαίο φορτίο του. Ήταν ένας τράγος. Για να κατέβει από την καρότσα στο πλακόστρωτο της πλατείας χρειάστηκαν όλες οι δυνάμεις του οδηγού. Το ζώο που το’ χε νευριάσει η βροχή που’ χε περάσει τον ελαφρύ μουσαμά τα’ χε στυλώσει για τα καλά. Στη διάρκεια της διαδρομής είχε μασήσει τη μισή απ’ την τριχιά που μ’αυτή το’ χαν δεμένο ενώ η άλλη μισή είχε τυλιχτεί ανησυχητικά γύρω απ’ τα εύρωστα κέρατα και το λαιμό του με το γένι. Άρχισε να μουκανίζει κιόλας ενοχλημένο καθώς ο οδηγός που πήγε να το ξεμπερδέψει προσπάθησε να το σύρει προς την είσοδο της εκκλησίας.
Ο διάκος που δε μπορούσε να συγκρατηθεί άλλο άρχισε να γνέφει επιτακτικά με το χέρι του. Το ζώο είχε πεισμώσει κι όσο κι αν το’ σπρωχνε και να το τράβαγε ο άνθρωπος αρνιόταν να κάνει και το παραμικρό βήμα. Βλέποντας αυτό το χάλι ο μεσόκοπος κύριος και ο απηυδισμένος με την αργοπορία διάκος άφησαν κατά μέρος ο ένας τους δισταγμούς κι ο άλλος τις τυπικότητες, κι έβαλαν από ένα χέρι ώστε να πειστεί το δύστροπο ζωντανό να προχωρήσει μέσα στην εκκλησία. Όταν αυτό κατορθώθηκε κι οι δυο τους ήταν βρεγμένοι ως το κόκκαλο και στραπατσαρισμένοι μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο. Ο οδηγός πάλι αφού έστιψε με μια απότομη κίνηση την τραγιάσκα του την ξανάβαλε στο φαλακρό του κεφάλι και χωρίς ν’ αλλάξει τη βαριεστημένη έκφρασή του μπήκε στο φορτηγάκι του και χάθηκε στο σκοτάδι.
Μέσα ο γάμος άρχισε. Υπήρχε αρκετή ησυχία πια, ο παπάς διάβαζε αργά και μονότονα κι απ’ τους λιγοστούς καλεσμένους ο καθένας προσπαθούσε να βολευτεί όπως μπορούσε καλύτερα γιατί απ’ τις παλιές πλάκες του δαπέδου ανέβαινε μια δυσσάρεστη υγρασία που μύριζε μούχλα. Ειδικά ο μεσόκοπος κύριος υπέφερε έντονα μες στα βρεγμένα του ρούχα και πότε-πότε ανατρίχιαζε σύγκορμος. Δυο φορές είχε σκουπίσει τα χέρια του με το μαντήλι του όμως η τραγίλα δεν έλεγε να φύγει από πάνω του κι αυτό τον έκανε να’ χει μια μόνιμη έκφραση αηδίας στο πρόσωπο στη διάρκεια της ανάγνωσης των ιερών κειμένων.
Ο διάκος πάλι για τους ίδιους ακριβώς λόγους ήταν αφάνταστα ενοχλημένος αλλά λόγω της θέσης του δε μπορούσε να το δείξει. Στην αρχή του μυστηρίου είχε καταπιαστεί με τα καθήκοντά του, πηγαινοερχόταν κουτσά-στραβά δεξιά κι αριστερά βοηθώντας και προετοιμάζοντας, όταν όμως η τελετή άρχισε αναγκάστηκε να ακινητοποιηθεί δίπλα στον παπά και στους μελλόνυμφους. Η θλίψη κι ο θυμός για τη βροχή που’ χε φάει, για την υπερβολική αργοπορία που έκανε πιο δυσβάσταχτο τον πόνο του λαβωμένου του ποδιού, και για την ανυπόφορη μυρωδιά, τον τύλιξαν ολόκληρο και τόσο καλά που στο στρογγυλό του πρόσωπο με τ’ αχνισμένα γυαλιά απλώθηκε μια πτωματική έκφραση υπέρτατης απελπισίας. Κάτω από το απαλό φως των κεριών έμοιαζε χαλκοπράσινος, δυσσάρεστες ιδέες στριφογύριζαν στο μυαλό του. Του φανόταν πως με κάποιον τρόπο αυτός ο γάμος ήταν ανάρμοστος, καθόλου καθωσπρέπει και συνεχώς κάρφωνε με τα μάτια τον υπαίτιο ανίκανος ωστόσο να του αποσπάσει την προσοχή.
Το ζώο στ’ αλήθεια είχε ηρεμήσει. Θες από την ιερότητα που ανάδινε μαζί με τη μούχλα ο χώρος, θες από τη μουσικότητα των ψαλμών και τη βαριά καθησυχαστική μυρωδιά του λιβανιού που καιγόταν, ο τράγος είχε χάσει εντελώς το προηγούμενό του πείσμα. Με το που πάτησε το ας πούμε πόδι του στην εκκλησία είχε αφεθεί απόλυτα παθητικά στα χέρια αυτών που φρόντιζαν για το καλό του. Τον είχαν οδηγήσει τραβώντας μαλακά μ’ ένα καινούργιο μεταξωτό σκοινί μπροστά στο βωμό αφού είχαν σκουπίσει το βρεγμένο του τρίχωμα που βρώμαγε απαίσια και κείνος δεν είχε φέρει καμιά αντίσταση. Αντίθετα μάλιστα σχεδόν είχε υποκλιθεί μπροστά στο ιερό σύμβολο. Τουλάχιστον έτσι φάνηκε στους παρευρισκόμενους που επιδοκίμασαν και σα να συγκινήθηκαν κιόλας, η ανεπαίσθητη κίνηση που’ κανε το ζώο με το μπροστινό δεξί του πόδι προς το βωμό λυγίζοντάς το ελαφρά και μουκανίζοντας συγκρατημένα σα να χαιρετούσε.
Το μυστήριο πλησίαζε προς το τέλος του και οι καλεσμένοι έδειχναν επικίνδυνα αποκοιμισμένοι όταν ο διάκος ενώ χασμουριόταν, μάλλον άκομψα, φταρνίστηκε δυνατά και τα συρμάτινα γυαλιά του πετάχτηκαν με ορμή στην άκρη της μύτης του. Το γεγονός καθ’ όλα ασήμαντο πέρα από το ότι ξύπνησε το εκκλησίασμα που άρχισε να κινείται για να ξεμουδιάσει, είχε κι ένα άλλο απρόσμενο αποτέλεσμα. Ο τράγος που τόσην ώρα είχε συμπεριφερθεί αξιέπαινα και όσο έπρεπε χριστιανικά, ταράχτηκε κι άρχισε να μουκανίζει θορυβημένος. Βέλαζε γοερά έτσι που ολόκληρη η εκκλησία αντήχησε και οι παρευρισκόμενοι πανικοβλήθηκαν μη ξέροντας τι να κάνουν. Ο παπάς σταμάτησε λίγο πριν το τέλος την τελετή και κοιταζε τριγύρω σαστισμένος. Ο διάκος που ήταν και η αφορμή γι’ αυτή την τόσο λίγο κόσμια αντίδραση κατακοκκίνησε κι αφού ξαναστερέωσε τα γυαλιά του στη μύτη του βάλθηκε να κοιτάζει με χαμηλωμένο βλέμμα επίμονα και κατανυκτικά τα πλακάκια στο δάπεδο.
Ο μεσόκοπος κύριος και οι καλεσμένοι του είχαν αναστατωθεί και η νύφη η ίδια αφού γύρισε τρομοκρατημένη προς το μέρος τους έβαλε τα κλάματα. Έκλαιγε σιωπηλά κουνώντας πάνω κάτω τους λεπτούς της ώμους, κάτω από το λευκό βέλο τα όμορφα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα κι ολόκληρο το χαριτωμένο της πρόσωπο έδειχνε ντροπή και πόνο.
Τι σήμαινε στ’ αλήθεια αυτό το παρατεταμένο βέλασμα; μήπως το ζώο δε συμφωνούσε και λίγο πριν την κρίσιμη για το μυστήριο του γάμου ερώτηση έδειχνε τη δυσσαρέσκειά του και πιθανά την οριστική αλλαγή γνώμης του; μήπως λόγια κακόβουλων συγγενών είχαν φτάσει στ’ αυτιά του και είχε εκδικητικά περιμένει την τελευταία στιγμή για να εκφράσει την αντίθεσή του ρεζιλεύοντας τη νύφη και τους συγγενείς της; ή μήπως πάλι είχε πληγωθεί από κάτι και η στάση του αυτό ήθελε να καταδείξει; άραγε δεν του είχαν δώσει την πρέπουσα σημασία, δεν του είχαν φερθεί καλά με τον πιο γλυκό τρόπο εκφράζοντας τη χαρά τους για τη μεγάλη τιμή που τους έκανε;
Όλα είχαν πάει μια χαρά ως εκείνη τη στιγμή και να που κάτι τόσο ασήμαντο είχε αναποδογυρίσει τα πάντα. Κόποι τόσων μηνών, διευθετήσεις και διακανονισμοί, συμφωνίες και κεράσματα, όλα τα’ χε κλωτσήσει –κυριολεκτικά σχεδόν- το ανυπάκουο, δύστροπο ζώο προς ικανοποίηση κατά κάποιον τρόπο της ακόμα νέας κυρίας που από την αρχή κιόλας είχε διαγνώσει κάτι το απότομο και χοντροκομμένο στον χαρακτήρα του.
Ενώ η αναμπουμπούλα συνεχιζόταν κι η νύφη είχε καταφύγει στην αγκαλιά του μεσόκοπου κύριου όπου έκλαιγε με την ψυχή της, ο νεωκόρος που μέχρι τότε δεν είχε πάρει ενεργά μέρος αποφάσισε να επέμβει. Πλησίασε το αναστατωμένο ζώο που κοντά στ’ άλλα είχε αρχίσει να χτυπά με τις οπλές του τις πλάκες –συμβάλλοντας το πιο πολύ στη γενική φασαρία-, και του’ βαλε κάτω απ’ τη μουσούδα κάτι που’ βγαλε απ’ την τσέπη του φαρδιού του ρούχου βιαστικά και με τρόπο. Κανείς δεν πρόλαβε να δει περί τίνος επρόκειτο όμως το ζώο πρέπει να εκτίμησε τη χειρονομία γιατί αμέσως σώπασε και άρχισε με βουλιμία να μασουλίζει ευχαριστημένο.
Η αλήθεια είναι πως ο νεωκόρος κοντά στ’ άλλα του ελαττώματα, -ήταν ψεύτης και παιδεραστής-, είχε και την κακή συνήθεια να σουφρώνει φαγώσιμα. Ήταν ο ίδιος που’ χε ρημάξει τους κήπους με τα φρούτα και τα λαχανικά των σπιτιών που’ βλεπαν στην εκκλησία. Για κάποιο διάστημα είχε μάλιστα επεκτείνει τη δράση του και σε πιο απομακρυσμένες γειτονιές που’ χαν κοτέτσια όμως ο φόβος πως τέτοιες προχωρημένες δραστηριότητες μπορούσαν να βλάψουν την σταδιοδρομία του που’ ταν ακόμα στην αρχή της, τον ανάγκασαν να αυτοπεριοριστεί.
Τώρα δα έτυχε να βρίσκεται στην τσέπη του κάποιο απομεινάρι από το απογευματινό παράνομο κολατσιό του, ένα λίγο ζουληγμένο υπερώριμο αχλάδι. Ο νεωκόρος είχε πείρα αρκετών χρόνων πια ώστε να μπορεί να βρίσκει τρόπο διαφυγής εκεί που οι άλλοι δε βλέπουν καμιά. Άλλωστε χάρη σ’ αυτή του την ικανότητα κατάφερνε να διατηρεί ακόμα τη συμπληρωματική του θέση βοηθού κατηχητή των μικρότερων τάξεων του Λυκείου των αγοριών ενώ είχε επανειλημμένα καταγγελθεί σαν σάτυρος.
Τέλος πάντων η ετοιμότητά του τη δεδομένη στιγμή ήταν ό,τι χρεαζόταν. Το ζώο ηρέμησε πάλι και μπόρεσαν να τελειώσουν με την ησυχία τους το μυστήριο που τόσο ανάρμοστα είχε διακοπεί.
Την ώρα που οι νεόνυμφοι και η χαρούμενη ακολουθία τους με γέλια και πειράγματα πλησίαζαν προς την έξοδο ένα από τα κοριτσάκια που’ χε φτάσει πρώτο έβγαλε το κεφάλι του έξω γέρνοντας τη λευκή ίσα με το μπόι του λαμπάδα που κρατούσε στο χέρι και τσίριξε: ‘Δε βρέχει! Δε βρέχει’. Ο νεωκόρος με τον διάκο το άκουσαν αυτό από το βάθος της εκκλησίας όπου καταγίνονταν με το συγύρισμα του ιερού σβήνοντας τα κεριά με άμμο κι ο διάκος πιο πολύ έδειξε την ευχαρίστησή του μ’ ένα ρουθούνισμα επιδοκιμασίας γι’ αυτή την αλλαγή του καιρού προς το πιο υποφερτό.
Όλη η παρέα είχε βγει πια στα σκαλιά, ακόμη κι ο παπάς που’ χε συνοδέψει τον μεσόκοπο κύριο και κάτω από το κίτρινο φως της λάμπας που τρεμόπαιζε φαινόταν να’ χει μια πολύ σοβαρή μα και καλόκεφη συζήτηση μαζί του.
Ξαφνικά από το στενό, εκείνο το ίδιο όπου είχε χαθεί ο περαστικός γέρος στην αρχή της ιστορίας μας, ακούστηκε ένας μικρός αρχικά σαματάς και κάτι φάνηκε να σπινθηρίζει στο σκοτάδι. Ήταν μια μικρή ομάδα από πλανόδιους μουσικούς του τσίρκου που φορούσαν γυαλιστερά ρούχα και αστεία καπέλα με ηλεκτρικά γλομπάκια σε διάφορα χρώματα. Έπαιζαν άρρυθμα και υποβλητικά προχωρώντας προς τη εκκλησία κι όταν είδαν το γαμπρό και τη νύφη κοντοστάθηκαν κι αφού συνεννοήθηκαν λίγο μεταξύ τους σταμάτησαν ακριβώς μπροστά στα σκαλιά και βάλθηκαν να παίζουν ένα εύθυμο τραγουδάκι της μόδας. Οι παράνυμφοι ενθουσιασμένες χτύπησαν παλαμάκια. Το κοριτσάκι που λίγο πριν είχε αναγγείλει το τέλος της βροχής τώρα φώναξε: ‘Τι ωραία! Τα όργανα!’. Όλοι χαμογελούσαν και ιδιαίτερα η νύφη που φαινόταν να διασκεδάζει πολύ παρόλο που έδειχνε τόσο συγκρατημένη και σεμνή.
Οι μουσικοί που’ χε τύχει να βγουν εκείνο το βράδυ για να διαφημίσουν την αυριανή τους παράσταση συνέχισαν να παίζουν με ολοένα και μεγαλύτερο κέφι καταλαβαίνοντας πως είχαν βρεθεί στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή. Έπαιζαν τώρα το ‘Κράτα με απόψε στα μαργαριταρένια σου χέρια’, μια άλλη επιτυχία που ξεσήκωσε από τις πρώτες κιόλας νότες τα μπράβο της συντροφιάς. Βγήκαν κι ο διάκος με τον νεωκόρο και θαύμαζαν τον μελαψό βιολιστή που φορούσε μια ολόσωμη κίτρινη φόρμα με κουδουνάκια στο λαιμό και στα χέρια κι έμοιαζε απόλυτα δοσμένος στον ρυθμό της μουσικής.
8/2008, 1987;
more...







































