Saturday, March 29, 2008

Της άνοιξης


Κάθισα στο πεζούλι κάτω από ένα πέτρινο φανάρι. Μετά τη βροχή, βροχή πάνω μου τα πέταλα της κερασιάς. Πιο δίπλα σ’ ένα άλλο πεζούλι ακριβώς όμοιο με το δικό μου μια γάτα που λιάζεται.

Μια γυναίκα με το μωρό της μόλις προσκύνησε στο ναό, με πλησιάζει. Μου γέλασε όταν πρόσεξε πως και το μωρό της μου γελούσε από το καρότσι του. Του τραβά προς τα πίσω το σκουφάκι να δει το μέτωπό του ο ήλιος. Φέρνει πιο κοντά το καρότσι στη γάτα πάντα κρατώντας απόσταση ασφαλείας, το παιδί απλώνει το χέρι προς το μέρος της. Η γάτα αδιαφορεί βαθύτατα γι’ αυτή την ξαφνική συγκέντρωση προσοχής.

Το μωρό κοιτάζει μια τη γάτα μια εμένα. Τι θα μείνει στη μνήμη του άραγε μετά από χρόνια; Θα μείνει τίποτα; αναρωτιέμαι. Θα μπορέσει ν’ ανακαλέσει έστω κάτι απ’ αυτή την ανοιξιάτικα ηλιόλουστη επίσκεψη στον Shinto ναό Nezu?

Μ’ ένα αναπάντεχο άλμα της μνήμης προς τα πίσω τριάντα ολόκληρα χρόνια πριν βλέπω τον εαυτό μου να τριποδίζει ανάμεσα σ’ ένα σμήνος καταδεκτικά περιστέρια μπροστά στο Μνημείο του Αγνώστου στο Σύνταγμα. Έχω δει τις φωτογραφίες, φοράω ένα φουστανάκι που στην ασπρόμαυρη βγαίνει γκρι, και μοιάζω απορημένη, σχεδόν συνοφρυωμένη κάτω απ’ τον ήλιο που με στραβώνει.

Τη θυμάμαι τη σκηνή ή μήπως νομίζω πως τη θυμάμαι, τόσες φορές που είδα τις φωτογραφίες, τόσο πολύ που μου το 'χουν διηγηθεί;

Φυσάει. Από το ναό έρχεται μια ανακατεμένη μυρωδιά θυμιάματος και φρέσκιας μπογιάς από τις εργασίες συντήρησης. Κι άλλα πέταλα από τις κερασιές στρώνονται σα να 'χει χιονίσει. Πατούν απρόθυμα οι πιστοί αυτό το λευκορόδινο χαλί καθώς πλησιάζουν. Ακούγεται ο ήχος των κερμάτων που πέφτουν στο ξύλινο κουτί των προσφορών, δυο φορές το χτύπημα των χεριών σε στάση προσευχής και μετά η μεταλλική φωνή της καμπάνας. Ακούνε άραγε οι θεοί από ψηλά;

Με πιάνει μια απότομη κούραση. Μόλις συνειδητοποίησα, κι ενώ η γάτα παραμένει στην ίδια θέση κι η γυναίκα με το μωρό έχει φύγει, πως δεν είμαι πια το παιδί της μητέρας μου. Πόσον καιρό; Ίσως εδώ και δυο χρόνια τώρα.

Τι θα 'λεγε η μητέρα μου; πως θα της φαινόταν η σκηνή εδώ; θα 'θελα πολύ να το ξέρω. Θα 'λεγε κάτι; Θα 'δειχνε χαρά, συγκίνηση, περιέργεια ή μήπως θα παρέμενε γαλήνια, ανέκφραστη, όπως φαίνεται μόνιμα πια μπροστά στο καθετί; Σχεδόν δυσκολεύομαι να τοποθετήσω με τη φαντασία μου τη μητέρα μου κάτω απ’ τις κερασιές εδώ σ’ αυτή την ανοιξιάτικη σκηνή στην καρδιά του Tόκιο.

Αισθάνομαι μεγάλη, επιτέλους ώριμη πια, και καθώς κάτι αιχμηρό σκίζει την καρδιά μου στα δυο χωρίς να 'ναι λύπη, -ή μήπως είναι ακριβώς το αντίθετο, ευτυχία; τόσο λαμπρή είναι η μέρα, τόσο τρυφερά τα άνθη της κερασιάς παντού γύρω μου, στους ώμους, στα μαλλιά μου-, μια χαμογελάω, μια κλαίω, μια κλαίω, μια χαμογελάω, κι η μητέρα γίνεται το δικό μου παιδί.

11/4/95

more...

Friday, March 21, 2008

Μεσάνυχτα στη χώρα των φαντασμάτων


Στο τέλος δεν άντεξε το κρύο και χώθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου έχασκε ορθάνοιχτη η πόρτα. Τα μάτια του βέβαια τα είχε δεκατέσσερα μη χάσει την έξοδο του Αδιάβροχου από το μετρό. Ο Αδιάβροχος, -από το ίδιο μ’ όλους τους καιρούς αδιάβροχο που του 'χε γίνει δεύτερο δέρμα- ήταν ο dealer του.

Πίσω απ’ το παγωμένο τζάμι μαζεύτηκε κι άλλο στο σακάκι του, στο ίδιο του το σώμα μέσα σα να 'θελε να πιάσει τον ελάχιστο δυνατό χώρο. Έτσι έκανε πάντα, “ο σκοπός είναι να μην αφήνει κανείς ίχνη, να περνά με όσο γίνεται ελαφρύτερα βήματα από τη ζωή”, έλεγε.

Έξω στη στοά τα πρεζάκια πηγαινοέρχονταν κάνοντας ουρά για τους λιγοστούς περαστικούς και επιβάτες. Εκείνος μακάριζε την τύχη του που δεν ήταν υποχρεωμένος να κάνει το ίδιο. Προς το παρόν.

Έπεφτε γρήγορα η νύχτα κι η υγρασία καθόταν βαριά παντού. Για να προφυλαχτεί, ένας χοντρός κρύφτηκε πίσω απ’ την πιο μεγάλη κολόνα κι άρχισε να τρώει ένα σάντουιτς φαρδύ σαν παντόφλα. Η μυρωδιά τρύπωσε απ΄ την είσοδο και του 'σφιξε το στομάχι. Θυμήθηκε πως δεν είχε φάει σοβαρά από χτες κι η σκέψη τον ενόχλησε με την αναγκαιότητα της υπενθύμισης. Σπάνια πεινούσε πια.

Λίγο πιο πάνω από το τρίτο και τελευταίο σκαλί του πλατύσκαλου που έβγαινε στη στοά γυάλισε για μια στιγμή ένα όνομα και κάτι άλλα χαραγμένα στη μουτζουρωμένη με graffiti επένδυση, καθώς μια μηχανή ανέβαινε στο πεζοδρόμιο για να παρκάρει. Ξεμύτισε μέχρις εκεί από περιέργεια: Ιφιγένεια Περαχώρη, αρχιτέκτων, 1968, με χρυσούς αρχαιοπρεπείς χαρακτήρες. “Για φαντάσου! Τι γύρευε εδώ η σπουργιτίνα η Ελισαβέτα;”. Δε θυμόταν ποτέ πριν να 'χει ξανασυναντήσει γυναικεία υπογραφή ανάμεσα στους μηχανικούς της εποχής. Έριξε μια καλή ματιά τριγύρω του προς τιμήν της αλλά δεν είδε τίποτα πιο ενδιαφέρον από ό,τι δεν είχε σχεδόν προσέξει προτύτερα: μια στριμωγμένη είσοδο όλο τζάμι με χιλιοβαμμένη μεταλλική κάσα ξυστά δίπλα στο υποχρεωτικό υπόγειο, μάρμαρα κακής ποιότητας που σ’ έφερναν φάτσα στο ασανσέρ, και κάτω από την σκάλα θυρίδες αλληλογραφίας, όλα γκρι. Από τον ξεδοντιασμένο πίνακα με τις ταμπέλες φαινόταν καθαρά πως μόνο μία επιχείρηση είχε ακόμα την έδρα της στο παραμελημένο εξαώροφο: μια εταιρεία μεταφορών στον 4ο. Το έργο, -ίσως και καμάρι, ποιος ξέρει;-, της κας
Περαχώρη, όπως και τόσα άλλα της γενιάς του είχε γεράσει άσχημα.

Τρύπωσε πάλι μέσα και για μια στιγμή σκέφτηκε να κλείσει την πόρτα όμως τον σταμάτησε η παράλογη ιδέα πως αν κάτι πήγαινε στραβά μπορούσε και ν' αποκλειστεί εδώ πέρα, δυο μόλις βήματα από τον στόχο του. Την άφησε λοιπόν ανοιχτή κι ας έμπαζε. Συνέχισε να ξεροσταλιάζει. Έπιασε να χτυπάει πότε-πότε τα πόδια του για να ζεσταθεί, να κάνει καμιά δειλή στροφή, στο τέλος προχώρησε λιγάκι πιο μέσα στο βάθος. Κάθισε κάτω-κάτω στη σκάλα και συνέχισε να παρατηρεί με αμείωτη ένταση την κίνηση έξω που διαρκώς λιγόστευε. Για να περάσει η ώρα άρχισε να λογαριάζει πόσων χρονών θα 'ταν τώρα, αν ζούσε βέβαια, η αρχιτέκτονας. Ακόμα και το πρώτο της έργο να 'ταν, θα κόντευε τριάντα τότε, που σημαίνει θα 'ταν το λιγότερο εβδομήντα και βάλε σήμερα, στην ηλικία των γονιών του πιθανότατα με παιδιά κι εγγόνια. Ίσως να 'χαν γίνει και τα παιδιά της μηχανικοί, ίσως πάλι βλέποντας την κατάντια του έργου της μάνας τους να 'χαν επιλέξει ο,τιδήποτε άλλο.

Φαντάστηκε μετά πως θα 'ταν αν δούλευε στην εταιρεία του 4ου. Τότε βέβαια θα 'πρεπε να είναι ξένος εργάτης, μόνο αυτοί έκαναν πια τέτοιες βαριές δουλειές. Να 'σαι ξένος και να μη μπορείς καλά-καλά να διαβάσεις την ταμπέλα στην είσοδο, μόνο ν’ ανεβοκατεβαίνεις με το κακομοιριασμένο ασανσέρ, ν’ αράζεις στην κακοφωτισμένη είσοδο περιμένοντας το φορτηγό, πάντα σ’ αυτή τη στοά δίπλα στο μετρό, κι αυτή να είναι η καθημερινότητά σου.

“Κι εγώ;”, σκέφτηκε, “μήπως εγώ τα πηγαίνω καλύτερα;”. Αυτός βέβαια ήταν “ένας καλλιτέχνης της ζωής”, όπως του άρεσε να αυτοπαρουσιάζεται μετά το τέταρτο ποτό τα βράδια στα μπαράκια κάθε φορά που στην παρέα εμφανιζόταν κάποια καινούργια πιτσιρίκα γεμάτη από τον ενθουσιασμό και την άγνοια της ηλικίας της, έτοιμη να εντυπωσιαστεί και να αφοσιωθεί –τουλάχιστον για κάποιο διάστημα- χωρίς όρια. Εκείνος είχε καταπιαστεί μ’ ένα σωρό πράγματα, και στην αρχή μάλιστα με καλά αποτελέσματα. Στην ηλικία που πρέπει να 'ταν η κα Περαχώρη όταν υπέγραφε την αντιπαροχή της είχε κάνει κιόλας τα πιο επιτυχημένα –βλέπε αποδεκτά- έργα του, και ούτε καν εδώ μα στο εξωτερικό: ζωγραφική, φωτογραφία, μερικές πειραματικές ταινίες μικρού μήκους. Δεκαπέντε χρόνια μετά χαμένος στο Διαδίκτυο δυσκολευόταν ν' απαντήσει όταν τον ρωτούσαν με τι ασχολούνταν σήμερα, ελάχιστοι καταλάβαιναν έτσι κι αλλιώς.

Στο διάστημα που είχε περάσει εξερευνώντας και αναπτύσσοντας όλες τις δυνατότητες που έφερνε μέσα του από παιδί, κάθε προδιάθεση, ακόμα και την πιο ριψοκίνδυνη, έφτιαξε από τον εαυτό του ένα πολυεπίπεδο, συχνά αντιφατικό κατασκεύασμα που η ίδια του η πολυπλοκότητα τον απομάκρυνε για πάντα από τις περισσότερες διδιάστατες κατασκευές γύρω του. Υπήρχαν φυσικά και οι εξαιρέσεις, άλλα περίπλοκα, ενδιαφέροντα κατασκευάσματα, όσοι δεν είχαν ξεπουληθεί εννοείται ευχαρίστως στην αγορά καταντώντας απλοί ακροβάτες και κλόουν της τέχνης τους. Κι απ’ αυτούς όμως που απέμεναν, τους λίγους, αρκετοί, και με τον καιρό όλο και περισσότεροι, άγγιζαν τα όριά τους και χάνονταν. Τους τσάκιζε η ηλικία, η ζωή με τις στυγνές απαιτήσεις της. Πίσω από καθέναν απ’ αυτούς έμεναν πέρα από ένα μικρό και χιλιοβασανισμένο έργο συνήθως, μόνο αναμνήσεις.

Εκείνος προς το παρόν το έλεγχε, ακόμα και στην κόψη του ξυραφιού το έλεγχε. Ακόμα και τις φορές που τον είχε πάρει από κάτω, το είχε. Έμοιαζε τόσο λεπτεπίλεπτος στο τζάμι της εισόδου που του 'στελνε όσο σκοτείνιαζε έξω το είδωλό του πίσω με μια ολοένα και μεγαλύτερη φωτεινότητα, κι όμως ήταν δυνατός. Χαμογέλασε στην εικόνα του τώρα με αυταρέσκεια σηκώνοντας μια ιδέα τους ώμους, κι ήταν μια από τις κινήσεις τις τόσο δικές του που τον έκανε πραγματικά ακαταμάχητο, και το ήξερε. Μπορούσε να μιλάει με τις ώρες, να ταξιδεύει εκείνους που ενδιαφέρονταν να τον ακούσουν σε μέρη που φαίνονταν σκοτεινά κι επικίνδυνα μόνο και μόνο γιατί οι περισσότεροι δεν τολμούσαν να παραδεχτούν πως θα 'θελαν πολύ να γνωρίσουν. Τους ταξίδευε μέσα τους. Τους άπλωνε το χέρι όμως οι πιο πολλοί έκαναν πίσω. Ακόμα κι εκείνοι που θα μπορούσαν ν’ ακολουθήσουν έκαναν πίσω.

Τότε άρχισε ν' απλοποιεί την περίπλοκη κατασκευή, να κόβει από παντού το θαυμάσια ασυνάρτητο κατασκεύασμα μέχρι να το φέρει στα όρια της επιβίωσης και της λογικής. Ελαφρύς σαν φύλλο πέταξε ανάμεσά τους αλλά και πάλι η συμπυκνωμένη του παρουσία ήταν υπερβολική για τους πανικόβλητους. Στο τέλος όσοι δεν έφυγαν σταμάτησαν ακόμα και να τον αντιλαμβάνονται, να τον προσέχουν. Πετυχαίνοντας τον τελικό του σκοπό είχε εξαφανιστεί.

Κάπνιζε το δεύτερο τσιγάρο με σταθερό χέρι πια και μάτια πάντα στο είδωλό του στο τζάμι. Στην ησυχία του δρόμου που όλο κι ανέβαινε άκουσε μια πόρτα ν’ ανοίγει. Μπροστά του από τα σκαλιά στο υπόγειο αναδύθηκαν αργά πρώτα η λεπτή πλάτη ενός άντρα και στη συνέχεια μια πιτσιρίκα με ξανθά μαλλιά. Βγήκαν κι οι δυο στη στοά και σα να 'ταν συνεννοημένοι γύρισαν σχεδόν χορευτικά και τον κοίταξαν γελαστά μέσα απ’ το τζάμι.

“Ηanna!” τρόμαξε εκείνος και του 'πεσε το τσιγάρο από το χέρι γιατί είχε να τη δει από τότε που ήταν φοιτητές, την πρώτη, τη μεγάλη του αγάπη, και δεν είχε αλλάξει καθόλου όλ' αυτά τα χρόνια. Κι η ταραχή που τον είχε αφήσει άφωνο τον εμπόδισε στην αρχή να προσέξει πως χωνεύονταν τα χαρακτηριστικά του ειδώλου του μέσα στην εικόνα του άγνωστου άντρα μέχρι που στο τέλος δίπλα της έβλεπε μόνο τον εαυτό του.

Αχ, η Ηanna τον είχε ακολουθήσει από τότε που καλά-καλά κανένας τους δε γνώριζε όλες τις κρυμμένες δυνατότητες, όλους τους επικίνδυνους παράξενους δρόμους. Η Ηanna τον ακολουθούσε πάντα με μια μεταδοτική ζωντάνια, ένα θάρρος για ζωή που ποτέ του δεν ξανασυνάντησε. Η Hanna, μόνο εκείνη τον είχε ακολουθήσει, μέχρι που πέρασε μπροστά του και χώρισαν οι δρόμοι τους. Τώρα ερχόταν πάλι για κείνον και με πόση ανακούφιση για μια φορά μπορούσε επιτέλους να βαδίσει στα βήματα κάποιου άλλου. Με απόλυτη εμπιστοσύνη σηκώθηκε, άνοιξε τα χέρια του σε μια μεγάλη αγκαλιά και πέρασε, ελεύθερος πια, μέσα απ’ το τζάμι.

2008

more...

Saturday, March 15, 2008

Ξινός τραχανάς

(από deplaced ή αστικός πόνος 20/20)


«Θα γράφεις όμως, μου το υπόσχεσαι?», γύρισες και μου 'πες ενώ έβαζες τις μπότες σου. «Και βέβαια θα γράφω! έχω τόσο υλικό, ειδικά μετά την εκδρομή. Πως σου φαίνεται αυτό: «Ο Τραχανάς που Δεν Έβραζε», για παιδιά και για μεγάλους». Έκανες μια γκριμάτσα, άνοιξες την πόρτα: «Μα δεν έγραφες ποτέ για παιδιά....», μου 'κλεισες το μάτι κι έπειτα χάθηκες στον διάδρομο. Θα κάνω δυο χρόνια να σε ξαναδώ, ούτε να μπάρκαρες όπως παλιά, κι έπειτα σου λένε πως μίκρυναν οι αποστάσεις ... όμως στο Δίκτυο είναι αλλιώς. Αυτά έγιναν την περασμένη βδομάδα κι απ’ το ταξίδι μας έχω ακόμα τον τραχανά. Πάει κιόλας το τσίπουρο, το ήπια «για θεραπευτικούς λόγους», κι ας μην είμαι πολύ σίγουρη πως ταιριάζει με την ομοιοπαθητική.

Τις τελευταίες μέρες βρέχει καταρρακτωδώς, ξεκινά το απόγευμα και πιάνει μέχρι το βράδυ. Κάτι βροχές φοβερές που δεν τις έχω ξαναδεί εδώ, τροπικές, επισκέπτριες, που δεν κολλάνε στο κλίμα αλλά δε λένε να χαμηλώσουν τους τόνους ή να ξεκουμπιστούν. Γεμίζουν απελπισμένα τα υπόγεια και τα δελτία ειδήσεων, οι «ειδικοί» λένε πως θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε μαζί τους. Κάθε απόγευμα λοιπόν, μόλις πέφτει το φως, -και βραδιάζει νωρίς πια-, πέφτει κι ένα γκρίζο καπάκι πάνω απ’ την πόλη και η ζέστη που σε κάνει να κολλάς απ’ το πρωί χάνεται, πιάνει απότομα ψύχρα. Αρχίζει ο χορός των αστραπών, λευκών και παγωμένων, και τρομάζει η γάτα. Εγώ πια όχι, τις συνήθισα, προσπαθώ να τις συμπαθήσω με το να φαντάζομαι πως αυτό δεν συμβαίνει εδώ, αλλά στο αγαπημένο μου Τ…. με το που μπαίνει το φθινόπωρο και πιάνουν οι τυφώνες, ακόμα κι εκεί όμως, ανησυχητικά όλο και πιο νωρίς.

Τώρα που σου γράφω βρέχει πάντα, χώνεται η ασταμάτητη κίνηση κι οι αντανακλάσεις απ’ τα φώτα της λεωφόρου μέχρι την οθόνη μου που αναβοσβήνει σα να βρίσκομαι σε κάποιο αμερικάνικο motel σε road movie, εκεί που έχει πάντα νύχτα και μόνο ροζ και πορτοκαλί neon, όμως πόση θλίψη....Ο δολοφόνος πάντα πίσω απ΄ την κουρτίνα του μπάνιου με το μαχαίρι στο χέρι («να το σβήσεις αυτό, πολύ επιτηδευμένο», σ’ ακούω να λες).

Εσείς πάλι στο κάτω μισό του πλανήτη θα 'χετε ζέστη και ξηρασία. Σε βλέπω in the back yard, κρατάς το κομμάτι ξερό ξύλο που άφησε πίσω της η τραβηγμένη όχθη της λίμνης και πέρασες με χίλιους κόπους από την καραντίνα του αεροδρομίου. Σκέφτεσαι να το κάνεις κάτι αλλά τι? το στριφογυρίζεις στα χέρια σου, έχεις μια φρέσκια πληγή στον αντίχειρα του δεξιού, πάλι κόπηκες με τις δουλειές στον κήπο αλλά κι αυτό θα περάσει. Ο τραχανάς λοιπόν ... δεν σου είπα, έγινε ένα παράξενο πράγμα. Πριν δυο μέρες -

Στον Νικόλα

Ξινός τραχανάς

Η βροχή έπεφτε μονότονα, η κουζίνα βούλιαζε στην υγρασία. Από το φωταγωγό χτύπαγε πάνω της ό,τι απέμενε από ένα εξωπραγματικό γαλάζιο φως αφού είχαν φύγει κι οι τελευταίοι από τον οδοντίατρο απέναντι. Τέντωσε τα χέρια της μπροστά, βάφτηκαν και κείνα μπλε. Πόσο διαφορετικό κι αυτό το βράδυ! Είχε γυρίσει απ’ την δεκαήμερη εκδρομή, την τελευταία τους μαζί εδώ και μια βδομάδα αλλά για κάποιο λόγο δε μπορούσε ακόμα να προσαρμοστεί. Τα πρωινά και τα βράδια ήταν τα χειρότερα. Τα πρώτα γιατί της έλειπε η εικόνα του -είχε ξυπνήσει πρώτος και φτιάξει καφέ- με τις πυτζάμες δίπλα στην ξυλόσομπα, τα δεύτερα γιατί αναζητούσε το φιλί του για καληνύχτα.

Τώρα λουσμένη στο φως απ’ έξω θάπρεπε να πάψει να παριστάνει τη θλιμμένη ηρωίδα και ν’ ανάψει το φως μέσα. Αντί γι’ αυτό χρονοτριβούσε σαν παιδί που δεν τ' αποφασίζει να ξυπνήσει απ’ τον εφιάλτη του, η πραγματικότητα θα 'ναι ακόμα χειρότερη. Η γάτα τρίφτηκε παραπονεμένη στα πόδια της. Νηστική. Χτύπησε το τηλέφωνο και βγήκε ο τηλεφωνητής: «you’ve reached 9898...», είπε η πολύ αποστασιοποιημένη φωνή που ήταν δική της. Μπιπ, μπιπ, έκανε ο τηλεφωνητής μα κανείς δεν άφησε μήνυμα κι ας τους είχε παρακαλέσει. Με μηχανικές κινήσεις σαν κούκλα που είναι προορισμένη να χορέψει αλλά κάποιο μικρό ελατήριο μέσα της έσπασε ξαφνικά έλουσε την κουζίνα της στο φως, η μπλε φαντασμαγορία πήγε αμέσως για ύπνο, -μέχρι το επόμενο βράδυ οπότε και θα έπαιρνε την εκδίκησή της αργώντας να εξαφανιστεί, θα υπήρχε κόσμος στο λευκό σκηνικό μέχρι τις 11.00

Θα βάλει μουσική? Θα μαγειρέψει? Ο ήχος από το «μαγειρέψει» τηλεπαθητικά έκανε γκελ πάνω στη γάτα που τέντωσε μ’ ελπίδα τ’ αυτιά της. Λίγο αργότερα θ’ αρκούνταν ευχαρίστως σε ξηρά τροφή. Ούτε καν κονσέρβα, ακόμα και τα κρακεράκια της ήταν τα τελευταία. Τσαλάκωσε την πλαστικοποιημένη σακούλα με δυσκολία, όμως ο θόρυβος είχε γίνει κιόλας τα κλαδάκια απ’ το προσάναμμα στο τζάκι όταν αρχίζουν να καίγονται.

Εκείνος έκανε πίσω στην πολυθρόνα του, έστριψε τσιγάρο, μετά απέμεινε να κοιτάει τη φωτιά που είχε φουντώσει κι έτριζε με δύναμη. Της φαινόταν πως την ίδια δεν την κοίταζε παρά πολύ σπάνια κι ωστόσο ποτέ άλλοτε δεν είχε αισθανθεί την αδιάκοπη προσοχή κάποιου επάνω της με τόσο έντονο τρόπο. Τριγυρισμένη, καλά-καλά τυλιγμένη με την αγάπη του κουλουριάστηκε κι άλλο στο κρεβάτι του, πάνω στη φλοκάτη.

Μες απ’ την τσάντα χτύπησε το κινητό, χτύπησε, χτύπησε. Η γάτα σταμάτησε για μια στιγμή να γλείφεται στη μαξιλάρα που καθότανε. Χορτασμένη. Για μια στιγμή μόνο. «Για λίγο μόνο, άσε με να μείνω... κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό μου κι εδώ είναι τόσο ζεστά...» Σαν τη γάτα πριν και κείνη παρακάλεσε αλλά άδικος κόπος, το 'ξεραν βέβαια κι οι δυο, τι χρειάζονταν, τι θα συνέβαινε αν έμενε κι άλλο πάνω στη φλοκάτη, πάνω στο κρεβάτι, δίπλα στο τζάκι, στο δικό του δωμάτιο. Τη φίλησε απαλά αποφεύγοντας με κάθε τρόπο τα χείλη της: «aprite bune» (*).

«Να 'ξερα μόνο από που έρχονται, πως καταφέρνουν και γλιστράνε με το παραμικρό όταν δεν τις περιμένεις οι εικόνες, οι αναμνήσεις...», αλλά έτσι το 'λεγε χωρίς πεποίθηση και την έτσουζαν τα μάτια της. Το τζάκι είχε καπνίσει τελικά, ακόμα και κει πάνω φυσούσε πράγμα περίεργο για την εποχή, νοτιάς.

Θα μαγειρέψει? Ναι, καλύτερα να μαγειρέψει, είναι μέρες που τρέφεται με καπνιστό τυρί και ψωμί του τοστ. Το μαγείρεμα, κι ας μην τα πολυκαταφέρνει, της κάνει καλό, την ηρεμεί. «Πάντως θα του τα γράψω όλ’ αυτά στο mail», έτσι έλεγε μα δεν θα το 'κανε, είχαν ανταλλάξει κιόλας κανα δυο μηνύματα από τότε που γύρισε, πάντα τυπικά. Θα φτιάξει ξινό τραχανά. Είναι απλό και νόστιμο πιάτο. Μόνο που δεν θα βάλει ντομάτα, δεν έχει τίποτα φρέσκο στο ψυγείο.


Ενώ εκεί ... εκεί ήταν όλα πολύ εύκολα, σχεδόν άπλωνες το χέρι και σαν από θαύμα προσγειώνονταν στο τραπέζι φρέσκα κρεμμυδάκια, μαρούλια, για να μην πούμε για τα κάστανα, τα κυδώνια ... Μμμ, σαν από θαύμα, ε? Αυτό ήταν ανακριβές στην επιεικέστερη των περιπτώσεων και το 'ξερε καλά, φυσικά και δεν υπήρχε κανένα θαύμα, ή τουλάχιστον το θαύμα δεν ήταν αυτό. Εκείνη μόνο ξερίζωνε, αυτό έκανε το χέρι που τα 'βρισκε όλα εύκολα. Απαλά βέβαια και συχνά αν όχι πάντα με την συναίσθηση ότι έκανε κάτι «ιερό», όμως έστω κι έτσι, ξερίζωνε. Ξερίζωνε χωρίς να 'χει φυτέψει πριν. Επισκέπτρια ήταν, τουρίστρια κι όχι το «αγαπημένο παιδί της φύσης». Ξένη. Εκείνος την ένιωθε τη χαρά της μα και την απόστασή της απ’ τα πράγματα, δεν θα τον ξεγελούσε ποτέ αλλά δεν την πείραζε, την άφηνε στο παιχνίδι της που σιγά-σιγά έγινε παιχνίδι και των δυο.

Τραχανάς λοιπόν. Θα 'ναι έτοιμος αμέσως και χωρίς πολλά-πολλά. Πόσο νόστιμο τον έκανε η γιαγιά! Βέβαια έβαζε και ντομάτα αν θυμάται καλά, κάπως σαν κοκκινισμένο τον είχε στο μυαλό της, και πολύ λαδερό. Αν δεν της πετύχει μάλλον δεν θα φταίει που δεν είχε ντομάτα, κάτι άλλο θα φταίει. Τι έφταιγε που η γιαγιά δεν τη συμπάθησε καθόλου απ΄ την αρχή?

Η γιαγιά. Πλατιά σαν πατρίδα και στρογγυλή σαν τις πίτες που 'φτιαχνε στα κάρβουνα. Αεικίνητη, με το σίγουρο περπάτημα του ανθρώπου που δεν ντράπηκε ποτέ για τη δουλειά που κάνει, έσερνε πίσω της μπερδεμένες όλες τις μυρωδιές της γης και γω δεν χόρταινα να τις ακολουθώ προσπαθώντας μάταια να τις ξεμπερδέψω. Μας ένωναν μόνο οι απογευματινές σαπουνόπερες αλλά ούτε κι εκεί κατά βάθος ταίριαζα, καθόμουν βέβαια και της έκανα παρέα όταν εσύ όλο και κάποιον ξάδερφο είχες να χαιρετήσεις «στο καφενείο που πηγαίνουν ακόμα μόνο άντρες», όμως πιο πολύ χάζευα με το ένα μάτι κολλημένο στο τζάκι. Ο χορός της φωτιάς μου φαινόταν πολύ πιο συναρπαστικός από την παράλογη δράση στην οθόνη και μερικές φορές άθελά μου κάγχαζα όταν εκείνη μισο-αστεία μισο-σοβαρά συμμετείχε στο δράμα.

Φραπ! που βρέθηκαν κουνούπια Νοέμβρη μήνα! Ακόμα και κει πάνω είχε μύγες, πρώτη φορά. Έτριψε τον τσιμπημένο της αγκώνα κι έβαλε νερό να βράσει. Και μέχρι να κοχλάσει το νερό θυμήθηκε το ξερό ποτάμι και τη μυλόπετρα που 'στεκε μουγκή κάτω απ’ τον θεόρατο πλάτανο. Με τη δύναμη της φαντασίας έβαλε και κείνη την περίπλοκη ξύλινη κατασκευή που είχε ξεχάσει τ' όνομά της, να γυρίζει κάτω απ’ το ορμητικό νερό και να χτυπά με σαματά τις βελέντζες. Ήθελε πολλή φαντασία για να καταφέρει κάτι τέτοιο, το νερό το τραβούσαν εδώ και χρόνια στο χωριό, στο ποτάμι απέμενε μισογκρεμισμένη η άχρηστη γέφυρα. Όμως ήταν όμορφα, πολύ όμορφα, -δεν θα 'λεγε με τίποτα: θαύμα!-, δίπλα στο αλλοτινό ποτάμι.





Έριξε τον τραχανά στην κατσαρόλα και το τσιρτσίρισμα της έφερε στο μυαλό τα κόκκινα φύλλα που τριζοβολούσαν κάτω απ΄ τα πόδια της. Περπατούσαν για ώρα κατά μήκος μιας παραδόξως ακόμα γερής και στη θέση της πέτρινης μάντρας που έκλεινε ένα παρατημένο μοναστήρι: του Άβελ και της Ζωοδόχου Πηγής. Πρώτη φορά έβλεπε μονή αφιερωμένη στον Άβελ, κι όσο για τη Ζωοδόχο Πηγή, αυτή είχε καθαρά αλλάξει τόπο διαμονής. «Κι αν αφιέρωναν το μοναστήρι στον Κάιν?», γύρισα και σε κοίταξα, γέλασες. Ήταν όμως μια προσωπικότητα που από παιδί «θαύμαζα», ναι, θαύμαζα, και λυπόμουν μαζί. Τώρα σ’έναν τέτοιο έρημο τόπο ο Κάιν θα μπορούσε να μείνει, δεν θα χρώσταγε χάρη σε κανέναν. Τη στιγμή ακριβώς που μνημόνευσε τον Κάιν -ή ήταν σύμπτωση?-, ο τραχανάς άρχισε να κοχλάζει. Για την ακρίβεια ο τραχανάς κόχλαζε κι η κατσαρόλα χοροπήδαγε. Έσκυψε απορημένη από πάνω του και μισάνοιξε το σκέπασμα όμως τότε ο θόρυβος έγινε εκκωφαντικός κι η πλάκα της κουζίνας γέμισε πιτσιλιές. Σαν κουτσουλιές της φάνηκαν, ξανάβαλε το καπάκι και κράτησε κάποια απόσταση για να μπορεί να ελέγχει το φαινόμενο αν υπήρχε ανάγκη.

Ο τραχανάς συνέχιζε να κοχλάζει, υπόκωφα, σταθερά σα να ετοίμαζε κάποια σπουδαία έκρηξη που θα συγκλόνιζε την κουζίνα και τον κόσμο. Η γάτα εμφανίστηκε από τη ντουλάπα γεμάτη ένταση. Η παράξενη μουσική συνεχίστηκε ακόμα κι όταν χαμήλωσε τη φωτιά. Έπεσε ένα τόνο πιο χαμηλά βέβαια αλλά εξακολουθούσε. Στο τέλος πήρε την κατσαρόλα απ’ το μάτι και τη μισοξεσκέπασε. Ο τραχανάς είχε βράσει, μύριζε ξινά -φυσικά-, κι είχε γίνει ένα κιτρινόλευκο σώμα. Πάνω εκεί άνοιγαν με κάθε παφ! μικροί κρατήρες που ενώ δεν βρίσκονταν πάνω από τέσσερεις πόντους απ΄ τον πάτο της κατσαρόλας, φαίνονταν να έχουν τεράστιο βάθος, στην μέση απ’ τον καθένα κοιτούσε σοβαρό κι από ένα μεγάλο μαύρο μάτι. Το θέαμα ήταν αλλόκοτο και γοητευτικό, ξεσκέπασε λοιπόν εντελώς την κατσαρόλα κι έσκυψε από πάνω, κι ας καιγόταν πότε-πότε. Ήθελε να κάνει επίσκεψη σ’ αυτόν τον άγνωστο πλανήτη, της φαινόταν μάλιστα πως αν συγκεντρωνόταν και πλησίαζε αρκετά ίσως και να διέκρινε μες απ’ τους κρατήρες χαμένα πρόσωπα ή δρόμους, εκείνον, τη γιαγιά, ακόμα και τον Κάιν τον ίδιο, όχι πως τον είχε γνωρίσει ποτέ. Όμως τίποτα, απότομα όπως είχε αρχίσει έπαψε ο χρησμός. Ηρέμησε η ανατριχιασμένη επιφάνεια του τραχανά, έπαψε κι ο θόρυβος. Ησυχία.

Ποτέ δεν είχε ησυχία στο δάσος όταν έψαχναν για μανιτάρια. Άνοιγαν δρόμο μες απ’ τα ξερά κλαριά που γατζώνονταν απελπισμένα απ΄ τα μανίκια τους και τσάκιζαν με διαδοχικές εκπυρσοκροτήσεις όταν ξέμεναν πίσω. Κοίταζαν κάτω απ’ τα πεύκα για τα 'καλά', όχι τα δηλητηριασμένα κόκκινα που σου τραβάνε το βλέμμα: «φάε με! φάε με! θα στα μάθω όλα, ακόμα κι αυτά που δεν θέλεις να ξέρεις», ή τα πλακουτσωτά λευκά που αν τα σπάσεις στη μέση βγάζουν μια μυρωδιά πτώματος που σου μένει στα δάχτυλα για καιρό. Είχε μέρες όμως να βρέξει και δεν βρήκαν κανένα.

Ο τραχανάς στο βαθύ πιάτο δεν είχε τίποτα από τον παλιό τρομακτικό εαυτό του. Είχε παραβράσει δυστυχώς, κείτονταν σα μια μάζα νωθρή, το κουτάλι χωμένο για τα καλά στο πλευρό του δεν του 'κανε και μεγάλη ζημιά. Δεν ήταν δυνατό να το φάει αυτό το πράγμα, πριν της είχε φανεί πως λίγο ήθελε και θα της μιλούσε, ήταν ζωντανό και θα χοροπήδαγε δεξιά κι αριστερά στο στομάχι της γιατί δεν το είχε σκοτώσει εντελώς. Έκανε μια μικρή λιμνούλα στο κέντρο αλλά δεν είχε μείνει καθόλου ζουμί, όλο το 'χε πιεί.

Η ξηρασία χτυπούσε κι εδώ, είχαν τραβηχτεί τα νερά της όχθης και φάνηκε μια παλιά βυθισμένη βάρκα, όλη κάτω από ένα παλτό από λάσπη. Παντού ξεφύτρωναν κοχύλια, ξερά φύκια και κομμάτια ασπρισμένο ξύλο του παλιού βυθού. Πήρες στα χέρια ένα μεγαλούτσικο κομμάτι και είπες: «αυτό είναι καλό για σκάλισμα». Μετά σηκώθηκες και μπήκες στο σπίτι, πάντα με το ξύλο στα χέρια. Έκλεισες πίσω σου την πόρτα της κουζίνας κι ο απογευματινός ήλιος, ευτυχώς αδυνατισμένος και στα τελευταία του καθρεφτίστηκε για μια στιγμή στο τζάμι.

Εσείς εκεί κάτω ζεσταινόσασταν και μεις πνιγόμασταν, το νερό που τόσο χρειαζόσασταν προσπερνούσε με μανία τα φραγμένα λούκια τραβώντας για τη θάλασσα. Σκέφτηκα πως και στα δυο μέρη θα μπορούσε να μείνει ο Κάιν και να 'ναι δίκαια δυστυχισμένος.

(*) aprite bune: καλό ξημέρωμα (στα βλάχικα)

2002/2008



more...

Sunday, March 9, 2008

Στο νησί

(από deplaced ή αστικός πόνος 19/20)


Ήταν το τρίτο βράδυ στο νησί που 'χε τον ίδιο εφιάλτη: βρισκόταν στο γραφείο του που τον έπνιγε περισσότερο απ’ όσο συνήθως. Για άλλο ένα καλοκαίρι δεν θα 'κανε διακοπές. Καρφωμένος πάνω στην καρέκλα του χάζευε την οθόνη του όπου μια γραμματοσειρά γεμάτη καμπύλες έμοιαζε έτοιμη να χορέψει σάμπα. Με αυξανόμενη ανησυχία ένιωθε τους λευκούς διαχωριστικούς τοίχους γύρω του να γίνονται ολοένα φωτεινότεροι. Οι λάμπες φθορισμού της οροφής του 'καιγαν τα μάτια κι ενώ οι θερμοκρασίες σε πείσμα του κλιματισμού ανέβαιναν, αυτός κρύωνε.


Για να πάρει κουράγιο γύρισε στα δεξιά του και χάϊδεψε με το κουρασμένο του βλέμμα το γαλάζιο κορδόνι που 'χε κρεμάσει χαλαρά στον ασπροπίνακα για να του θυμίζει τη θάλασσα. Πράγμα περίεργο, το κορδόνι δεν τον παρηγορούσε. Το αντίθετο μάλιστα, του φάνηκε πως είχε έναν ενοχλητικό κυματισμό από μόνο του, που μεγάλωνε στιγμή με τη στιγμή. Κι όσο το κοίταζε μεγάλωνε κι η ναυτία του.

Όπως όταν ερχόταν με το καράβι, όταν είχε υποχρεωθεί από ανία να ξεκοκκαλίσει ένα ολόκληρο life-style περιοδικό, ανακατευόταν. Το γραφειάκι το 'πιανε η θάλασσα και το κορδόνι λίγο ήθελε ν’ αποσπαστεί από τον ασπροπίνακα που πια διατηρούσε μόνο το πλαίσιό του, είχε μεταμορφωθεί σε φινιστρίνι κι από κεί απειλούσε η θάλασσα να τον φτάσει και να τον καταπιεί.

Σ’ αυτό πάντα το κρίσιμο σημείο έκανε την ίδια παράλογη κίνηση: χωρίς να μπορεί να συγκρατήσει τα χέρια του κατέβαζε το κορδόνι και το περνούσε στο λαιμό του. Ούρλιαζε κάτι μέσα του βαθιά από φρίκη αλλά δεν ήταν αρκετό να τον εμποδίσει. Η κραυγή δεν έβγαινε στην επιφάνεια, εξάλλου είχε σηκωθεί μεγάλη αντάρα, ο θόρυβος των κυμάτων σκέπαζε τα πάντα ως και την τρομάρα βαθιά μέσα του.

Κι ενώ το γραφειάκι κλυδωνιζόταν αβοήθητο στη θυμωμένη θάλασσα, αυτός χωρίς να μπορεί να τα ελέγξει, έφτιαχνε μια περιποιημένη θηλειά για το λαιμό του με τα ίδια του τα χέρια! Ξυπνούσε πάντα με κομμένη αναπνοή και βουή στ’ αυτιά, το σεντόνι τυλιγμένο γύρω απ’ το κεφάλι του και παγωμένα όλα τα ιδρωμένα του μέλη.

Όμως αυτό το πρωί τον ξύπνησαν οι φωνές των δίπλα. Πήρε μια βαθιά ανάσα, πέταξε το σεντόνι από πάνω του και ανακάθησε στο κρεβάτι. Μια βαριά αντρική φωνή τσακωνόταν με μια πολύ νεαρότερη, πιτσιρικά σχεδόν. Ο αέρας έξω τράνταζε την πόρτα. Καθώς συνερχόταν άρχισε να βγάζει νόημα από τον καυγά όμως δεν πρόλαβε να καλοκαταλάβει γιατί η θέα ενός μαύρου ποδιού που ξεμύτιζε από το σεντόνι δίπλα του με μια χρυσή αλυσιδίτσα περασμένη κομψά στον αστράγαλο, τον πάγωσε από φρίκη για δεύτερη φορά.

Οι βρισιές δίπλα είχαν μαλακώσει, ο αέρας πάντα κοπάναγε την πόρτα και το δυνατό φως που τρύπωνε απ’ τις γρύλλιες κι απ’ όπου αλλού μπορούσε, χάιδευε αυτό το πόδι που έμοιαζε γυναικείο, λείο και ελκυστικό μέσα στην εβένινη σκοτεινιά του. Ανασήκωσε απαλά ως πάνω την άκρη από το σεντόνι με τρεμάμενο χέρι κι έπειτα θυμήθηκε να εκπνεύσει, η καρδιά του χτυπούσε τρελλά σα να μην είχε συνέλθει από το χτεσινό μεθύσι, και πρέπει να 'ταν πολύ βαρύ μεθύσι το χτεσινό κάτι του 'λεγε μέσα του γιατί καθόλου δε θυμόταν, δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το πώς είχε βρεθεί στο κρεβάτι του αυτό το πόδι μαζί με όλο το υπόλοιπο υπέροχο απ’ ότι έδειχνε στην παρατημένη του γύμνια σώμα.

Για μια στιγμή δεν ήταν σίγουρος ούτε για το κρεβάτι του αλλά μια αγχωμένη ματιά γύρω του τον έπεισε πως, ναι, αυτό ήταν το δωμάτιό του, το μπάνιο του, η βαλίτσα του, ξεκοιλιασμένη πιο κει με το αγαπημένο του σακάκι να σέρνεται το μισό στο πάτωμα… κοκ

Σηκώθηκε με μεγάλη προφύλαξη γιατί το κρεβάτι έτριζε όμως το σώμα δίπλα του δεν κουνήθηκε καθόλου. Ετσι που 'χε πετάξει πριν το σεντόνι διπλα του της είχε καλύψει το κεφάλι, κοιμόταν τώρα μπρούμυτα, ο ομορφος κώλος της κι ένα μέρος της πλάτης γυάλιζαν στο μισόφωτο, και ναι, ευτυχώς ανάσαινε κανονικά κι έτσι μπορούσε να εκπνεύσει για δεύτερη φορά... για μια στιγμή είχε φοβηθεί πως στον ύπνο του την είχε σκοτώσει. Είχε περάσει το βράδυ μ’ ένα πτώμα δίπλα του αλλά όχι, ανάσαινε κανονικά, φοβόταν όμως ακόμα να την ξεσκεπάσει, για την ώρα του έφτανε να τη χαίρεται έτσι χωρίς πρόσωπο, μετά θα 'ρχόταν το σοκ όταν θα χρειαζόταν να δώσει ένα νόημα στο πρόσωπό της, ένα όνομα και ν’ απαντήσει σε ερωτήσεις πιθανά.

Σύρθηκε προς το μπάνιο με την παράλογη ελπίδα πως με κάποιο τρόπο κι εκείνη θα 'χε ξεχάσει τη χτεσινή νύχτα και θα τα ανακάλυπταν μαζί όλα, ξανά απ΄ την αρχή.

Οι δίπλα μάλλον είχαν κάνει ανακωχή, μόνο η βαριά φωνή μουρμούριζε ακόμα παραπονεμένα, και δυστυχώς ακουγόταν καθαρά: «θα μπορούσες και να με πλακώσεις ρε γαμώτο! εγώ όμως δε μπορώ και το ξέρεις, που να σε κάνω καλά που είσαι δυο μέτρα! όταν λέω πως θα τα πάρω στο κρανίο, δεν εννοώ πως θα σε πλακώσω κιόλας... ενώ εσύ ρε μαλάκα, μπορεί και να το κάνεις μια χαρά, σου είναι τίποτα?».

Στάθηκε με πόδια που έτρεμαν σα να 'χε κάνει χιλιόμετρα γιατί θα 'πρεπε τώρα να αντιμετωπίσει τον καθρέφτη κάτω απ’ το ηλεκτρικό φως. Επειδή πάντα ζούσε με τον κρυμμένο φόβο πως θα 'ρχόταν ένα πρωινό που το πρόσωπο του νέου ακόμα άντρα με το ξυράφι στο χέρι μπροστά στον καθρέφτη δεν θα 'χε κανένα απολύτως νόημα. Έτσι ένιωθε μετά απ’ τα μεγάλα μεθύσια του, πως ο άγνωστος απέναντι δεν θα 'δειχνε καμιά συμπάθεια για το άτομό του, μόνο περιφρόνηση.

Κι έτσι γυμνός και μπερδεμένος θα πέρναγε κι άλλη απελπισμένη ώρα ακουμπισμένος στην κάσα του μπάνιου αν δεν τον έκανε ν’ αναπηδήσει μια πιο δυνατή ριπή αέρα που φαινόταν αποφασισμένος να γκρεμίσει την πόρτα και να φέρει τη θάλασσα στο δωμάτιο, τη θάλασσα που απ’ όσο θυμόταν -αν και δε μπορούσε να είναι σίγουρος για τίποτα πια-, την άφηνε πάντα κάπου εκατό μέτρα πίσω του, τώρα ούρλιαζε σα να βρισκόταν κιόλας στο κατώφλι του. Έβγαλε το κεφάλι του απ’το μπάνιο αλλά η γυναίκα κοιμόταν όπως την είχε αφήσει. Από δίπλα ακουγόταν το ρυθμικό τρίξιμο του στρώματος και μιά μπουκωμένη ανάσα που πότε φαινόταν να ευχαριστιέται και πότε να υποφέρει.

Ξαναγύρισε προς το μπάνιο. Μαζεύοντας όλο του το κουράγιο στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη κι ευτυχώς γι’ άλλη μια φορά το ταλαιπωρημένο πρόσωπο απέναντί του του φάνηκε οικεία αξιολύπητο. Ανακουφισμένος που είχε κριθεί άξιος συγγνώμης κι όχι απόρριψης έπιασε να ξυρίζεται όταν τον σταμάτησε η ενοχλητική σκέψη: «μου χρωστάς μια απάντηση», φαινόταν να ρωτάει βουβά το πρόσωπο στον καθρέφτη, «τι ακριβώς έγινε χτες?».

Τότε του ήρθε να βάλει τα κλάματα από απελπισία, γιατί συνειδητοποιούσε σιγά-σιγά πόσο τον πονούσε το κεφάλι του, και πως είχε ταχυπαλμία και καθόλου γεύση στο στόμα. Τον βασάνιζε εδώ και ώρα μιά τρομερή δίψα αλλά το επιτιμητικό βλέμμα του άλλου στον καθρέφτη δεν τον άφηνε ούτε νερό να πιεί. Μαζί κι η αγωνία του με τον αέρα, τη θάλασσα που απειλούσε να εισβάλλει στο δωμάτιο, την άγνωστη που κοιμόταν σαν πεθαμένη στο κρεβάτι του και τις καβλωμένες ανάσες των δίπλα, τον βασάνιζε ανυπόφορα.

«Τι διάολο έγινε χτες?», αναρωτήθηκε κι ο ίδιος στο τέλος. Κάτι τόσο χοντρό δεν του 'χε ξανασυμβεί, «αλλά και να του 'χε συμβεί μήπως θα το θυμόταν?» τον ειρωνεύτηκε ο άλλος.

Και είχε δίκιο... με μεγάλη προσπάθεια μπορούσε να φέρει στη μνήμη του το χτεσινό απόγευμα, κομμάτια, εικόνες, ξαναγύριζαν τώρα στη βάση του μυαλού του σα να 'χαν λείψει χρόνια, όμως στο μέρος του βραδιού είχε ένα κενό.

Είχε αγοράσει κάρτες στο τουριστικό κάτω απ’ το Μοναστήρι, αυτό το θυμόταν καθαρά. Έναν Αρχάγγελο, μια Παναγία κι έναν Παντοκράτορα μεταξύ άλλων. Ο Αρχάγγελος έμοιαζε με μουτρωμένο έφηβο, η Παναγία είχε έξυπνο και τρυφερό βλέμμα και μόνο ο Παντοκράτορας κοιτούσε αυστηρά, «δύσκολο να σε συγχωρήσει αυτός...», σκέφτηκε αυθόρμητα. Και οι τρεις του φαίνονταν αόριστα γνωστοί σε γκροπλάν, κι ας υπήρχε ο κίνδυνος να του φανούν ξένοι το πρωί που θα τους εντόπιζε από μακριά σε κάποια καπνισμένη γωνιά στο Μοναστήρι.

Είχε περπατήσει μετά στα στενά που ήταν όντως «γραφικά», ό,τι κι αν σημαίνει πια αυτό, ενώ έπεφτε το φως κι ο αέρας. Πότε-πότε στο βάθος κάποιας καμάρας πρόβαλε ένα κομμάτι της θάλασσας, ξέθωρης σα να 'χε ξεβάψει όλη μέρα μανιάζοντας στους αφρούς και επιτέλους γαλήνευε με τη δύση. Στις εξώπορτες των σπιτιών ηρεμούσαν στερεωμένες οι κουρτίνες για τον ήλιο, του φάνηκε πως είχε μπει μέσα στη βυζαντινή πόλη της κάρτας κι η εντύπωση διαλύθηκε μόνο όταν βγήκε λίγο απ΄ τη Χώρα.

Δεν συνάντησε κόσμο, μόνο τρεις Γάλλους τουρίστες που τον εκνεύρισαν με τους λαρυγγισμούς τους για τη θέα και το φως «που τα 'βαφε όλα κόκκινα». Με αναπάντεχη ευχαρίστηση έφερε τώρα στο νου του τον φαρδύ μουλαρόδρομο που πήρε τραβώντας με την πλάτη στη δύση, όσο είχε ακόμα φως. Τα όρια αυτού του δρόμου διαμορφώνονταν απ΄ τις αγαπημένες του ξερολιθιές, συχνά μέχρι κάτω σκεπασμένες απ΄ τα ανοικονόμητα κλαριά κάποιας συκιάς προβλέψιμα ξερής όσο κι εκείνη του Ευαγγελίου. Πατημένα φιρίκια σε πολλά σημεία ανακατεμένα με καβαλίνα και ξερά χόρτα γέμιζαν τον αέρα μ’ εκείνη τη μυρωδιά που είναι συνώνυμη με τον ελληνικό Αύγουστο σε όποιο μέρος.

Κι όσο απομακρυνόταν απ’ τη Χώρα τόσο ο αέρας ξαναδυνάμωνε που στο τέλος έπρεπε να συγκρατεί με το αριστερό του χέρι το μακρύ του σκουλαρίκι με τη σπείρα για να μη φύγει μαζί με το αυτί του. Συνάντησε και δυό ντόπιες που ανταπόδωσαν μασημένα την καλησπέρα του, μετά ένα τελευταίο ζευγάρι Γάλλων που μάταια προσπαθούσαν να εγκλωβίσουν το ύστατο φως σε μηχανή μιας χρήσης.


Σταμάτησε μπροστά σ’ ένα κατάλευκο εκκλησάκι σε μια στροφή χωρίς να καταλαβαίνει γιατί, με εκείνο το αίσθημα που έχουμε συχνά όταν φτάνουμε κάπου που μας θυμίζει το σπίτι και γι’αυτό μπορούμε να μείνουμε. Σα να 'βγαινε μέσα απ΄ το ίδιο το χώμα, με ολόκληρα κομμάτια βράχου στη μιά του πλευρά, έστρεφε ταπεινά την είσοδό του προς τη δύση που μάτωνε πια. Στάθηκε ανάμεσά τους όταν ξαφνικά μες από μια χαραμάδα της μικροσκοπικής του πόρτας κάτι σπινθίρισε. Του 'ρθε στο νου το «αστεράκι» του Παπαδιαμάντη, πλησίασε, τράβηξε τον σύρτη και προς μεγάλη του κατάπληξη, μπήκε.

Ήταν η πρώτη φορά που 'βρισκε εκκλησάκι ξεκλείδωτο στο νησί στους απογευματινούς περιπάτους του, και του 'ρθε ξαφνικό όταν με το άνοιγμα της πόρτας έπεσε πάνω σε τρία κεράκια που 'καιγαν σ’ ένα μανουάλι με άμμο ακριβώς μπροστά στο ιερό που σχεδόν το άγγιζε άμα τέντωνε τα χέρια. Ήταν το μόνο φως στο εκκλησάκι ενώ πίσω του απ΄ την ανοιχτή πόρτα ορμούσε άγρια η κόκκινη δύση φέρνοντας μαζί της τον αγέρα και την ανάσα της θάλασσας, αναγκάζοντάς τον παρά τη θέλησή του να υποκλιθεί στη θεότητα.

Και θυμήθηκε ένα άλλο καλοκαιρινό απόγευμα στην Αθήνα πριν χρόνια όταν στην Αγία Φωτεινή, στις Στήλες, περιμένοντας τη Μ. για μια συναυλία είχε γράψει αδέξια στα «υπέρ αναπαύσεως» τα ονόματα του S., του Ο. και του Σ. που τότε μόλις είχε μάθει πως είχε πεθάνει. Πόσα πολλά από τότε είχαν προστεθεί στη λίστα του!

Αυθόρμητα γονάτισε μετά όμως σκέφτηκε πόσο θεατρικά γίνονταν όλ’ αυτά, ξανασηκώθηκε λοιπόν κι έμεινε για λίγο μπροστά στις μικρές φλόγες γυρίζοντας την πλάτη στο υπερθέαμα που τόσο τον είχε ξεσηκώσει νωρίτερα.

Θα 'θελε να πιστεύει σκεφτόταν, όμως το μυαλό του έφευγε μακριά απ’ το ασφυκτικό δόγμα κι αναγνώριζε τη θεότητα μονάχα στο απέραντο σύμπαν που λυσσομανούσε πίσω του διεκδικώντας τον. Σιγά-σιγά το στενάχωρο εκκλησάκι που τον είχε για λίγο ανακουφίσει με τον κατευνασμό που επέβαλε στη νόηση και στις αισθήσεις του, τον απέλπισε.

Άφησε τους νεκρούς και τις τύψεις του στην ησυχία τους, έκλεισε πίσω του την πόρτα κι εγκαταλείφθηκε στην αγκαλιά της πανθεϊστικής Δύσης που τον έπνιξε στα φιλιά. Φιλιά φλογερά σαν τα φούξια λουλούδια της βουκαμβίλιας που στο νησί βλέπεις σε κάθε πέργκολα.

Στέγνωσαν τα δάκρυά του από τον άνεμο και μπροστά του το βλοσυρό Κάστρο που συμμάζευε βιαστικά σαν παιδιά τ' άσπρα σπιτάκια, -γιατί η Νύχτα ερχόταν αδυσώπητα με τις μνήμες απ’ τους ληστές και τους κουρσάρους της-, του 'γνεψε σοβαρά με το δάχτυλο στα χείλη.

Δεν συνάντησε ψυχή γυρίζοντας.

1991/1999/2008

more...

Saturday, March 1, 2008

Deathwish

(από deplaced ή αστικός πόνος 18/20)


Κόλλησε το κινητό όσο πιο πολύ μπορούσε στ’ αυτί του, μέσα στη φασαρία μόλις και άκουγε τον αυτόματο: «Το γραφείο της γιατρού Ν.Ε. δέχεται κάθε απόγευμα εκτός...», αν κι ήταν μάταιο τέτοια ώρα. «Που στο καλό ήταν?», ούτε στο κινητό της έβγαινε. Είχε κουρνιάσει στο βάθος της στοάς προσπαθώντας να κρυφτεί από την κίνηση όμως ο κεντρικός δρόμος ούρλιαζε στα μηνίγγια του και τα χέρια του τρέμαν. «Ήρεμα», συμμάζεψε τον εαυτό του, «θα χωθείς σε κάποιο στενό κι όλα θ’ αλλάξουν» Πρώτα όμως έπρεπε να βουτήξει με τα μάτια κλειστά στον πανικό των μαγαζιών που έκλειναν, ν’ αντισταθεί στη φόρα όλων αυτών που εγκατέλειπαν το κέντρο Παρασκευή καλοκαίρι σα να 'χε πιάσει φωτιά.

Τα κατάφερε. Με χτυποκάρδι που δεν έλεγχε πια στάθηκε να πάρει ανάσα σ’ ένα δρομάκι του καημένου ιστορικού κέντρου που φαινόταν να 'χε κατεβάσει τα ρολά από το μεσημέρι. Διψούσε κι ήταν παγωμένος στον ιδρώτα, ακούμπησε με ευγνωμοσύνη την πλάτη του σ’ έναν ετοιμόρροπο τοίχο και προσευχήθηκε για έναν σεισμό. Τον πιάσαν όμως τα γέλια και πνίγηκε με το σάλιο του. Ήθελε να γελάσει, να γελάσει δυνατά, λες και κρεμόταν η ζωή του απ’ αυτό το ξέσπασμα μα κάτι τον σταμάταγε κι ας ήταν μόνος κάτω απ’ αυτό το ρημαγμένο νεοκλασικό μπαλκόνι που τα φουρούσια του είχαν γνωρίσει καλύτερες μέρες: «πως ήταν, πότε, οι δικές σου καλύτερες μέρες?», του ξέφυγε και τον τρόμαξε ή ίδια του η φωνή, ματωμένη σα τζαμαρία απ’ όπου πέρασε με το κεφάλι , «οι δικές μου δεν γνωρίζονται πια...», το βούλωσε.

Από το πίσω του μυαλού του έφτασε διαρκώς αυξανόμενος ένας μηχανικός θόρυβος και μύρισε καμένο λάδι. Τον προσπέρασε αργά ένα τρίκυκλο φορτωμένο του σκασμού. Το ζευγάρι των γύφτων ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει. Σταμάτησαν λίγο πιο κάτω μπροστά σ’ ένα μεγάλο βουνό από σκουπίδια, κατέβηκαν και στρώθηκαν στη δουλειά. Τότε πρόσεξε ανάμεσα στο σωρό το ψυγείο, δίπλα του μια παλιά κουζίνα κι ένα θερμοσίφωνο περίμεναν τη σειρά τους. Η γυναίκα όχι μόνο ήταν έγκυος με την κοιλιά στο στόμα αλλά ξαμόλησε κι ένα πολύ μικρό γυφτάκι ακόμα με τις πάνες του στον πεζόδρομο. Τρεκλίζοντας εκείνο στρογγυλοκάθισε πιο πέρα κι άρχισε να παίζει μ’ ένα κουτί. Ο πατέρας του αγκάλιασε γερά το ψυγείο, άστραψαν τα γυαλισμένα ποντίκια του στο τελευταίο φως μα δεν τα κατάφερνε όσο κι αν ζοριζόταν μόνος του. Έβαλε κι η γυναίκα του ένα χεράκι και βρέθηκε χώρος στην καρότσα. Από ψηλά στην σκισμένη αφίσα του πολυκαταστήματος οι ανορεξικές καλλονές που μαράζωναν μέσα στ’ αντηλιακά και τα αρώματα, θαύμασαν με ανυπόκριτη περιέργεια.

Άρχιζε να βαδίζει αντίθετα έριχνε όμως και ματιές προς τα πίσω, του φαινόταν απίθανο να καταφέρουν να φορτώσουν την υπόλοιπη οικοσκευή στο τροχοφόρο. Έβγαλε ξανά το κινητό κι έκανε μια ύστατη προσπάθεια, περπατούσε τώρα με την όπισθεν κι είχε να το κάνει αυτό από παιδί, δεν ήθελε να χάσει από τα μάτια του την Αγία Οικογένεια. Τόση επίδειξη ζωικής δύναμης του 'κανε καλό. Κι όσο μάκραινε μπροστά του το θέμα τόσο καλύτερα ένιωθε, οι παλμοί του γύριζαν σε κανονικότερους ρυθμούς. Δεν άφησε μήνυμα κι ούτε έστειλε τον αριθμό του στη γιατρό. Δεν είχε νόημα πια. Θα το αντιμετώπιζε μόνος.

Μπροστά του προχωρούσε εκείνη η γυναίκα με τη μαύρη ρόμπα και το κόκκινο ιδεόγραμμα στην πλάτη που στριφογύριζε σαν δράκος. Την είχε ξαναδεί στο διάδρομο αυτή τη γυναίκα, μιλούσε ψιθυριστά κι είχε τρία μικρά σημαδάκια στο λαιμό. Πίσω της φάνηκαν κι οι άλλοι άρρωστοι, ακολούθησε κι εκείνος μαζί τους, όλοι μαζί σαν ένα άβουλο κοπάδι, στην κορφή η λευκή νοσοκόμα, που το σέρνουν για εξετάσεις στην άκρη του γκρεμού, λένε για τη σωτηρία του, μπορεί για το χαμό του.

«Σέρναμε λοιπόν κι εμείς ανυπεράσπιστοι τα παντουφλένια μας βήματα και φορούσαμε παστέλ νυχτικά και ανοιχτόχρωμες πυτζάμες, -εκτός από τη μαύρη γυναίκα με τον δράκο δηλαδή-, στους ατέλειωτους διαδρόμους, ακόμα και έξω στον κήπο του νοσοκομείου, ενώ δίπλα μας, πίσω απ’ τα κάγκελα συνωστίζονταν κάτω από ένα διαφορετικό φως τα πλήθη των υγιών, που ντυμένοι τα στέρεα καθημερινά τους ρούχα και τα αποφασιστικά πρόσωπα κυλούσαν θορυβώδικα στη λεωφόρο».

Εκείνος όμως είχε ξεφύγει ακόμα πιο πίσω, τώρα τον τραβούσε από το χέρι η μάνα του, ήταν δεν ήταν έξι χρονών, κι έμπαιναν από την πύλη ενός άλλου νοσοκομείου, άραγε το «Θεοτόκος Μητέρα»?, καθόλου δεν θυμόταν. Οι δύο φύλακες που βαριόντουσαν στο καμαράκι τους και περίμεναν να σκοτεινιάσει για να πέσει η ζέστη, μόλις που τους έριξαν μια ματιά. Διέσχισαν ένα τεράστιο παραμελημένο πάρκο -άρα μπορεί και να ήταν το «Θεοτόκος»-, δεξιά κι αριστερά οι γερασμένες προσόψεις έσκυβαν πάνω από παρτέρια όπου κάτι μικρούλικα παρδαλά λουλουδάκια πάλευαν να σηκώσουν κεφάλι μέσα απ΄ τα σκουπίδια. Είχε αφεθεί να τον σύρει η μάνα του που βάδιζε βιαστικά και σαν να ήξερε καλά το δρόμο, μέσα από μια πλαϊνή πορτούλα και τώρα βρέθηκε λαχανιασμένος σ’ έναν μακρόστενο διάδρομο γεμάτο θεόρατες πόρτες. Στο πιο ήπιο φως του εσωτερικού χαλάρωσε λιγάκι το τρέξιμο, η μάνα του τον άφησε απ΄ το χέρι και εκείνος βάλθηκε να κοιτά δεξιά κι αριστερά τις κάμαρες με τους αρρώστους. Ο διάδρομος έστριβε και στο γύρισμα επάνω είχαν ακουμπήσει πάνω σ’ ένα μισό φορείο έναν μπόγο που σκεπασμένος μ’ ένα λευκό κάλυμμα έμοιαζε με πτώμα. Τον φόβισε αυτό αλλά γρήγορα του πέρασε.

Τέλος σταμάτησαν μπροστά σε μια ίδια με τις άλλες ορθάνοιχτη πόρτα κι η μάνα του τον έσπρωξε μέσα λέγοντας του στ’ αυτί: «πες καλημέρα στη θεία αλλά μην την αφήσεις να σε φιλήσει» Βρέθηκε τότε σ’ ένα στενόμακρο και φοβερά ψηλοτάβανο δωμάτιο. Ήταν σα να 'χε μπει σ’ ένα σπιρτόκουτο, έτσι του φάνηκε, από τη μεγάλη του πλευρά, και μπροστά του ακριβώς βρισκόταν η θεία ξαπλωμένη σ’ ένα λευκό σιδερένιο κρεβάτι, ίδιο κι απαράλλαχτο με άλλα τρία. Στο ένα ήταν μια γυναίκα, στα άλλα κανείς. Πρόσεξε τον δίσκο πάνω στο φορητό τραπεζάκι στα πόδια του κρεβατιού της θείας, που 'χε ανέγγιχτο φαγητό. Δίπλα η χοντρή γυναίκα μόλις είχε αρχίσει να τρώει. Η θεία του χαμογέλασε αδύναμα όταν την πλησίασε απ’ τα δεξιά, κι έτσι πιο κοντά απ’ όσο θα 'θελε με τη χοντρή άγνωστη της έδωσε απρόθυμα το χέρι. Του φάνηκε πως είχε χάσει βάρος, τα μάγουλά της που παλιά ήταν δυο ροζ βούλες πάνω σ’ ένα αδιάκοπα χαμογελαστό παχουλό πρόσωπο, χλωμά, το χαμόγελό της το ίδιο κουρασμένο.

Τραβήχτηκε πίσω και κάθισε ακίνητος σε μια καρέκλα από φορμάικα κοντά στα πόδια του κρεβατιού. Το φαγητό ήταν πάντα ανέγγιχτο, η μητέρα είπε: «έφαγες τίποτα?» και «πότε έφυγαν οι άλλοι?» Δίπλα η χοντρή γυναίκα, το ένα της πόδι κρεμασμένο γυμνό ως το γόνατο απ’ το πλευρό του κρεβατιού, συνέχιζε ήσυχα-ήσυχα να τρώει. Έτρωγε κάτι που έμοιαζε με σούπα. Είχε ένα μικρό βουναλάκι από κρέας στο κέντρο του πιάτου και το 'κοβε προσεκτικά πιάνοντάς το με το κουτάλι μαζί μ’ ένα χυλώδες άσπρο πράγμα μέσα σε ζουμί. Ρίχνοντας μια ματιά στο φαγητό της θείας που δεν είχε ακόμα πειραχτεί, το αναγνώρισε: ήταν φιδές.

Η θεία είπε στη μητέρα που πηγαινοερχόταν ξεδιπλώνοντας και τακτοποιώντας διάφορα πράγματα από τη σακούλα που κράταγε στα χέρια της: «Δε θέλω να φάω τίποτα απ’ αυτά. Ούτε κρέας, ούτε πουρέ, ούτε το γιαούρτι, ίσως μια κουταλιά φιδέ και την κρέμα που έφερες». Εκείνος συνέχισε από μέσα του απαριθμώντας όλα τα πράγματα που βρίσκονταν πάνω στον δίσκο: ούτε τη φέτα του ψωμιού, ούτε το λεμόνι, ούτε τα μαχαιροπήρουνα, ούτε το πλαστικό ποτήρι, ούτε τον δίσκο τον ίδιο, ούτε...

Η μητέρα άρχισε να ταΐζει με γρήγορες κουταλιές την άρρωστη αφού την ανασήκωσε με τον ειδικό μηχανισμό που βρίσκεται κάτω από το κρεβάτι. Ο μηχανισμός έκανε τρεις φορές γκράααν καθώς ζοριζόταν. Στο τέλος η θεία ανασηκώθηκε αλλά κάπως σα να δυσκολευόταν με την κοιλιά της που διαγραφόταν καθαρά κάτω απ’ το σεντόνι. «Έκανε εγχείριση στην κοιλιά, είχε πέτρα στη χολή», σκέφτηκε. Κι άφησε την προσοχή του να πέσει στη διπλανή γυναίκα που συνέχιζε να τρώει. Δεν είχε πειράξει ακόμα το γιαούρτι. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο αυτό τον ικανοποίησε. Το κεσεδάκι με το γιαούρτι ήταν άσπρο και πράσινο. «Μακεδονικός συνεταιρισμός», είχε πει η μητέρα του που διάβασε την ετικέτα. «Φρέσκο αγελαδινό» «Άστο καλύτερα», είχε πει η θεία.

Η χοντρή άγνωστη έφαγε όλο το φιδέ μα άφησε ένα όρθιο κομμάτι κρέας στο πιάτο. Έμοιαζε τώρα σα να 'χε κοπεί ένα κομμάτι βράχου απ΄ την ξηρά, ολομόναχο στη μέση μιας θάλασσας κλειστής γύρω-γύρω «Είναι το όρος Γιβραλτάρ», αποφάσισε. Τον είχε πιάσει απότομα πείνα. Το πρόσωπο της χοντρής τώρα που σταμάτησε να τρώει και σκουπίστηκε, του φάνηκε πολύ πλατύ. Πρόσεξε πως φούντωναν τα κατάμαυρα μαλλιά της και πως δεν ήταν όσο μεγάλη την είχε κάνει στην αρχή. Η γυναίκα προσπαθούσε να βολέψει το πόδι της που κρεμόταν μα εκείνο ξεσκεπάστηκε ως το μπούτι. Τον κατατρόμαξε η άμορφη λευκή μάζα από λίπος και τεντωμένες φλεβίτσες και παραλίγο να βγάλει φωνή. Η χοντρή πρέπει να πρόσεξε το γουρλωμένο του βλέμμα. Έκανε να σκεπαστεί καλύτερα όμως τότε φάνηκε η χοντρή της κοιλιά και τα μεγάλα βυζιά της που τόσην ώρα κρύβονταν από το τραπεζάκι με το φαγητό. «Τι ψηλά που 'ναι τα παράθυρα σ’ αυτό το δωμάτιο!», σκέφτηκε. Ήθελε πολύ να σκεφτεί κάτι διαφορετικό γιατί το φαγητό είχε χάσει ξαφνικά όλο του το ενδιαφέρον.

Χρατς τέσσερεις φορές έκαναν οι σακούλες που ανακάτεψε η χοντρή στο κομοδίνο της. «Δεν έχω καθόλου χώρο για όλα αυτά τα πράγματα κι έχω γεμίσει άδεια μπουκάλια από πορτοκαλάδες που μου φέρνουν οι δικοί μου!», είπε παραπονιάρικα και κάπως μπουκωμένα. «Θα 'πρεπε να τους δώσετε πίσω μερικά όταν ξανάρθουν να σας δουν», είπε ευγενικά η μητέρα. Κι ήταν η δεύτερη φορά που της μιλούσε γιατί την είχε πρωτύτερα ρωτήσει: «πως είστε σήμερα?» κι η χοντρή είχε πει: «δεν έχω πυρετό ευτυχώς», «Όμως μάλλον δεν θα 'ρθούν σήμερα», συνέχισε.

Είχε στην αγκαλιά της σακούλες, χάρτινες σακούλες που έγραφαν πάνω τους: Φρυγανιές, και διάφορα μικροπράγματα Σε μια απ’ αυτές έχωσε το λίγο πρησμένο της χέρι, πήρε κάτι και το 'φαγε. «Θέλετε γλυκό?» είπε, τείνοντας τη σακούλα προς το μέρος της θείας και της μαμάς. Η θεία είπε όχι, η μαμά είπε όχι με τα μάτια, εκείνος είπε όχι ευχαριστώ, έχω φάει «Κανείς δεν είπε πως δεν έχεις φάει», είπε η χοντρή παρεξηγημένα και ξανά με παράπονο. Εκείνος ξανακοίταξε το παράθυρο: πως ανοίγουν το πάνω μέρος τους που είναι ένα άλλο σωστό παράθυρο από μόνο του εκεί ψηλά? πως ανοίγουν τα παντζούρια από έξω? πως τραβούν τις κοντές κουρτίνες? Κανένα κορδόνι δε φαινόταν να κατεβαίνει από πουθενά. Η μητέρα που το πρόσεξε είπε: «Θα πρέπει να φέρνουν σκάλα, μπορεί όμως και να 'ναι έτσι μόνο για φως».

Εκείνη την ώρα έγινε κάτι περίεργο: από μια πόρτα στ’ αριστερά που έμοιαζε με ντουλάπα βγήκε μια ζαρωμένη γριά που είχε καμπούρα, ασπροκίτρινα μαλλιά σε κοτσίδα και φανελένιο νυχτικό με μπλε λουλουδάκια. Με πολύ αργά βήματα πέρασε ανάμεσα σ’ αυτόν, -που μάζεψε βιαστικά τα πόδια του-, και στα κρεβάτια, για να πάει στο δικό της που ήταν τελευταίο στη σειρά. Του έκανε εντύπωση πόσο ζαρωμένο ήταν το πρόσωπό της. Κι εκείνη είχε φαγητό στο τραπεζάκι της. Η χοντρή είπε ξαφνικά κοιτάζοντας τον διάδρομο: «Τους πηγαίνουν μπιφτέκια με μακαρόνια εμείς όμως πρέπει να τρώμε συνέχεια κρέας με φιδέ....». «Κρέας με φιδέεεεεε...», είπε η ηχώ. Αυτό του άρεσε και το επανέλαβε κάμποσες φορές μέσα του όμως όσο να κοιτάξει από την πόρτα τα μπιφτέκια με τα μακαρόνια είχαν κάνει φτερά. Η γριά βγήκε την ώρα που μια όμορφη ξανθιά νοσοκόμα έμπαινε μ’ ένα θερμόμετρο κι ένα τετράδιο στα χέρια. Η χοντρή πήρε υπάκουα το θερμόμετρο και εκείνος σκέφτηκε πως έτσι έπρεπε να γίνει. Η θεία και η μητέρα όλο και κάτι μουρμούριζαν στη γωνιά. Πρόσεξε πως το πόδι της χοντρής που περίσσευε είχε στο μεγάλο δάχτυλο ένα κίτρινο νύχι. Γύρισε αλλού το βλέμμα, έφερε καλύτερα στο μυαλό του τα αδύνατα πόδια της νοσοκόμας μέσα στα λευκά πάνινα παπούτσια της.

Η γριά ξαναμπήκε αθόρυβα μ’ ένα κατσαρολάκι στα χέρια. Πήγε αργά στη γωνιά της και το άδειασε στο πιάτο της. Είχε σούπα λοιπόν. Μετά τρύπωσε με δυσκολία στα σκεπάσματα, πέρασε την πετσέτα της στο λαιμό και βάλθηκε να στύβει ένα λεμόνι με πολλή προσοχή. Της πήρε ώρα. Εκείνος σκεφτόταν: «μήπως πρέπει να το κάνω εγώ?», όμως το ρουφηγμένο πρόσωπο της γριάς δεν φαινόταν καθόλου φιλικό. Πάντως του άρεσε πιο πολύ απ’ τη χοντρή, πιο πολύ σχεδόν κι απ΄ τη θεία. Ήταν πιο κοντά στο μέγεθός του και τουλάχιστον μπορούσε να περπατά.

Η χοντρή που είχε τελικά κατεβάσει και τα δυο της πόδια απ’ το κρεβάτι κι έψαχνε για τις παντόφλες της, είπε: «Όταν θα φύγουν τούτα δω θα μπορέσω και γω να γυρίσω σπίτι μου». Τότε για πρώτη φορά πρόσεξε εκείνος με φρίκη κάτι μακριά σωληνάκια που 'φευγαν απ’ την κοιλιά της και κρυβόντουσαν κάτω απ’ το κρεβάτι. Για να συμπληρωθεί το κακό η χοντρή τα τράβηξε και τα σήκωσε ψηλά σα να 'θελε να τα ρίξει καταπάνω τους! Δε γινόταν λοιπόν να μη δει πως κατέληγαν σε δυο πλαστικές σακούλες, στριμμένες στο πάνω μέρος τους, και που περιείχαν ένα θολό πορτοκαλοκίτρινο υγρό. Η θέα του έφερε τέτοια τρομάρα που κόλλησε την πλάτη του στην καρέκλα του με θόρυβο που τράβηξε για λίγο την προσοχή της μητέρας του, και σκέφτηκε: «νικηθήκαμε!»

Η γιαγιά στο μεταξύ είχε τελειώσει με το στύψιμο του λεμονιού και μούσκευε τη φέτα το ψωμί στο ζουμί στο πιάτο της χωρίς να σηκώνει τα μάτια ούτε στιγμή «Στον διάδρομο, ποτέ δεν κυκλοφορούν γιατροί και νοσοκόμες μ’ άσπρες ποδιές, στο διάδρομο?» Η όμορφη νοσοκόμα πέρασε, άρπαξε το θερμόμετρο απ’ τη χοντρή και χάθηκε πάλι. «Δεν είχα πυρετό σήμερα, έτσι δεν είναι?», ρώτησε εκείνη με αγωνία. «37.5, όχι», είπε η νοσοκόμα τρέχοντας.

Κάρφωσε το βλέμμα του στο βάθος του διαδρόμου. Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων μπήκε σε μια πόρτα σπρώχνοντας ένα τραπεζάκι φαγητού που πάνω του άστραφτε ένα κατακόκκινο κουτί Coca-Cola με καλαμάκι. «Γιατί πηγαίνουν στους αρρώστους πάντα πορτοκαλάδα?» Όλα τα κομοδίνα είχαν κι από μια. «Ποιος να μένει άραγε σε κείνο κει κάτω το δωμάτιο? ποιος πίνει Coca-Cola?», συνέχισε ν’ αναρωτιέται για ώρα, το αστραφτερό κουτί δεν έφευγε απ’ το μυαλό του. Ήταν τόσο μουντά εδώ μέσα! Άσπρο, μπεζ, κίτρινο απαλό, άσπρα τα νυχτικά των αρρώστων με λουλουδάκια αχνά, σχεδόν αόρατα. Άσπρες κι οι νοσοκόμες. Ευτυχώς η θεία είχε ένα βαθυγάλαζο βολάν στο λαιμό του δικού της νυχτικού, κι η μαμά φορούσε πράσινα. Εκείνος φορούσε σορτς και μπλούζα καφέ καρό.

Ξανάφερε το βλέμμα του πάνω-κάτω, σταμάτησε πάνω στην κοιλιά και τα βυζιά της χοντρής. Εκείνη τον κοίταξε για λίγο αφηρημένα, «έτσι κοιτάζουν οι κροκόδειλοι», σκέφτηκε. Πάλι είπε κάτι εκείνη για το μονότονο φαγητό. Είχε κάνει πέρα τη σακούλα με τα γλυκά, βαριόταν. «Το ίδιο φαγητό σήμερα, μεσημέρι, βράδυ! Αν ξαναφέρουν φιδέ θα της το πετάξω στο κεφάλι!» Η μαμά και η θεία χαμογέλασαν αλλά εκείνος το βρήκε απαίσιο. Ντράπηκε μάλιστα για λογαριασμό τους. Για μια στιγμή φαντάστηκε την όμορφη νοσοκόμα -υποθέτοντας πως αυτή έφερνε το φαγητό-, με το αναποδογυρισμένο πιάτο στο ξανθό της κεφάλι: τα ζουμιά κι ο φιδές κατρακυλούσαν στο πρόσωπο, στα μαλλιά και στους ώμους της και μόνο το κεντρικό κομμάτι το κρέας είχε μείνει στην κορυφή. Η νοσοκόμα δεν έλεγε τίποτα, μόνο πρότεινε επίμονα το θερμόμετρο στη χοντρή. «Ό,τι και να κάνει δε μπορεί παρά να υπακούσει!», σκέφτηκε ευχαριστημένος και ξανάφερε στο μυαλό του τη χοντρή να βάζει χωρίς αντίρρηση το θερμόμετρο κάτω απ’ το παχύ της μπράτσο.

Έπειτα δεν υπήρχε τίποτα άλλο να κάνει παρά να γυρίζει το βλέμμα ξεκινώντας από τα φαγητά της θείας που χάλαγαν πάντα ανέγγιχτα, -τι άδικο αλήθεια!-, και πηγαίνοντας στα ψηλά παράθυρα με τις καφετιές κουρτίνες και στα βυζιά της χοντρής που τραντάζονταν γερά κάθε φορά που επιχειρούσε την παραμικρή κίνηση, για να καταλήξει στη γιαγιά που συνέχιζε να τρώει σα να 'κανε το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο. Έκανε αυτή τη διαδρομή με τα μάτια μερικές φορές, στο τέλος άφησε πάλι το βλέμμα του να ξεφύγει στο διάδρομο. Στο δωμάτιο που έμενε ο τυχερός που έπινε Coca Cola μπήκε μια γυναίκα που φόραγε ένα τόσο γυαλιστερό πουκάμισο που στραβώθηκε. Την ίδια στιγμή βγήκε το ηλικιωμένο ζευγάρι τραβώντας μαζί του το καροτσάκι του φαγητού και πάνω του πια άδειο το κόκκινο κουτί. Όλοι μαζί χάθηκαν στο σκοτεινό βάθος, τελευταίο το κουτί.

Ξαφνικά του 'ρθε να βάλει τα κλάματα. Γύρισε απελπισμένα τα μάτια του στο δωμάτιο μα αυτά από μόνα τους πήγαν κι έπεσαν ξανά πάνω στα βυζιά της χοντρής: «τα βυζιά της είναι μεγάλα και άσπρα, τι να συμβαίνει ανάμεσα στα βυζιά της που χωρίζουν καθώς ακουμπάνε στη χοντρή της κοιλιά?» του 'χε γίνει έμμονη ιδέα και δε μπορούσε να τα τραβήξει από κει. Σαν υπνωτισμένος κοιτούσε ολοένα το άνοιγμα με το κορδελάκι στον πλαδαρό λαιμό της και τον έπιανε ναυτία: «θέλω να είμαι εκεί», σκέφτηκε αλλά μπορεί και να το φώναξε δυνατά γιατί η μητέρα που πρόσεξε το αρρωστημένο του ύφος, είπε γρήγορα: «τώρα, τώρα θα φύγουμε!».

1991/1999/2002/2008

more...

Sunday, February 24, 2008

H χαμένη μέρα

(από deplaced ή αστικός πόνος 17/20)


Από τη μισάνοιχτη πόρτα είδε τη γυναικούλα που στεκόταν στον διάδρομο μπροστά στο γραφείο της προϊσταμένης. Την ίδια την προϊσταμένη δεν την έβλεπε, του την έκρυβε μια μεταλλική ντουλάπα αλλά μπορούσε να φανταστεί το γουρουνίσιο πρόσωπό της να σουφρώνει ολόκληρο καθώς ύψωνε τη φωνή: «όχι κυρία μου, κάνετε λάθος, εδώ στα χαρτιά μου τo 'χω γραμμένο καθαρά: ο άντρας σας έμεινε στη μονάδα μας από τις 15/4 ως τις 29/4 και μετά ξανά από την 1/5 ως τις 5/5, αυτές τις πέντε μέρες με αποκλειστική», όμως η γυναικούλα δε φαινόταν να πείθεται: «κι εγώ σας λέω πως έμεινε συνέχεια εδώ, μετά την εγχείριση την παραμονή της Πρωτομαγιάς ξανά εδώ τον φέρανε και δεν πήγε πουθενά αλλού, πως θα μπορούσε άλλωστε? Την αποκλειστική την είχε συνεχώς από τις 29 μέχρι…το τέλος», εκεί κόμπιασε λιγάκι κι η φωνή της έπεσε κι άλλο.

Του Θανάση του έκανε εντύπωση που δεν τη θυμόταν καθόλου κι ας είχε μπει η θεία του στο νοσοκομείο την ίδια μέρα με τον άντρα της. Η μονάδα ήταν όλη κι όλη ένας διάδρομος με έξι δωμάτια δεξιά κι αριστερά, δε μπορεί, κάπου θα την είχε πάρει το μάτι του όλες αυτές τις μέρες αλλά και πάλι έτσι ζαρωμένη που ήταν σα νa 'χε μπει στο πλύσιμο, με άχρωμα μαλλιά και ρούχα ποιος ξέρει…Έκλειναν πια κοντά μήνα και τα ρουφηγμένα μάγουλα της θείας του, του μοναδικού του συγγενή στη ζωή, ήταν το τελευταίο πράγμα που 'βλεπε κάθε μέρα όταν ερχόταν στο νοσοκομείο μετά τη δουλειά.

Πίσω η γυναίκα συνέχιζε να διαμαρτύρεται με διστακτική φωνή που ξανακέρδιζε σιγά-σιγά σε ένταση: «δεν καταλαβαίνετε, δεν είναι δυνατόν να μην το έχετε στα χαρτιά σας, σας λέω εδώ τον φέρανε μετά την εγχείριση και ήταν χάλια, που θα πήγαινε?», όμως η προϊσταμένη θα κουνούσε αρνητικά το κεφάλι της: «δεν υπάρχει στην κατάστασή μου, και σημασία έχει ό,τι γράφεται εδώ, δείτε και μόνη σας», η γυναίκα θα 'σκυβε κι ο Θανάσης δε χρειαζόταν να κοπιάσει για να το φανταστεί αυτό, ήξερε καλά τη μπερδεμένη κατάσταση της προϊσταμένης, ο διάβολος ο ίδιος δε θα 'βγαζε άκρη εκεί μέσα.

«Ναι, βλέπω», έλεγε τώρα η γυναίκα ξανά, «όμως ξέρετε καλά πως ήταν συνέχεια εδώ 6 μέρες ακριβώς από τις 29 μέχρι που…», «εσείς μπορεί να το λέτε αυτό αλλά εγώ στα χαρτιά μου έχω άλλα και βέβαια το καταλαβαίνετε, δε μπορώ να σας δικαιολογήσω παρά τις πέντε μέρες της αποκλειστικής», η μέχρι τώρα αποστασιοποιημένη φωνή της προϊσταμένης άρχιζε να προδίδει κάποιον εκνευρισμό.

Ο Θανάσης άκουσε τον αναστεναγμό της γυναίκας σχεδόν δίπλα του, του φάνηκε πως εκείνη ξεφύσηξε στ’ αυτί του, και γύρισε. Φως φανάρι της γυναικούλας της είχανε φάει μια ολόκληρη μέρα και βέβαια φωναχτά δε θα μπορούσε κανείς να το παραδεχτεί πως κάπου κάποιος είχε κάνει ένα λάθος. Κι από τέτοια και χειρότερα λάθη άλλο τίποτα….Ξαναγύρισε τη ματιά του στην διακαλωδιωμένη θεία του που μόλις και ανάσαινε μετά από τρεις αποτυχημένες διαγνώσεις. Οι τελευταίοι μήνες ήταν αρκετοί για να δυσκολεύεται ο Θανάσης να κάνει την ταύτιση ανάμεσα στη θεία του όπως την ήξερε και στο ανήμπορο πλάσμα που βρισκόταν μπροστά του. Και πιο πολύ αυτός ο τελευταίος μήνας, φοβερός στη διάρκειά του, στην ακινησία του, είχε δώσει τη χαριστική βολή στην παλιά εικόνα που ο Θανάσης νόμιζε πως διατηρούσε κάπου βαθιά μέσα του, προστατευμένη, αμετάβλητη: τώρα πια δεν ήταν σίγουρος όχι μόνο αν αναγνώριζε αλλά κι αν μπορούσε να θυμηθεί τη θεία του, το μοναδικό του συγγενή στον κόσμο, όπως ήταν πριν αρρωστήσει.

Η σκέψη αυτή τον ενοχλούσε όλο και περισσότερο όμως περιέργως δεν του μεγάλωνε τη θλίψη. Από τότε που τη θεία την είχανε μεταφέρει στο μοναδικό μονόκλινο της μονάδας λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής της, ο Θανάσης έβρισκε την σκέψη εκεί να τον περιμένει κάθε απόγευμα την ίδια ώρα λες και είχε γεννηθεί στο στενάχωρο δωμάτιο κι όχι στο κεφάλι του. Η αλήθεια είναι πως τον πρώτο καιρό η συμβίωση της θείας του με άλλες τρεις ασθενείς τον είχε εμποδίσει να εστιάσει την προσοχή του στη σταδιακή επιδείνωσή της. Τότε ακόμα κατάφερνε κι έτρωγε λιγάκι, έπαιζε διαρκώς η τηλεόραση, οι συγγενείς των αλλωνών έμεναν κι αφού τελείωνε το επισκεπτήριο και σχολίαζαν με πάθος τα διαδραματιζόμενα. Τώρα όμως όλα είχαν τελειώσει, από τη μισάνοιχτη πόρτα μόλις κι ένιωθε την κίνηση του διαδρόμου και του απέναντι δωματίου. Όλα έφταναν στ’ αυτιά του σαν πνιγμένα με το βαμβάκι.

Κάπως έτσι ένιωθε και τη ζωή του, καπακωμένη. Γύριζε το βράδυ σ’ ένα έρημο σπίτι και μπορούσε μόλις να ελπίζει σε μια από τα ίδια την επόμενη. Το μόνο που 'χε δώσει λίγη «δράση» στην τελματωμένη του καθημερινότητα ήταν το σπάσιμο ενός σωλήνα του νερού ακριβώς μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας του.

Γύριζε λοιπόν πάνω που 'χαν ανάψει στο δρόμο τα φώτα και τον καλωσόριζε το μουρμουρητό του νερού που ξεχυνόταν με αμείωτη ένταση σαν πίδακας και χανόταν στο πεζοδρόμιο. Τις δυο πρώτες μέρες είχαν τηλεφωνήσει στην υπηρεσία, στα κανάλια κι όπου ήταν δυνατό, όμως τίποτα δεν είχε γίνει. Είχε βγει στη σκάλα κι ο ένοικος του ημιυπογείου που από κάτω του φαίνεται να 'χε σπάσει ο αγωγός, και τραβούσε τα μαλλιά του. Ήταν συνταξιούχος καθηγητής της Αστρονομίας, έλεγε, πανεπιστημιακός, στο υπόγειο ορκιζόταν πως είχε ένα σωρό παλιά συγγράμματα και σπάνια βιβλία που θα καταστρέφονταν από την υγρασία αν το πράγμα συνεχιζόταν. Του Θανάση πάντα του ήταν αόριστα συμπαθής ο γέρος αλλά για να λέμε την αλήθεια ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν του είχε γεμίσει το μάτι. Τώρα άρχισε να τον βλέπει αλλιώς. Ο ίδιος έμενε ακριβώς από πάνω στο υπερυψωμένο ισόγειο, το νερό τον νανούριζε ευχάριστα.

Ωστόσο ήταν κι η σπατάλη. Την πέμπτη μέρα τον έπιασε στο μπλα-μπλα το πρωί που πήγαινε στη δουλειά ο παππούς και δεν τον άφηνε με τίποτα. Τι σπατάλη φυσικών πόρων ενώ πιο πέρα κόσμος χάνεται από την ξηρασία, ξέχωρα από την δική του την προσωπική καταστροφή, δεν του κοπάνησε! Εκείνο το βράδυ γυρίζοντας από το νοσοκομείο, πάντα με πεσμένο το ηθικό, ο Θανάσης σχεδόν θύμωσε βρίσκοντας το νερό να ξεχύνεται χωρίς σταματημό στο δρόμο. Κοντοστάθηκε για λίγο με σκοτεινιασμένο βλέμμα όμως ήταν αρκετό για να τον τσιμπήσει πάλι ο παππούς που παραμόνευε πίσω απ’ τα κατεβασμένα στόρια. Του 'χε καρφωθεί πως μπορεί να 'στελνε η υπηρεσία τα συνεργεία της έτσι ξαφνικά μες στη νύχτα και δεν του κόλλαγε ύπνος.

Στάθηκαν λοιπόν κι οι δυο χωρίς να βιάζονται, ο συνταξιούχος που 'χε όλον τον καιρό δικό του κι ο ενεργός ακόμα εργαζόμενος που δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει και κουβέντιαζαν, στο τέλος ανέβηκε ο παππούς και κάθισαν μαζί στη σκάλα. Η νύχτα ήταν γλυκιά, μες στην ησυχία όταν δεν μιλούσαν μόνο το νερό φλυαρούσε κουτρουβαλιάζοντας βιαστικά στο πουθενά.

Έβγαινε πως ήδη κάποια συγγράμματα και βιβλία την είχαν πληρώσει και πως «αν το πράγμα συνεχιζόταν» θα μούχλιαζαν και τα υπόλοιπα. «Έλεγα να τα χαρίσω στην Ακαδημία Επιστημών, μερικά είναι πολύ αξιόλογα, αλλά δυστυχώς δεν εκδήλωσαν ενδιαφέρον. Για την ακρίβεια, στην αρχή εκδήλωσαν ενδιαφέρον, μάλιστα ήταν σχεδόν ενθουσιασμένοι θα μπορούσε να πει κανείς αλλά τελικά, βλέπετε, ακόμα περιμένω…». Ο Θανάσης κουνούσε το κεφάλι του και δεν έβρισκε τίποτα να πει όμως το ίδιο βράδυ τα είδε τα βιβλία του παππού στον ύπνο του. Στοίβες ολόκληρες μέχρι το ταβάνι που για υπόγειο είχε γίνει απίστευτα ψηλό, και πάνω σε καθένα μικρές και μεγάλες πιτσιλιές χνουδωτής μούχλας. Τότε μια φριχτή απελπισία τον έπιασε, πως τάχα μέσα σε κείνα τα βιβλία που καταστρέφονταν στιγμή με τη στιγμή, κρυβόταν ένα τρομερό μυστικό. Όποιος το έβρισκε θα κέρδιζε τη απάντηση…ποιος ξέρει για ποιο πράγμα τώρα, στο όνειρο δεν ήταν ακριβώς καθαρό τι σόι μυστικό ήταν αυτό πάντως τον κυρίευσε μεγάλη μανία και βουτώντας στα βιβλία άρχισε με τρεμάμενα χέρια να τ’ ανοίγει και να πασχίζει να καταλάβει το νόημα των σελίδων τους. Όμως κάτω απ’ τα μάτια του προχωρώντας η μούχλα με γοργό ρυθμό έσβηνε τα γράμματα, έτρωγε τις σελίδες. Ξύπνησε αγκομαχώντας με ένα απέραντο αίσθημα ματαίωσης, σα να 'χε μόλις χάσει για πάντα κάτι απ’ το οποίο κρεμόταν η σωτηρία της ανθρωπότητας.

Εκείνο το πρωί στη δουλειά ήταν αφηρημένος κι όλα του έφταιγαν μα είχε ξεχάσει εντελώς τον εφιάλτη του. Το απόγευμα στο νοσοκομείο του φάνηκε πως η θεία του κάπως σα να πήγαινε καλύτερα. Την κοίταζε πολλή ώρα και στο τέλος νόμισε πως άνοιξε τα μάτια και του 'γνεψε μάλιστα αδύναμα με το κεφάλι, όταν όμως έσκυψε με προσμονή από πάνω της τη βρήκε όσο ασάλευτη ήταν όλο τον τελευταίο καιρό.

Αργότερα το βράδυ ήρθε η γυναικούλα. Το 'χε μάλλον πάρει απόφαση πως δεν ήταν δυνατόν να τα βάλει με την προϊσταμένη. Μουρμούρισε λοιπόν έτσι για τους τύπους κι έφυγε αναστενάζοντας. Τον αναστεναγμό της ο Θανάσης τον κουβάλησε μαζί του σπίτι. Τον είχε συνέχεια στ’ αυτιά του γυρίζοντας, τόσο που του πέρασε από το μυαλό πως δεν ήταν τα χαμένα λεφτά που την πόναγαν τη γυναίκα αλλά που της είχανε κλέψει με τέτοιο παράλογο τρόπο τη μια από τις τελευταίες έξι μέρες του μακαρίτη.

Μπροστά στην είσοδο το νερό κυλούσε πάντα αλλά κάπως σα να 'χε ελαττώσει τη ροή του. Ο Θανάσης μόλις που του 'ριξε μια ματιά. Πήγαιναν κιόλας έξι μέρες, -«για κοίτα!» του 'ρθε στο μυαλό, «όσες πέρασε στο νοσοκομείο ο μακαρίτης», όμως δεν προβληματίστηκε περισσότερο με τη σύμπτωση.

2003/2008

more...

Monday, February 18, 2008

Saturday, February 16, 2008

Αλβανός (;) και γουρούνι

(από deplaced ή αστικός πόνος 16/20)



Θα 'βρεχε; Ο καιρός φαινόταν να φτιάχνει, μόνο κάτι μακρινά σύννεφα αλήτευαν στο βάθος της δύσης στο λιμάνι του Πειραιά αναμαλλιάζοντας παιχνιδιάρικα το φωτεινό μέτωπο του ουρανού. Ο κόσμος αναθαρρημένος από τη βελτίωση κυκλοφορούσε κάπως πιο χαλαρά.

Έξω από το "King M." που πυρετώδικα τοιμαζόταν να γυρίσει στην Κρήτη συνωστίζονταν φορτηγά, επιβατικά και άνθρωποι. Τελικά όχι μόνο. Στην κορφή μιας νταλίκας φορτωμένης με άδεια καφάσια εμφανίστηκε θλιβερά δεμένο απ' το λαιμό ένα γουρούνι. Στην αρχή δε μπορούσε κανείς να πει από που ξεφύτρωσε σ' αυτό το ύψος. Σε μια δεύτερη ανάγνωση του τοπίου όμως, ανακάλυπτε αυτός που θα νοιαζόταν την είσοδό του στη σκηνή.

Το 'χαν φαίνεται ασφαλίσει το ζώο κάτω από μια τάβλα με τρύπες ανάμεσα στα καφάσια, υπολογίζοντας -κακά- πως εκείνο δε θα κατάφερνε να ελευθερωθεί απ' την άβολη και σκοτεινή φυλακή του. Τώρα το γουρούνι βολτάριζε σκοντάφτοντας σε κάθε του τριπόδισμα ανάμεσα στις πτυχές των καφασιών, σε ακτίνα δράσης όση του επέτρεπε το στενόχωρο σκοινί που του 'κοβε την ανάσα, αφήνοντας μόνο κάτι παραπονιάρικες στριγκές κραυγές υψίστης απελπισίας.

Είναι απίστευτο πόσο λίγα ξέρουν οι άνθρωποι της πόλης για ένα γουρούνι. Εικόνα γνώριμη μόνο κάτω απ' τη συγκεκριμένη οπτική ενός πλούσιου πιάτου με μπριζόλες που αστράφτουν απ' το ζεστό λίπος σ' ένα εύθυμο τραπέζι, βρίσκεται έτη φωτός μακριά από τη ζώσα σάρκινη πραγματικότητα. Από την άλλη, ένα γουρούνι δεν είναι με κανένα τρόπο pet. Εκείνη τη μισοπαραπλανητική-μισοαστεία γελοιογραφία ενός γουρουνιού πάντα σε comics -και πιο πρόσφατα σε ταινία-, αφήστε τη καλύτερα στη θέση της. Διαιωνίζει μόνο την παρεξήγηση. Ένα γουρούνι δεν είναι ποτέ τόσο χαριτωμένο όσο το παρουσιάζουν οι εκπομπές κινουμένων σχεδίων. Έχει μάλλον πανικόβλητο και κουτό ύφος κι όσο για τους ήχους που βγάζει, αυτοί κι αν είναι ενοχλητικοί.

Φανταστείτε τέλος αυτόν τον λιπαρό ροζ τρίχινο όγκο με τον πανικό στο βλέμμα να μπουρδουκλώνεται συνεχώς βγάζοντας σπαραχτικές άναρθρες κραυγές, τέσσερα μέτρα πάνω απ' το στέρεο έδαφος, ή αν προτιμάτε τέσσερα μέτρα κάτω απ' το βλέμμα επιβάτη που αρχίζει να βαριέται. Σκαρφαλωμένος στο προτελευταίο κατάστρωμα χαζεύει αφηρημένος την κίνηση του λιμανιού και τα διαφορετικά συμβάντα που την περιγράφουν.

Σκέφτεται αρχικά ο επιβάτης κάτι θετικό για το γουρούνι; Μάλλον όχι. Υπάρχει εκεί μόνο σαν κινούμενη εικόνα, πηγή περιορισμένου άγχους (θα πέσει ή δε θα πέσει από την κορυφογραμμή των καφασιών;), και θορύβου. Σ' ένα επόμενο στάδιο μπορεί κάποιος και ν' αναρωτηθεί: θα προλάβει ο οδηγός της νταλίκας που όπου νάναι αναγκαστικά θα κάνει την εμφάνιση του, να ξανατοποθετήσει το ζώο στην αρχική "ασφαλή" (κυρίως για τα νεύρα του επιβάτη) θέση; η μήπως μέσα στη γενική φασαρία και βιασύνη το "ατύχημα" δε θα γίνει ούτε καν αντιληπτό;

Το γουρούνι στο μεταξύ θα κάνει νομοτελειακά τα μοιραία βήματα και θα βρεθεί απαγχονισμένο στην κλασσική στάση πίσω από τα τελευταία καφάσια που τοποθετημένα σε κλιμακωτό σχηματισμό υποχωρώντας προς τα κάτω το κρύβουν στην πρώτη οπτική επαφή. Βρέθηκε σ' αυτή την παράδοξη τελική θέση κατρακυλώντας σχεδόν σε αργή κίνηση, (πόντο-πόντο τεντώθηκε το σκοινί που του σφίγγει το λαιμό), τώρα πνίγεται κι οι φωνές του όλο κι αραιώνουν.

Ο επιβάτης παρακολουθεί το δράμα ανίκανος να επέμβει, δεν έχει καμιά υποχρέωση άλλωστε ν' ανακατευτεί σε κάτι τέτοιο. Τα λίγα μέτρα που χωρίζουν τις δυο διαφορετικές φάσεις, -εκείνη του παρατηρητή από την άλλη του παρατηρούμενου-, τεντώνουν και γίνονται ολόκληρα ναυτικά μίλια. Ο απαγχονισμός του ζώου λοιπόν συντελείται σε μιαν άλλη σφαίρα, αφορά μιαν άλλη πραγματικότητα σχεδόν εξωπλανητική, και αντιμετωπίζεται με την ίδια πάντα υποχρεωτική, ένοχη στο βάθος της και μουδιασμένη, αδιαφορία.

Στο μεταξύ στο πλοίο φτάνει μια άλλη νταλίκα, πολύ πιο μακριά κι επιβλητική αυτή. Στην τεράστια ουρά της κουβαλά το αρχινισμένο σκαρί ενός σκάφους γερμένου στη μια του μπάντα και δεμένου από παντού με λεπτά σκοινιά απαράλλαχτα όπως ο Γκιούλιβερ απ' τους Λιλιπούτειους.

Ο επιβάτης του πλοίου έχει τώρα την ευκαιρία να θαυμάσει πως μέσα σ' όλον αυτόν τον αλαλαγμό κοιμάται αμέριμνα και σαν πεθαμένος ένας Αλβανός(;) στην κοιλιά του κήτους. Ζαρωμένος στην πλευρά του σκάφους που 'ναι σχεδόν στον αέρα ο ανθρωπάκος, λιγνός κι εκτός κλίμακας, έχει στριμωγμένο λοξά το κεφάλι του ακολουθώντας απόλυτα την κλίση του σκάφους. Κοιμάται υπό γωνία τόσο βαθιά που κάποιος φωνάζει εύθυμα από το πλοίο: "πάρτε το πτώμα!", προκαλώντας τα χάχανα και ένα κύμα τεντωμένων δεικτών προς το θέαμα, αυξάνοντας την εντροπία της γενικής ταραχής και ξυπνώντας το ενδιαφέρον των λιμενικών που πάντα σε στέρεο έδαφος παρακολουθούν τα τεκταινόμενα, ανίκανοι να εκτιμήσουν όσα ξετυλίγονται σε επίπεδο ψηλότερο από το δικό τους.

Τελικά υπό το βλέμμα και το γέλιο του χαρούμενου πλήθους κατεβάζεται ο νεαρός Αλβανός(;) από το σκαρί. Ξύπνησε απότομα, καλά-καλά δεν πρόλαβε να τρίψει τα μάτια του, νομίζει πως βρέθηκε στ' όνειρό του πάνω σε τούτη δω τη φωνακλάδικη προβλήτα, μπροστά στο στόμα του πλοίου που κατάπιε ήδη το προσωρινό του κατάλυμα, και κάτω από τα βάναυσα χέρια του αρχιλιμενικού που τον τραντάζει κρατώντας τον γερά από το γιακά, λες και μια καθολικά αποδεκτή εξήγηση για την "ανάρμοστη" παρουσία του εκεί θα 'ταν δυνατό να ξεπηδήσει μ' αυτό το τρόπο αβίαστα απ' το κουρελιασμένο του πουκάμισο. Φυσικά και κάτι ψελλίζει, κάπως δικαιολογείται(;), όμως ο αρχιλιμενικός απρόσβλητος μέσα στη χιονάτη λάμψη που αναδύουν τα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα του, δεν ακούει, δεν πείθεται, δεν καταλαβαίνει. Κρατώντας τον πάντα απ' το γιακά με απειλητικό τρόπο τον διαμετακομίζει, λιγνό, φτενό και σαν πρόωρα γερασμένο, σα να 'ταν κάποιο τσουβάλι δίχως νόμιμο αποστολέα ή παραλήπτη, στη διπλανή προβλήτα για περισσότερες(;) εξηγήσεις.

Ο επιβάτης παρακολουθεί με την άκρη του ματιού του τη βεβιασμένη κίνηση του Αλβανού(;) που βαδίζει χωρίς να βαδίζει, σα να πετά λίγα εκατοστά πάνω απ' το έδαφος κάτω απ' την επήρεια της ώθησης του αρχιλιμενικού που τον παρασύρει στο διάβα του. Παρακολουθεί φυσικά κι εδώ χωρίς να συμμετέχει ούτε καν μ' ένα εύθυμο σχόλιο όπως συνέβη πιο πριν, κι αυτό γιατί η σκηνή έχει χάσει πια κάθε γοητεία δράσης.

Όμοια με τον απαγχονισμό του γουρουνιού συντελέστηκε κι εδώ το αναμενόμενο. Ο κύκλος έκλεισε, κάπου στο βάθος χάνεται το άσπρο της στολής του αρχιλιμενικού και το ακαθόριστα βρώμικο γκρίζο του πουκάμισου του ξένου.

Αρχίζει να βρέχει. Χοντρές σταγόνες νερού σφυροκοπούν με μανία σχεδόν το λιμάνι. Ο επιβάτης αποτραβιέται στο στεγασμένο τμήμα του καταστρώματος και παρακολουθεί πάντα τα συμβάντα που ξετυλίγονται με αφορμή τώρα πια μόνο την ξαφνική νεροποντή. Επιταχύνεται η κίνηση, ανεβαίνει σ' ένα crescendo η οχλαγωγία και τα χρώματα χωνεύονται σ' ένα βαθύ γαλαζωπό γκρίζο που καταπίνει το τελευταίο φως του ήλιου πριν απ' τη δύση του. Κάπως σα να φούσκωσε το ταλαιπωρημένο πουκάμισο του Αλβανού(;) και να σκέπασε την πόλη.

1991/1999/2008

more...

Sunday, February 10, 2008

Feng Shui

(από deplaced ή αστικός πόνος 15/20)


Περίμεναν να τους φέρουν το κρεβάτι. Στο καινούργιο σπίτι που μύριζε ακόμη απ’ τις μπογιές άνοιξε τη μπαλκονόπορτα να μπει το τελευταίο φως. Ήρθε πίσω της όσο πιο σιγά μπορούσε αλλά τα βήματά του αντήχησαν εκκωφαντικά στο άδειο δωμάτιο. Την έπιασε απ’ τους ώμους καθώς στεκόταν παραιτημένη μπροστά στο απίστευτο θέαμα: «Σήμερα πάλι άπλωσε μόνο κάλτσες και χτες είχε απλώσει μόνο σώβρακα, πως στην οργή το καταφέρνει δεν ξέρω... πάει με τις μέρες φαίνεται...». Δεν του είπε πως προχτές είχε πλυθεί μια ολόκληρη σειρά λούτρινα παιχνίδια γιατί το 'χε βρει χαριτωμένο, -χόρευαν στον αέρα κούνελοι, ο γάτος Σιλβέστρος, μέχρι κι ένας τεράστιος αρκούδος-, και δεν θα μπορούσε να γκρινιάξει πειστικά και γι’ αυτό.

Εκείνον μάλλον δεν τον πείραζε το αλλόκοτο που παρουσίαζε αυτή η διπλή σειρά με τις σκούρες κάλτσες, -ξανά μόνο αντρικές-, που στριφογύριζε αγκαλιάζοντας τον ηλιακό θερμοσίφωνα στην ταράτσα πιάτο κάτω απ’ τα πόδια τους, μισογέλασε μα δεν έκανε κανένα σχόλιο. Στο σκοτάδι που κατέβαινε αργά γυάλιζε η επιφάνεια του θερμοσίφωνα σαν ένα τεράστιο μάτι που 'κλεινε με νάζι στον δυτικό ήλιο πίσω τους, κι οι κάλτσες χοροπήδαγαν με δική τους βούληση γιατί στο πεσμένο φως το σκοινί τους δε φαινόταν πουθενά.

Αναστέναξε και γύρισε το πρόσωπό της προς το μέρος του, και το δικό του πρόσωπο χωνευόταν αργά στο σκοτάδι. Δεν τους είχαν συνδέσει ακόμα το ηλεκτρικό. Την αγκάλιασε πιο σφιχτά κι έτριψε το αξύριστο μάγουλό του στο δικό της, το 'νιωθε πως ήταν ευτυχισμένος. Εκείνη την πείραζε που δεν είχαν θέα ή μάλλον που είχαν μια τόσο κακή θέα. «Δεν πρόκειται να μείνουμε για πάντα εδώ, εξάλλου στην κρεβατοκάμαρα δεν πειράζει αν δεν έχει θέα, το σπίτι είναι καινούργιο κι αυτό έχει σημασία», την καλόπιανε. Ασχολούνταν ερασιτεχνικά αλλά με πάθος με το feng shui και του 'φτανε που έμπαιναν πρώτοι νοικάρηδες, -το σπίτι είναι άγραφο χαρτί, άσε που έχει και καλό προσανατολισμό,- αυτό επειδή δεν έβλεπε καθόλου βορειοανατολικά.

«Βλακεία κάναμε που συμφωνήσαμε να φέρουν το κρεβάτι απόψε, έχουν ήδη αργήσει», τραβήχτηκε απ’ την αγκαλιά του και πήγε να βάλει τα τριαντάφυλλα σ’ έναν κουβά που σίγουρα κάπου θα 'χε αφήσει η γυναίκα που καθάριζε. Την ακολούθησε σα να 'ταν η σκιά της που χόρευε στο μισόφωτο. Βράδιαζε αργά ευτυχώς γιατί σιγά-σιγά έμπαιναν στο καλοκαίρι. Τα λουλούδια στα χέρια της έμοιαζαν ψεύτικα, φτιαγμένα από κάποιο συνθετικό υλικό είχαν ένα χρώμα ενδιάμεσο, ούτε λευκά ούτε κίτρινα ή ροζ, γενικά «παστέλ» θα το 'λεγε, εκείνης όμως της άρεσαν μόνο τα κόκκινα. «Δε μυρίζουν καθόλου» του είπε, λες κι έφταιγε αυτός προσωπικά. Μόνο τα κόκκινα είχαν πια μυρωδιά και πολύ βαριά μάλιστα, όλα τα υπόλοιπα σου 'φερναν στο νου λαχανικά που με την πρώτη μέρα έχουν κιόλας μαραθεί στο ψυγείο. Δεν την άκουσε γιατί είχε βγει στο μπροστινό μπαλκόνι και κοίταζε μήπως έρχονταν. Άφησε τα μπουκέτο στο νερό και κράτησε μόνο ένα μισάνοιχτο φουντωμένο μπουμπούκι μαζί της. Έπειτα βγήκε και στάθηκε δίπλα του. Ο δρόμος ήταν ήσυχος κι έπλεε μες το ηλεκτρικό φως. Απ’ τις περιποιημένες μεζονέτες ολόγυρα ερχόταν ένα πνιγμένο κύμα βραδινής δραστηριότητας.

«Πολύ ήσυχη γειτονιά», αποφάνθηκε, «θα περάσουμε μια χαρά εδώ, είναι βέβαια κάπως μακριά απ’ το κέντρο αλλά δε βαριέσαι, είναι σπουδαίο σπίτι. Ας είναι καλά ο θείος μου που το βρήκε γιατί κι η τιμή για καινούργιο σπίτι, δεν παίζεται». Γύρισε την πλάτη στο δρόμο και κοίταξε ίσια μέσα στο δωμάτιο του σαλονιού. Η θέα απ’ το παλιό της studio ζωντάνεψε ξαφνικά κάτω απ’ τη μύτη του αλλά που να το πάρει είδηση.
 
Στριφογύριζε ακόμη στα χέρια της το τριανταφυλλάκι όμως τώρα έσκυβε πάνω από μιαν άλλη κουπαστή. Απ’ το ποτάμι φύσαγε ένας νοτισμένος αέρας που της μπέρδευε τα μαλλιά και στο βάθος του ορίζοντα το βλέμμα της σταμάταγε μόνο στο δεκαώροφο μέτωπο απ’ τις εργατικές πολυκατοικίες που τα τζάμια τους έλαμπαν χρυσαφιά στο φως της δύσης πίσω της. Βούιζε η λεωφόρος στα πόδια της και σκέπαζε τη φασαρία απ’ τις μαούνες στο ποτάμι κι απέναντι στον υπερυψωμένο αυτοκινητόδρομο ταχείας κυκλοφορίας που την κίνησή του μόνο τη μάντευε πίσω απ’ το ηχοπέτασμα. Μία μετά την άλλη άναβαν οι διαφημίσεις των τσιγάρων στις ταράτσες. Απ’ το μπαλκόνι της μπορούσε να δει μέχρι κι ένα κομμάτι απ’ τις γραμμές του monorail που σ’ εκείνο το σημείο γλιστρούσε ανάμεσα σε ποτάμι και highway, πότε-πότε προλάβαινε την άκρη από κάποιο, -ασημένιο της φαινόταν- βαγόνι που έπαιρνε την στροφή όπως σε amusement park. Την άνοιξη χαιρόταν τις κερασιές, μια μακριά ροζ μονοκοντυλιά που αγωνιζόταν να επιβάλλει την παρουσία της σαν και πρώτα χωρίς να το καταφέρνει, στη σκιά απ’ το μπετόν του αυτοκινητόδρομου πάντα. Το καλοκαίρι το μπαλκόνι γινόταν το θεωρείο της, στην ποδιά της έσκαγαν τα πυροτεχνήματα στο ποτάμι και γιόρταζε μαζί της όλη η πόλη. Αλήθεια διασκέδαζε με το θέαμα που δεν έπαυε σχεδόν ποτέ, μόνο άλλαζε ένταση. Κάθε φορά που η ζωή της φαινόταν να χτυπά σε τοίχο, έβγαινε στο μπαλκόνι της κι η κίνηση ορμούσε καταπάνω της όλες τις ώρες και μ’ όλους τους φωτισμούς. Δε χρειαζόταν να έχει τηλεόραση, τη νανούριζε και την παρηγορούσε η αδιάσειστη βεβαιότητα πως η ζωή δεν σταματά ποτέ με ή χωρίς εμάς. Έπαιρνε λοιπόν βαθιές ανάσες απ’ τον επιβαρημένο αέρα που πάντως λόγω του ποταμιού μύριζε και λίγο θάλασσα πάνω κι απ’ τις εξατμίσεις των long vehicles, και σαν γνήσιο παιδί της πόλης έβρισκε ξανά κουράγιο και συνέχιζε. Συνέχιζε τι?

Είχε διακοπεί πια η ζωή στην πόλη της, είχε χάσει το studio και τη θέα. Είχε γυρίσει. Άλλαξε θέση κι έβλεπε πάλι τον δρόμο. Της έδωσε τσιγάρο μα δεν το πήρε, έπαιζε με το τριαντάφυλλο.

«Να πάμε να φάμε μετά σ’ εκείνη τη ταβέρνα στη γωνία, φαινόταν μια χαρά. Στάσου, θα πάρω και τους Θ., γαμώτο, που έβαλα το κινητό? Να δεις που θα το άφησα στ’ αμάξι, περίμενε λίγο, δυο λεπτά θα κάνω. Και σκέψου να 'χουν πάρει απ’ το μαγαζί πως δεν θα 'ρθουν λέει!». Και μ’ αυτό πετάχτηκε πάνω λες και κρεμόταν η ζωή του απ’ τη σβελτοσύνη του και δε μπόρεσε να μην θαυμάσει πόσο του ταίριαζε αυτό όπως και τα γένια των τριών ημερών κι ας την τσίμπαγαν. «Έτσι ήμουν κάποτε κι εγώ, δε στεκόμουν στιγμή», σκέφτηκε. Αφηρημένα γλίστρησε το δάχτυλό της στην καρδιά του λουλουδιού μέχρι που σχεδόν το άνοιξε στα δύο. Η μεταξένια αφή των πετάλων της θύμισε πως είχε αφήσει πίσω κάποιαν άλλη να χαίρεται τη θέα της, έστω και χωρίς αυτήν.

Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και ξεφύτρωνε πίσω της λαχανιασμένος. «Είχαν πάρει να πουν πως δεν μπορούν να παραδώσουν απόψε και θα 'ρθουν αύριο λέει, τζάμπα περιμέναμε! Πάω να κλείσω πίσω και φύγαμε. Α, πήρα και τους Θ., και βρήκα την Α., θα έρθουν λέει». Τον ακολούθησε στα τυφλά στο σκοτάδι που χυνόταν από παντού. Στο διάδρομο, γύρισε προς το μέρος της κι έκανε οχτάρια πάνω στα μάτια της με το φακό παιχνιδιάρικα περιμένοντας τις αντιδράσεις της. Δεν αντιστάθηκε, μόνο έδειξε αόριστα με το τριαντάφυλλο τους τοίχους όταν είχαν μπει στο δωμάτιο: «Εκεί να βάλουμε το έργο της R. Στο 'χω δείξει, δεν στο 'χω δείξει?». Ήταν το μόνο πράγμα που 'χε απ’ τη R., όλο κι όλο μια γυναικεία πλάτη έτοιμη να προχωρήσει και να χαθεί σ’ ένα ασπρόμαυρο βάθος με κόκκινα ίχνη, μπορεί και πλατείας. Θύμιζε πολύ de Chirico.

Έκλεισε προσεκτικά και μετά την τράβηξε πάνω του ενώ πήγαιναν προς τη σκάλα. «Αφού το ξέρεις πως δε γίνεται να βάλουμε έναν τέτοιο πίνακα στην κρεβατοκάμαρα. Σοβαρά τώρα ... μια γυρισμένη πλάτη? πως θα 'νιωθες να το βλέπεις πρωί και βράδυ? Έχει κακή «ενέργεια», πίστεψέ με. Στην κρεβατοκάμαρα ειδικά, για να μη σου πω και παντού, μόνο «θετικά» θέματα. Να 'ταν τουλάχιστον μια γυναίκα που έρχεται, καταλαβαίνεις τι εννοώ ... αλλά που φεύγει? ποτέ!». Της τα 'λεγε έτσι όπως μιλάνε σ’ ένα ξεροκέφαλο παιδί όσοι ξέρουν καλύτερα. Στη σταθερότητα της φωνής του δε μπορούσε ποτέ να αντιπαρατεθεί, νικούσε πάντα.

Ήταν στ’ αμάξι πια όταν θυμήθηκε πως είχε ξεχάσει τα τριαντάφυλλα. «Τα παίρνουμε αύριο, δε χάθηκε ο κόσμος». Και μετά, σα να του 'χε έρθει η πιο καταπληκτική ιδέα στον κόσμο: «΄Οσο για τη θέα που λες, θα κρεμάσουμε έξω από δυο καθρεφτάκια σαν παραστάδες δεξιά κι αριστερά, κι έτσι δεν θα μπορεί να μας πιάσει τίποτα, ούτε οι κάλτσες, ούτε τα σώβρακα, ούτε αυτός ο αναθεματισμένος ο ηλιακός, που έχεις δίκιο τελικά, σα μάτι που μας κατασκοπεύει είναι». Και γέλασε ευχαριστημένος μόνος του.

Έβαλε ξανά το δάχτυλο στην τρυφερή καρδιά του λουλουδιού κι αυτή τη φορά το 'σκισε ως κάτω.

1999/2008

more...

Saturday, February 2, 2008

Εικόνες από μια –Multimedia- Έκθεση

(από deplaced ή αστικός πόνος 14/20)

ΕΞΟΜΟΙΩΤΗΣ

Τη είναι εικονικη πραγματικοτητα.
Συνδυαζει κινηση.εικονα.ηχο. δινοντας ετσι την εντυπωση της πραγματι/τας.
Ειναι για ολες της ηλικιες.
ΔΕΝ ΖΑΛΙΖΕΙ
Ζηστε μια ξεχοριστη εμπειρια.
Είναι τελειος ακινδυνο.

(Πανηγύρι Τεγέας, Αύγουστος 1999)

Από μακριά ο φωτισμένος χώρος της έκθεσης έτρεμε κάτω από διαδοχικά κύματα ήχου και νυχτερινή υγρασία σε διάφορα χρώματα. Καθώς πάρκαρε στη χωματένια αλάνα τον έφτασε ένα μεγάλο μπλε, τον τύλιξε, κι άρχισε να τον τραβά προς τα μέσα. «Καλό!», σκέφτηκε, σκέφτηκε? ένα μέρος του μυαλού του τουλάχιστον σκέφτηκε, ή προσπάθησε να σκεφτεί, που είναι σχεδόν το ίδιο γιατί είχε κάνει τα πάντα για να λειτουργεί με μειωμένη αντίληψη της «πραγματικότητας», a certain mind-numbing substance, a certain… τώρα ευτυχώς ο πόνος της στέρησης χανόταν στα βάθη του μυαλού του, σα να μην είχαν γνωριστεί ποτέ.

Τρεκλίζοντας ελαφρά και χαμογελώντας παρά τη θέλησή του, με τις γλώσσες υποδοχής να τον έχουν καταπιεί, -πότε πρόβαλλε έξω απ’αυτές μόνο κομμάτι από το ένα του χέρι και το ρολόϊ, πότε το ένα του παπούτσι ξέφευγε απ’ το αγκάλιασμα, και γινόταν ξανά, ας πούμε «συνηθισμένο»-, έτσι έφτασε πιο κοντά στη δράση –και στις πλάτες από καμιά εκατοστή ανθρώπων «σαν κι αυτόν»-, ρούχα «with an attitude», που άστραφταν κάτω από το φως των προβολέων, ρούχα «κανιβαλιστικά που 'χαν φάει τους ανθρώπους που τα είχαν φέρει εκεί», «σκέφτηκε» πάλι, αλλά δεν πρόκειται να ξαναχρησιμοποιήσω το ρήμα γιατί το αδικώ, δεν σκεφτόταν πια, ο θόρυβος κι ο ρυθμός του 'χαν πάρει το μυαλό, -κι αυτή είναι άλλη μια λέξη που δεν θα χρησιμοποιήσω επίσης, κι έτσι θα φτιάξω αυτήν την ιστορία επιβάλλοντας μια κάποια αυτολογοκρισία.

Μόλις όμως τον εγκατέλειψε το χρώμα υποδοχής μπροστά στην είσοδο, τεράστια σαν μάτι θυμωμένου Κύκλωπα, -«δεν έχουμε αρχίσει ακόμα, they’re rehearsing», ούρλιαξε στ’ αυτί του ο τύπος που έπαιρνε τις προσκλήσεις κι ήταν κι αυτός σαν το παπούτσι του προτήτερα «συνηθισμένος», γιατί δούλευε εκεί, «πως μπορεί άραγε να δουλεύει κάποιος εδώ?»-, κάτι βυθίστηκε μέσα του, κράτησε λίγο αλλά βυθίστηκε, αυτό δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Οπισθοχώρησε, ξανατρέκλισε, κανείς δε φαινόταν να το προσέχει.

Συνέβαινε ένα παράξενο πράγμα: ακόμα δεν είχε καταφέρει να δει κανενός το πρόσωπο, μόλις πλησίαζε κάποιον εκείνος γύριζε και του 'δειχνε την πλάτη του, «πολύ ωραία πλάτη βέβαια, και κώλος, και τα χρώματα, κι η μουσική», όλα αυτά έκαναν ό, τι μπορούσαν για να τον ανεβάσουν απο κει που 'χε πέσει λίγο πριν, και στο τέλος το κατάφεραν. Γύρισε κι αυτός την πλάτη του στους υπόλοιπους και άρχισε να χαζεύει το θέαμα των –αραιών πάντα- νεοφερμένων που τους υποδέχονταν οι χρωματιστές γλώσσες, «δυνατό!», έτσι τον είχαν φέρει κι αυτόν μέσα όμως η κομψή εκδήλωση φιλοξενίας είχε κιόλας συντελεστεί και τώρα αφημένος στα ενδιάμεσα κενά παράδερνε χαμένος στη δίνη του σκοτεινού υπαίθριου χώρου χωρίς εμφανή όρια. Από πάνω ο ουρανός των πρώτων πρωϊνών ωρών είχε κατέβει χαμηλά σαν καπάκι χωρίς σύννεφα ή άλλα χαρακτηριστικά.

Το 'νιωσε το χέρι του και την επιθυμία του. Η οθόνη του κινητού άναψε ξαφνικά προκλητική κάτω απ’ το θολωμένο του βλέμμα. «Τι να της γράψω? Να την ρωτήσω αν είναι κι εκείνη «έξω»? «Έξω»? Έξω όπως εδώ, και σκάναρε πάλι τον κόσμο τριγύρω που μαζευόταν κι αραίωνε σα να μην υπήρχε η ένταση της μουσικής, αργά, «έξω» από τον ρυθμό.

Δεν υπήρχε καμιά πιθανότητα, «improbability level of 2 to the power of 276.000 to 1 against and rising», να είναι εκείνη εδώ. Σ’ ένα μέρος σαν κι αυτό.

Παλιά τη διέταζε απο το κινητό. «Μπες στο Δίκτυο», «Ξάπλωσε», «Κοιτάξου στον καθρέφτη», «Βάλε το δεξί σου χέρι στο αριστερό σου στήθος». Οι διαφορές του χαρακτήρα, οι διαφορετικές συνήθειες, το μέγεθος του στήθους, those little “quirks”... Κρατούσε πάντα στο μυαλό του, -oops!-, μιά λίστα με όσα θα 'πρεπε η γυναίκα των ονείρων του να διαθέτει. Κι όσο άλλαζε όνειρα, άλλοτε με το καλό, άλλοτε με το ζόρι, μόλις γνώριζε κάποια αμέσως άρχιζε το τσεκάρισμα. Κι όσο έβλεπε τα κουτάκια δίπλα στις προϋποθέσεις να γεμίζουν τόσο έπεφταν οι αντιστάσεις του, άδειαζε, εγκατέλειπε την αίσθηση του εαυτού, γι’ άλλη μια φορά και ξανά χωρίς ελπίδα ερωτευόταν.

Ο φωτισμός γύρω του άλλαζε, καπνός απο ξερό πάγο, -«πόσο παλιό και αποτελεσματικό!» κι ας μύριζε κάτι σαν καμένος πολυεστέρας-, ξέφευγε χαμηλά στη βάση της έκθεσης/αποθήκης, ανέβαινε κι έκανε, -επιτέλους! ο διπλανός του γύρισε και του 'δειξε-, τους φακούς απ’ τα μάτια μωβ-μπλε, «σαν τους λύκους!», τα δόντια ολόλευκα. Κάτω απο το μαύρο φως όλα ξαναγίνονταν «σημαντικά», τώρα είχαν μια ζωή από μόνα τους, δε χρειαζόταν ν’ ανησυχεί για τίποτα.

Έβαλε ξανά στην τσέπη του το κινητό, μια στιγμή αδυναμίας ήταν και πέρασε, του τριβέλισε όμως για λίγο το μυαλό.

Τους έδωσαν ένα ελαφρύ κράνος μπαίνοντας. Η αίθουσα ήταν στο μαύρο σκοτάδι μα σιγά-σιγά τα μάτια συνήθισαν κι όταν ένα-ένα άρχισαν ν’ ανάβουν τα σποτ πάνω απ’ όλες αυτές τις γυμνές κούκλες ... άλλαξε κι η ψυχική του διάθεση. Δεκάδες κούκλες βιτρίνας περιστρέφονταν μέχρις εκεί που 'φτανε το μάτι, άλλες πιο γρήγορα, άλλες πιο αργά γύρω απ’ τον άξονά τους χωρίς τριβές. Ο κόσμος υπάκουα φόρεσε το κράνος και άρχισε να περιφέρεται μουρμουρίζοντας ανάμεσα σ’ αυτό το ανθρωπόμορφο δάσος, ακολούθησε κι αυτός σκοντάφτοντας πότε-πότε γιατί το δάπεδο είχε στρωθεί πρόχειρα.

«Μια πολύ απλή ιδέα τελικά», κάθε κούκλα ήταν πομπός μικρής εμβέλειας, περνώντας από δίπλα της «έπιανες» το μήνυμά της. Όμως φυσικά το πράγμα δε σταματούσε εκεί. Μπορούσες ν’ «απαντήσεις» και τότε η κούκλα άρχιζε έναν «διάλογο» μαζί σου. Ωραία, έστω, κάτι που έμοιαζε με διάλογο.

Σταμάτησε στη μέση της πορείας, οι από πίσω του ενοχλημένοι τον προσπέρασαν στο τσακ να τον εμβολίσουν. Δεν ήθελε άλλο, έβγαλε το κράνος. Χωρίς αυτό όλα ήταν διαφορετικά. Τέρμα κι η μουσική, πάει κι ο «διάλογος». Μόνο το σούρσιμο των ποδιών, κάποιο πνιγμένο γελάκι, ο καθένας φαινόταν απασχολημένος να δέχεται και να κάνει ερωτήσεις. Τι θα μάθαιναν απ’ όλ’ αυτά?

Άστραφτε σποραδικά η touch screen που 'χε η κάθε κούκλα στο στομάχι της και σε κάθε περιφορά ο ομφάλιος λώρος της καλωδιωμένης πλάτης της, την απόληξη όμως της καλωδίωσης δεν μπορούσε να την διακρίνει γιατί χανόταν στα σκοτεινά βάθη της καλά κρυμμένης κονσόλας. Ενιωθε πως όπου να 'ναι κάποιος θα τον χτυπούσε με επαγγελματικό ενδιαφέρον στην πλάτη: «είστε οκ?»

Το μόνο που του άρεσε όλο και πιο πολύ ήταν πως γυάλιζε το πλαστικό δέρμα απ’ τις κούκλες, πως είχαν φτιάξει τις ρόγες τους. Στα φαλακρά τους κεφάλια τα άδεια μάτια κοίταζαν χαμηλά, μόνο οι ρόγες τους ανηφόριζαν σα να αδιαφορούσαν για τις συνέπειες της βαρύτητας. Πάλι ο πόνος της στέρησης του 'καψε το μυαλό, -ναι, το μυαλό...-, το κινητό βρέθηκε με δική του βούληση ξανά αναμμένο στην ιδρωμένη χούφτα του. «Τι να της γράψω? πως θα 'θελα να 'ταν εδώ? how pathetic… και γιατί δε λέμε πια ποτέ την αλήθεια», ή μήπως είχα λογοκρίνει κι αυτή τη λέξη?

Η αλήθεια, κι ο πόνος που μου παίρνει το μυαλό, κι όλες οι λέξεις που δεν έχω το δικαίωμα να χρησιμοποιώ αφου ευτέλισα το νόημά τους. «Addiction!», σφυρίζει τότε η κούκλα που είναι πιο κοντά μου, κι ας μην είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό αφού δε φοράω πιά το κράνος. Αρχίζω να τρέμω, σηκώνω τα μάτια απ΄ την οθόνη και ξαφνικά είμαι μόνος. Σα να 'χει τελειώσει το party και να με ξέχασαν μέσα.

Όμως δεν είμαι εγώ αυτός που του συμβαίνουν όλ’ αυτά κι αν το προσπαθήσω πολύ θα ξυπνήσω. Κι ας στριφογυρίζουν όλο και πιο γρήγορα σαν τις τρελές οι κούκλες ως εκεί που προοπτικά φτάνει το μάτι, κι ας μου δείχνει τώρα τα δόντια της εκείνη που προηγουμένως μου σφύριξε αυτό που δεν ήθελα να ξέρω, αυτό που πρέπει αμέσως να ξεχάσω. Γελάνε μαζί μου, κατάλευκα κάτω απ’ το μαύρο φώς. Πόσο τη μισώ, πόσο τη λατρεύω! Και ξέρω τι θα της γράψω: «δεν είσαι εδώ, είσαι εδώ» Σε διατάζω. Σε ελέγχω.

Ξαναβάζει το κράνος κι όλα είναι οκ. Ο κόσμος συνεχίζει να περιφέρεται, σταματά άτακτα, δέχεται, εκπέμπει. Οι κούκλες, αυτό το μυστικό μαντείο, έχουν τη λύση. Τυχαία, καρμικά, όπως ρωτάμε το I-ching, όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα τα ζώδια με τον πρωϊνό καφέ, κι όπως εμπιστευόμαστε τον καθρέφτη στο μπάνιο: «σε ξέρω καλά, κι αυτό θα περάσει». Στέκεται μπροστά σ’ εκείνη την συγκεκριμένη κούκλα που προηγουμένως ξεχώρισε απ’ όλες τις άλλες. Για όλους τους άλλους είναι μια απ’ τις πολλές και με τίποτα στον κόσμο δεν θα μπορούσαν να την διακρίνουν, για κανένα λόγο. Μόνο αυτός το βλέπει, μόνο εκείνος καταλαβαίνει. Οι διαφορές του χαρακτήρα, οι διαφορετικές συνήθειες, το μέγεθος του στήθους, those little “quirks”..., μαγικά η λίστα από τα βάθη του μυαλού του που καίει συμπληρώνεται από ένα αόρατο χέρι. Εκείνος αδειάζει, κομμάτια του πέφτουν στο πάτωμα, και χύνεται. Είναι απίστευτα, απίθανα ερωτευμένος και κανένας δεν θα το χαλάσει αυτό. Και δεν ακούει τίποτα απ’ όσα σε κανονικά προγραμματισμένα από την κρυμμένη κονσόλα διαστήματα εκτοξεύει επάνω του εκείνη, μόνο ξέρει καλά τι θα της πει, τι θα της ζητήσει:

«Βάλε το δεξί σου χέρι στο αριστερό σου στήθος»

«Βάλε το δεξί σου χέρι στο αριστερό σου στήθος»

«Βάλε το δεξί σου χέρι στο αριστερό σου στήθος»

1999/2008

more...

Το αστείο

(από deplaced ή αστικός πόνος 13/20)

Ίσως αργότερα...

more...

Saturday, January 26, 2008

Sehr Glucklich (*)

(από deplaced ή αστικός πόνος 12/20)

Όταν έφτασε στο Ινστιτούτο η προβολή δεν είχε ακόμα αρχίσει ευτυχώς. Σχεδόν όρμησε σ’ ένα απ’ τα μπροστινά καθίσματα όμως δεν υπήρχε κανένας λόγος βιασύνης, είχαν κάπου πέντε λεπτά μέχρι ν’ αρχίσει κι η αίθουσα ήταν μόνο μισογεμάτη. Έριξε μια ματιά στα σκόρπια κεφάλια πίσω του, γκρίζα και λευκά τα πιο πολλά, κι έπειτα συνειδητοποίησε την ησυχία που διακοπτόταν σπάνια από σποραδικά βηξίματα και χαμηλόφωνες ομιλίες. Ο περισσότερος κόσμος είχε έρθει μόνος του. Πάλι ένιωσε άβολα όπως κάθε φορά που ο μέσος όρος ηλικίας των παρευρισκομένων τον ξεπερνούσε κατά πολύ. Χαμήλωσε κι άλλο στο κάθισμά του κι άρχισε να στριφογυρίζει στα χέρια του το δισέλιδο με το πρόγραμμα. Τελικά δεν ήταν περίεργο που οι προβολές αυτές δεν είχαν τραβήξει νεότερο κόσμο, η πιο πρόσφατη ήταν του ’50, κι όλες ασπρόμαυρες, παραπάνω απ’ τις μισές του βωβού. Σήκωσε τα μάτια απ’ τις υποθέσεις των ταινιών και ξανακοίταξε πίσω του. «Ώμοι πεσμένοι ανθρώπων που επέζησαν της εποχής τους» Που το 'χε διαβάσει αυτό? Ήξερε βέβαια τι έφταιγε και πως του 'χε έρθει στο μυαλό το στιχάκι, για τον ίδιο λόγο παραλίγο να αργήσει.

Μια γριά καθόταν στην άκρη από το ρείθρο του μισοσκαμμένου πεζοδρομίου μπροστά από τη νεοαρχινισμένη οικοδομή στο δρόμο του προς την στάση αλλά δεν έμοιαζε ζητιάνα, το αντίθετο μάλιστα. Επειδή βιαζόταν μόλις που την πήρε είδηση με την άκρη του ματιού του κι όταν εκείνη είπε πολύ σιγανά: «Βοηθήστε με! Έπεσα!», σταμάτησε απότομα σα να του 'χαν βάλει τρικλοποδιά, της έδωσε και τα δυο του χέρια και την τράβηξε μ’ όλη του τη δύναμη μέχρι που στάθηκε πάλι όρθια στα αδύναμα σαν σπιρτόξυλα ποδαράκια της. Έτρεμαν κι οι δυο. «Δε μπορούσα να σηκωθώ!», τραύλισε σχεδόν κλαίγοντας η γιαγιά και φαινόταν να μην το πιστεύει κι η ίδια πως κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν να της είχε συμβεί. Την κοίταξε ίσια στα βαμμένα της χείλη που συνέχιζαν να τρέμουν και προσπάθησε να της χαμογελάσει, κύριος του εαυτού του πια. «Είστε εντάξει τώρα?» Κούνησε το κεφάλι της πολλές φορές, ήταν εντάξει και δεν είχε σπάσει τίποτα, μόνο να, το πεζοδρόμιο... Άρχισε να την ξεσκονίζει απαλά στο δερμάτινό της παλτό με το δεξί. Κρατούσε πάντα γερά το άλλο του χέρι για καλό και για κακό, της έδωσε και τα γλυκά που 'χαν ξεφύγει δίπλα της όμως δυσκολευόταν να ελευθερωθεί. Τράβηξε αργά το χέρι του από το δικό της και ήθελε να πιστεύει πως με τη χειρονομία αυτή δεν θα επέστρεφε ο φόβος της πως απ’ τη μια στιγμή στην άλλη ήταν δυνατό πάλι να γλιστρήσει στην προηγούμενη θέση της ανημπόριας. Του 'ρθε στο μυαλό η εικόνα των μικρών σκαθαριών που αναποδογύριζε για πλάκα τα καλοκαίρια των παιδικών του χρόνων στην εξοχή, δίπλα του περνούσε τόσος κόσμος, ήταν δυνατόν κανείς να μην είχε προσέξει? Μια παράξενη ενοχή του φορτώθηκε στην πλάτη και χαιρέτησε ντροπαλά την μετενσάρκωση των θυμάτων του αφήνοντας να πέσουν κάτω οι ευχές της. Σ’ όλη τη διαδρομή ένας βόμβος του τρύπαγε τ’ αυτιά, του φάνηκε μάλιστα πως ζεσταινόταν, ίδρωσε.

Τα φώτα έσβησαν ένα-ένα στα δωμάτια του μυαλού του κι η προβολή άρχισε. Στο διάλειμμα μόνο που δεν πετάχτηκε πάνω όταν ο διπλανός του γέρος γύρισε να του μιλήσει. «Αυτή την ταινία την είδα φοιτητής στο Παρίσι», του είπε αντί άλλης εισαγωγής. Χαμογέλασε όσο πιο ουδέτερα μπορούσε στο κομψό προφίλ που συνέχιζε να του απευθύνει το λόγο, η ματιά του χάιδεψε όλες τις μικρές λεπτομέρειες, τα γυαλιστερά κουμπιά στο σκούρο παλτό, το «Athens News» που κρατούσε εκείνος στα λεπτά, λίγο μόνο παραμορφωμένα του δάχτυλα, κι η συγκατάβαση διαλύθηκε σιγά- σιγά κι έγινε επιδοκιμασία. Και σαν τέτοια μεγάλωσε στο σφιγμένο του στήθος κι έδιωξε τη φοβερή βεβαιότητα πως ό,τι συνοδεύει τα γεράματα είναι μια αίσθηση αδυναμίας που υπάρχει αποκλειστικά σ’ ένα θολό σύμπαν από κατεστραμμένα εγκεφαλικά κύτταρα.

«Θα σας πω ένα αίνιγμα», είπε αναπάντεχα ο παππούς και τον ανάγκασε να του ανταποδώσει τουλάχιστον με ενδιαφέρον το θριαμβευτικό βλέμμα του. «Why’s a river rich?» Τα αγγλικά τον βρήκαν ακόμα πιο απροετοίμαστο, στο μυαλό του είχε ένα κενό, ήταν απόλυτα σίγουρος πως η απορία μαζί με την έκπληξη του 'διναν όλα εκείνα τα λεπτά της σιωπής μεταξύ τους ένα πολύ ηλίθιο ύφος. «Cause it has two banks!» σφύριξε με απόλαυση ο παππούς, και μετά: «Ήμουν καθηγητής Αγγλικών στο Πανεπιστήμιο παλιότερα». Γέλασε, το βρήκε μάλιστα πολύ έξυπνο, κι αν ήθελε να του πει και κάποια άλλα ίσως, όχι ότι ήταν ποτέ καλός στα ανέκδοτα, ούτε στα ελληνικά πολύ λιγότερο σ’ άλλες γλώσσες... Γύρισε λοιπόν τότε με πραγματικό ενδιαφέρον προς τον διπλανό του και με κάθε νεύμα του κεφαλιού μέχρι να ξαναρχίσει η προβολή, του φαινόταν πως του 'φευγε όλο και πιο πολύ εκείνο το βάρος που του 'χε κάτσει στους ώμους και τον εμπόδιζε ν’ αναπνεύσει. Και με το που ξανάσβησαν τα φώτα, οι χρωματιστές φοιτητικές αναμνήσεις του παππού είχαν καταφέρει να διώξουν για τα καλά εκείνη τη θλιβερή εικόνα των αναποδογυρισμένων σκαθαριών που τον βασάνιζε τόση ώρα.

Όσο για τη γιαγιά, τώρα πια θα 'χε φτάσει με ασφάλεια στην επίσκεψή της και θα 'τρωγε μαζί με την παρέα της τα γλυκά της.

(*) πολύ ευτυχισμένος (γερμανικά)

1999/2008

more...