Saturday, July 12, 2008

IJIME I (*)


Ήθελα να γράψω κάτι στον Νίκο Ν. Κάτι που να θυμίζει τα "σημειώματα" που τόσο όμορφα μου στέλνει. Με πόση φροντίδα και προσοχή! Εκείνα τα μικρούλικα χαρτάκια με τις σκέψεις της στιγμής, φρέσκα σαν κουλουράκια κυριακάτικου πρωινού ζήλεψα, κι αντί γι’ αυτό τι? Πάλι ο Q. έρχεται στο νου μου. Η Min έχει δίκιο: είμαι στ’ αλήθεια hopeless.

Εύκολα ερωτεύομαι, υποφέρω, μου περνάει, θυμώνω. Η μουσική του Vivaldi έρχεται τώρα σε κύματα σπρώχνοντας κι άλλο τον καπνό από το φιδάκι στα μαλλιά μου. Κάνει ξανά ζέστη κι από το έντονο φως της λάμπας γυαλίζει ο ιδρώτας στο δέρμα μου. Πήρα τη συνήθεια από παιδί να περνώ το καλοκαίρι, όταν μπορώ, γυμνή σαν άγρια.

Στη χαμηλωμένη TV ένα σήριαλ: μια τυπική γιαπωνέζικη οικογένεια φιλοξενεί έναν homeless μ’ όλα αυτά που συνεπάγεται κάτι τόσο radical. Το πρόσωπο του Q. έρχεται και ξανάρχεται στο μυαλό μου. Δε μπορώ πια να ξεφύγω από το βλέμμα του. Κάτω από τα σχεδόν δυο σχισμές μάτια του, (fox eyes όπως τα λέει η Keiko), με παρατηρεί πάντα επιτιμητικά. Πάντα υπάρχει κάτι να μου καταλογίσει.

"Τι έκανα πάλι Q.?", μου 'ρχεται να διαμαρτυρηθώ σχεδόν με τρυφερότητα που θα τον ξάφνιαζε αν μόνο μπορούσε ν’ ακούσει τη νοερή μου ερώτηση. Αλήθεια δεν ξέρω τι να κάνω μαζί του. Οι καλύτερες των προθέσεών μου εξατμίζονται κάτω απ’ το κύμα της ζέστης που με κάνει τόσο νευρική μερικές φορές.

"Γιατί είσαι πάντα θυμωμένη?" με ρωτά η Min. "Γεννήθηκα έτσι", θέλω να της πω, όμως και πάλι δεν είναι εντελώς αλήθεια. Όταν αισθάνομαι πως απειλούμαι, θυμώνω. Όταν αμφισβητούνται τα όρια του ζωτικού μου χώρου, θυμώνω.

Τώρα νοσταλγώ την ησυχία του zazen κάθε Σάββατο πρωί στο ναό μου. Να ελπίζω μόνο να περάσει η ζέστη γρήγορα και να γυρίσει η Sensee απ’ την California. Είναι κι οι εξετάσεις του τέλους του Σεπτέμβρη, hopeless κι αυτές. "Μη γελάς ρε Νίκο" θέλω να σου πω τώρα, όμως η σκέψη μου δε σε φτάνει.

Πάλι το γεμάτο γωνίες, αδυνατισμένο κα σα χτυπημένο σε αμόνι κρανίο του S. εμφανίζεται απότομα στην οθόνη του μυαλού μου. "What’s eating Q.?", θέλω να ρωτήσω μα η ερώτηση προτού καν αρθρωθεί, σκουντουφλά πάνω στο τείχος των μεταλλικών του δοντιών. Τα χείλη του τα ονειρεύομαι χωρίς να τα ποθώ. Χείλη, στόμα ενός ερπετού μαθημένου στην στέρηση.

Αυτοτιμωρία. Η λέξη μου’ ρχεται σαν αστραπή. Όμως γιατί?

Αδύνατος, μακρύς σαν αδέξιος αυλός στα δάχτυλα κάποιου κακότροπου θεού που τον έφτιαξε στραβά για το κέφι του και μόνο, σηκώνεται τώρα μπροστά από τον υπολογιστή, μ’ έναν ελαφρύ, σχεδόν ανεπαίσθητο στεναγμό. Από το ασυνήθιστο για γιαπωνέζο ύψος του στητός με περιεργάζεται, και το βλέμμα του όταν δε με κατηγορεί βουβά για κάτι, δεν έχει απολύτως κανένα νόημα. Λευκή -ή μάλλον κίτρινη- σελίδα άγραφη το πρόσωπό του.

Απελπίζομαι με τ’ άτριχα χέρια του, τα καθαρό του στήθος όπως το μαντεύω κάτω απ’ το λευκό πουκάμισο. Υπάρχει κάτι πολύ "γιαπωνέζικο" πάνω του, σ’ αυτό που δείχνει, σ’ αυτό που δε μπορεί να κρύψει. Θα θυμώσει αν του το πω? "Μα οι Αμερικανοί φίλοι μου,...", θ’ αρχίσει. Σα να τον άκουσα κιόλας.

Q., όταν θα γυρίζω πίσω θα σε ρωτήσω κοιτάζοντάς σε στα μάτια: "Why you disliked me so much?" Και θα βάλω τα δυνατά μου να πνίξω τη δεύτερη ερώτηση-απάντηση που όπως πάντα από κεκτημένη ταχύτητα έχω να προτείνω: "Because I’m a foreigner from a small not important (anymore) country?" Κι αυτό ίσως να 'ναι λάθος. Συμπεριφέρεσαι άψογα το ίδιο στη [Κινέζα] Min και στην [Αυστριακή] Katarina. Με την τελευταία θα κάνατε ένα ωραίο ζευγάρι. Είναι πολύ ψηλή όσο χρειάζεται σε σένα, ξανθιά, κι ας μην έχει ούτε αυτή μεγάλα βυζιά.

Q., θέλω να σε ρωτήσω γιατί με ξεχωρίζεις με την συμπεριφορά σου. Παλιά ήταν απλά νευρική αντίδραση, τα υστερικό σου γέλιο, σχεδόν λόξυγκας, κάθε φορά που μ’ έβλεπες, τo πως με κάρφωνες με τα μάτια αλλόκοτα, πάντως εξηγήσιμο ως ένα σημείο. Τότε αναρωτιόμουν: "Την έχει παίξει για χάρη μου?". Τώρα πια όμως είναι σχεδόν μίσος.

Το καλοκαίρι πέρασε. Χαθήκαμε. Ρώταγες και ξαναρώταγες γιατί θα 'μενα έναν ολόκληρο μήνα σε μια πληκτική μικρή πόλη σαν την Tucson και στο τέλος ούτε καλό ταξίδι δε μου ευχήθηκες. Μόνο ρώταγες για μένα σα να μην ήξερες τη μέρα που πέταγα, τη Min. Ήσουν απρόβλεπτος πάντα. Υποκρίνεσαι πως δε θυμάσαι. Τι είναι όμως μέσα στο ζαλισμένο απ’ το διάβασμα στις βιβλιοθήκες του Yale κεφάλι σου, δε θα μάθω ποτέ.

Για πολλοστή φορά θα κάνω ένα βήμα συμφιλίωσης. You’ll do the same and you’ll regret it five minutes later. Κι αυτό το παιχνίδι, -αστείο στα μάτια των άλλων-, θα μας πάει ως το τέλος...

(*) παρενόχληση/εκφοβισμός

10/9/94

more...

Sunday, June 29, 2008

Ιστορία του χωριού Κ.: από της κτήσεώς του μέχρι σήμερον



(αποσπάσματα από μια προφορική διήγηση. Αχρονολόγητο)

[...] Κατά την ανοικοδόμηση της άνω εκκλησίας, (εννοεί την Αγία Κυριακή), ευρέθη ψηφιδωτόν μεγάλης αρχαιολογικής αξίας το οποίον οι τεχνίτες το εκάλυψαν με μπετόν αρμέ.

[...] Ποιος γνωρίζει; ούτε πληροφορίες έχουμε ότι το χωριό κατεστράφη ολοσχερώς και οι κάτοικοι έφυγαν και έκαμαν οικισμόν βορείως του σημερινού χωριού, το ονομαζόμενον σήμερα 'Παλιοχώρι'. Όταν κάποιος θέλει να μεταβή εις το μέρος αυτό περνά από το 'Ασιμόρεμα', ωνομάσθη δε έτσι διότι επνίγη ένας κάτοικος ονομαζόμενος Άσιμος.

[...] Εν συνεχεία φθάνουμε εις την Μεγάλη Στοά που κρέμονται άνωθεν σταλακτήτες περικαλλούς αξίας σαν άμφια Μητροπολιτών, και προχωρώντας, φθάνουμε εις την Πλατεία των Θαυμάτων της οποίας δεν βρίσκω λόγια δια να περιγράψω το τόσο ωραίο κάλλος της. Ευρήκαμε δε εις το άκρο της Πλατείας το πέλμα του αρχιμηχανικού Ατσαλίδη.

[...] Θα ήτο μια παράλειψίς μου εάν δεν έγραφον ελάχιστα δι' αυτόν τον Άγιον Άνθρωπον, ευργέτη του χωριού, αείμνηστον 'Ξελισάχτην' από την Τ. Αυτός είχε μεγάλο κτήμα αποτελούμενον από ήμερον και άγριον τόπον συνολικής εκτάσεως περί τα 4.000 στρέμματα, το οποίον ήθελε να πωλήση. Οι τότε προύχοντες του χωριού ηθέλησαν να το σφετεριστούν και να το αγοράσουν μόνο δια λογαριασμόν των και τότε τους απάντησεν ο αείμνηστος Ξελισάχτης: "εγώ θα το δώσω εις ολόκληρο το χωριό, δεν κάνω ανάθεμα", και τούτο εγένετο.

[....] Γενικώς οι τότε κάτοικοι ασχολούντο με μεγάλην κτηνοτροφίαν αριθμούσα τότε 15.000 αιγοπρόβατα. Μετά λίγα έτη η κτηνοτροφία ήρχισεν να ελαττούται και οι κάτοικοι επεδώθησαν στην γεωργία που ήτο τότε επικερδής, καλλιεργώντας την ινδικήν κάνναβην (χασίσι) μέχρι το 1918, οπότε επί κυβερνήσεως Ελ. Βενιζέλου και υπουργού Α. Παπαναστασίου απηγορεύθη η καλλιέργεια του προϊόντος τούτου χωρίς ουδεμίαν αποζημίωσιν. Τότε οι κάτοικοι και με πρωτοβουλία των αείμνηστων Κ.Π. και Ν.Κ. [οίτινες] εισήγαγον τον καπνόν, και το χωριό μας ήτο το μεγαλύτερον καπνοπαραγωγικόν κέντρον του Νομού κατά τα έτη 1926-30, χρυσούς αιών, καθότι τα καπνά επωλούντο τότε 32 έως 38 δρχ κατ' οκάν.

Λόγω όμως μεγάλης καλλιέργειας σ' ολόκληρον το κράτος έμειναν δυο-τρία χρόνια απώλητα και οι κάτοικοι καθότι είναι όπως και προηγουμένως ανέφερα φίλεργοι και έχοντες άμιλλαν, επεδώθησαν εις ανώρυξιν στον Κάμπο, φρέατων, καλλιεργούντες πατάτες και διάφορα κηπευτικά.

Ασχολούνται και με το κυνήγι, ήσαν δε πολλοί καλοί κυνηγοί. (Ακολουθεί λίστα με τα ονόματα των κυνηγών, περί τα 12 ονόματα) (*)


(*) δεν διασώζεται

more...

Tuesday, June 17, 2008

Signs and/or Scars




"... a king, a queen, a knight, a monk, a nun, an architect, a miner, a seraph, and finally a blue spirit and a red one!" from "The Alexandria Quartet", by L. Durell, 1960, p. 809, drawing from the Life of Paracelsus.

Στον Τζε

Από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στο χωριό αυτή τη φορά, πόσα σημάδια!

Πρώτα-πρώτα το πεθαμένο μαύρο πουλί που με υποδέχτηκε μπροστά στην πόρτα του σπιτιού, μια καρνάβα όπως την είπε η θεία Ασπασία.

Και στο σπίτι, μέσα κι έξω, πόσες πεταλούδες! Σα να ζωντάνεψαν ξαφνικά τα 100 χρόνια μοναξιάς...

Στην ταράτσα το μικρό νισυριώτικο γλυπτό της Λ., ο αστεία τρομακτικός 'πιγκουίνος', έχασε το ένα χάντρινο μάτι του υπερασπιζόμενος το σπίτι, σαν άλλο gargoyle, το χειμώνα που πέρασε.

Αργότερα στο νεκροταφείο, τοποθετώντας τα flashy λουλούδια μου στις δυο ανθοδόχες του τάφου που σαν τους πίθους των Δαναϊδων δεν κρατούσαν νερό (!), κάτω από τον γλυκό απογευματινό ήλιο μα κι έναν αέρα που σ' έπαιρνε και σε σήκωνε, ψάχνοντας για την παραμικρή ένδειξη της θείας μου και αποτυχαίνοντας.

Ελπίζω τουλάχιστον ν' αποκτήσω κάποια φωτό από τα πανέμορφα νιάτα της, -άσχετο που πέθανε όμορφη-, για την πινακοθήκη των προγόνων στη σάλα. Αλλά και γιατί το θέλω. Όλοι κάνουμε τις προβολές μας.

Ευτυχώς το χωριό κι οι άνθρωποί του με γειώνουν. Μιλώντας με την Ελένη τη μπακάλισα που τους ήξερε καλά: "ο θείος είχε προβλέψει και θέση-σχάρα για τη θεία στον 'οικογενειακό' τάφο", φρέσκο, ούτε 40 ημερών. "Ας ελπίσουμε πως δεν θα την πλακώσει, να τσακώνονται κι εκεί κάτω!", έλεγε γελώντας.

Και από τη θεία μου τη Γεωργία: "όσο κι αν ήταν αράθυμος -άλλη μια ωραία καινούργια λέξη για μένα-, εκείνος, τελικά ταίριαζαν".

Αυτή ήταν η δεύτερη ευκαιρία της θείας για έναν παθιασμένο όψιμο έρωτα που κράτησε μέχρι το θάνατο παρά τα μπινελίκια του θείου και τις τάσεις φυγής τις δικές της.

Σήμερα αλλάζοντας τα τραπεζομάντηλα άνοιξα νομίζω για πρώτη φορά, το συρτάρι στο τραπέζι της σάλας. Very fittingly στο βάθος βρήκα μόνο ασπρόμαυρες φωτο από τρεις κηδείες τότε που ακόμα συνηθιζόταν: μιας προγιαγιάς, ενός προπάππου, και του παππού μου του ίδιου.

1963 η πρώτη, δυο μήνες πριν γεννηθώ, 1972, 1977. Οι φωτό είναι απίθανες, έχουν σχεδόν ανθρωπολογικό ενδιαφέρον, θα στις δείξω. Θέλω οπωσδήποτε να κάνω κάτι μαζί τους. Νομίζω πως είναι σημαντικό που όσο κι αν τόλεγα πως θα γράψω κάποτε εδώ δεν τόκανα μέχρι σήμερα. Το αφιερώνω, αυτό το λίγο, σε σένα και στην εκκεντρική θεία μου Ντίνα με τη μακριά, περιπετειώδη διαδρομή: Ελλάδα-Γερμανία-Αμερική-Ελλάδα ξανά, τα τελευταία 45 χρόνια, σχεδόν τη μισή της ζωή, μέσα στο ίδιο σπίτι, πίσω από το ίδιο παράθυρο με την τραβηγμένη πάντα κουρτίνα που' βλεπε στην πλατεία του χωριού, κι έξω απ' τον κόσμο.

Μαζί με: "Wild is the Wind", της Nina Simone, for we're creatures of the wind, και τη "Περιμπανού", του Χατζιδάκι, 14 χρόνια απ' ό,τι ακούω, από το θάνατό του σαν σήμερα.

15/6/2008

more...

Monday, June 9, 2008

IJIME II (*)

Είμαι κουρασμένη. Ξέρω πως είναι ανόητο που αρχίζω έτσι αλλά και πάλι τι αρχίζω άραγε; Πήρα να διαβάσω για πολλοστή φορά το "Σιγανή βροχή" του Ναγκάϊ Καφού που η Celina επέστρεψε, κι ας μη βρέχει, όλη αυτή η λεπτή μελαγχολία του καιρού που χάνεται μου τρύπησε την καρδιά.

Έχει ένα φεγγάρι γεμάτο και κατακόκκινο απόψε, το βλέπω μες απ’ τα στόρια να ξεπροβάλλει, δεσπόζει θριαμβευτικά ανάμεσα στα τερατώδη appartment bldgs που 'ναι εδώ και δυο χρόνια η θέα μου. Προς το ποτάμι. Πρέπει ν’ αγοράσω τα δυο βιβλία του Καφού: "Το ποτάμι Σουμίντα" (το δικό μου ποτάμι), και την "Ιστορία" -πάλι- "από τ’ ανατολικά του ποταμού".

Δε μπορώ να σε αποχωριστώ. Το γράφω έτσι απλά. Βρίσκομαι σε πολύ δύσκολη θέση. Όλες οι μικρές κακίες των τελευταίων ημερών, το τρέξιμο της έκθεσης, οι απογοητεύσεις των θλιβερών -ανύπαρκτων- επαγγελματικών επαφών, φωλιάζουν μέσα μου για να πάρουν την εκδίκησή τους. Το στόμα μου είναι πικρό, όλος αυτός ο θυμός, η ένταση, μετριέται χτύπο με χτύπο στα μηνίγγια μου. Νομίζω πως ο κόσμος θα σπάσει, θρυμματίζεται μέσα στο κεφάλι μου. Αυτό που νιώθω για σένα…, δεν έχει νόημα. Είναι το αλλόκοτο μείγμα από το θυμό μου και την αγάπη που αγωνίστηκα να ξεπεράσω.

Έπειτα η καθημερινή παρενόχληση μ’ έχει κάνει τρελή. Ονειρεύομαι όλες τις διαφορετικές εκδοχές τέλους σ’ αυτό το φοβερό bōnenkai  (**) που τόσο τρέμω. Σε φτύνω στο πρόσωπο αφού σου ευχηθώ sayonara, σε χαστουκίζω, σε φιλώ στο στόμα. Wretched.

Δεν καταλαβαίνω πια τον εαυτό μου. Εσύ κι η χώρα που αφήνω γίνατε ένα. Μετά από τόση προσπάθεια μάταια επιχειρώ να κρατήσω τη λεπτή ισορροπία μέχρι την τελευταία στιγμή. Όλα γκρεμίζονται με πάταγο μπροστά μου. Δεν ξέρω τι θέλω. Τι φοβάμαι περισσότερο: να γυρίσω στη μικρή κόλαση που άφησα και να σε χάσω για πάντα ή να μείνω στη συναισθηματική έρημο που με κρατά τρία χρόνια τώρα, σε διαρκή φρίκη με την προοπτική μιας "τυχαίας συνάντησης"; Κι από πάνω λυπάμαι που δε γράφω στ’ αγγλικά. Δε θα με διαβάσεις ποτέ.

Πόσο κακή ήταν αυτή η τύχη! Για μένα σίγουρα, για σένα; Θα χωριστούν οι δρόμοι μας, δε στάθηκε δυνατό να καταλάβουμε ποτέ η μια τον άλλον. Με μισείς όσο σε μισώ; Αναστάτωσες τη ζωή μου. Για τρία χρόνια ήσουν το καθημερινό πρόσωπο της φρίκης. Σε λάτρεψα. Το πικρό σου στόμα μ’ όλους τους στραβούς του μορφασμούς, δε θα δοκιμάσω ποτέ.

Τι σκέφτεσαι; Σκέφτεσαι ποτέ εμένα; Υπάρχω? ή μόνο σαν θόρυβος, σαν παραμόρφωση στο ορθολογισμένο πλαίσιο της δραστηριότητάς σου, "σχολικής" ακόμα από ανάγκη;

Σου έγραψα ήδη ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα που δε θα στείλω. Έγραφα: I have to explain myself to myself. Τώρα πια δεν είμαι τόσο σίγουρη. Η σκοτεινή μου πλευρά: articulate? clearly cut? Αδύνατον, θόλωσε, μαύρισε τόπους-τόπους άχαρα. Δεν την αναγνωρίζω πια. Ποιος έχει τις απαντήσεις;

Σε χρειάζομαι. Όμως ακριβώς γιατί δεν το ξέρω. Και ίσως είναι ακόμα ένα λάθος. Ένα λάθος τόσο μεγάλο που εξαιτίας του χάνομαι άδικα. Δεν ξέρω τίποτα για σένα. Αν σ’ έχω παρεξηγήσει όσο με παρεξήγησες, είμαι χαμένη. Δεν ξέρω τίποτα για σένα κι ίσως γι’ αυτό καταδυνάστεψες τη φαντασία μου. Σε πλάθω όπως μπορώ.

Δεν είχα γράψει για μήνες, και τώρα αυτό το παραλήρημα...Θα σταματήσω. Είμαι λίγο μεθυσμένη. Θα πάω στο ποτάμι. Αν όλα τέλειωναν απόψε .., θα μου γινόταν η χάρη να μην αποφασίσω, να μην πληγωθώ άλλο. Όλος ο κατοπινός δρόμος φαντάζει στα κουρασμένα μου μάτια ένας άλλος μακρύς Γολγοθάς. Χωρίς ανάσα.

(*) παρενόχληση/εκφοβισμός

(**) 忘年会: αποχαιρετιστήριο πάρτυ στο τέλος του χρόνου (συνήθως το Δεκέμβρη)
 
24/2/1997

more...

Sunday, June 1, 2008

IJIME III (*)


“Quoting the great Buddhist master Nāgārjuna Dōgen says that the zazen of non-Buddhists has the flaw of attachment to experiences and wrong views, while the zazen of Buddhists in quest of individual salvation has the flaw of aspiration for self-tranquilisation and aiming for extinction”.

(from: “Shōbōgenzō. Zen Essays by Dōgen”, transl. by T. Cleary, Univ. of Hawaii Press, 1986)


Αν μόνο μπορούσες να απολογηθείς, θα 'χα τη χαρά να σε συγχωρήσω και ν’ απολογηθώ και εγώ με τη σειρά μου. Ή μήπως η περηφάνια μου μπαίνει στη μέση? Πως να δώσω όμως μια συγγνώμη σε κάποιον που δεν τη χρειάζεται, ή κι αν τη χρειάζεται δεν την απαιτεί;

Θα 'θελα ν’ αφήσω εδώ την αγάπη και το μίσος μου για σένα, σαν υπερβολικά συναισθήματα που είναι δεν αντέχω να τα κουβαλήσω μαζί μου πίσω. Στην Ελλάδα θα 'χω άλλα κομμάτια μου από το παρελθόν ν’ αντιμετωπίσω, κι ωστόσο το φορτίο μου αντί να γίνεται ελαφρύτερο γίνεται βαρύτερο.

Είναι κάποιος καιρός τώρα που συμφιλιώθηκα με την ιδέα της πληρωμής των χρεών μου, όχι ότι δε με πονά πότε-πότε αλλά τουλάχιστον αναγνωρίζω τη σημασία της. Στο κάτω-κάτω άδικα ήρθαν να με βρουν όλοι αυτοί οι agents of fortune? Όσο ατελείς κι αν είμαστε κουβαλάμε πάντα ένα μήνυμα, αν όχι για μας τους ίδιους, ίσως για κάποιον άλλον. Δε γνωρίζουμε συνηθέστατα το περιεχόμενο, δε γνωρίζουμε τον άλλον, όμως σχεδόν πάντα στη διάρκεια της ζωής μας πραγματοποιείται η συνάντηση, -κι αν ήθελα τώρα να είμαι πιο ακριβής, θα μιλούσα για συναντήσεις που λαμβάνουν χώρα κάθε στιγμή χωρίς να είμαστε καν σε θέση να το συνειδητοποιήσουμε-, παραδίδεται τα μήνυμα ακόμη κι όταν αυτός που το παίρνει ούτε καν το αντιλαμβάνεται. Απομένει τώρα η αποκρυπτογράφηση του μηνύματος κι αυτό είναι δύσκολη δουλειά. Όμως αισθάνομαι πως βρίσκομαι στο σωστό δρόμο, μένει μόνο να το αποδεχτώ. Είναι πολύ σκληρό να το αποδεχτώ, αλλά και πάλι φαίνεται μάταιο πια να βουτήξω στη θάλασσα για να ξεφύγω, όπως ο προφήτης Ιωνάς θα καταλήξω στην κοιλιά του κήτους.

Εξάλλου δεν ξεφεύγουμε ποτέ, ο εχθρός (;) είναι μέσα μας. Με πονάει πολύ να παραδέχομαι the inevitability of the thing. Πληγώνει τον ευαίσθητο, ανεξάρτητο, κακομαθημένο, επαναστατημένο εαυτό μου όμως δεν προσπαθώ πια με την ίδια μανία να τον καταστρέψω. Don’t indulge, don’t destroy. Ανάμεσα στα δυο άκρα θα πρέπει να κινηθώ ζώντας παράλληλα my life fully. Και δε θα μου επιτραπεί πια να λυπηθώ την προσπάθεια, γιατί αυτή η προσπάθεια θα απαιτηθεί σε κάθε μου βήμα, κι αφού έχω τελικά όλη αυτή την ενέργεια θα ήταν άδικο να μη την αποδώσω. Δικαιοσύνη;

Πρέπει να κλείσω τους λογαριασμούς μου μαζί σου αγαπημένε μου. Πρέπει να μου δώσεις την ευκαιρία να σου ζητήσω συγγνώμη. Ευχήθηκα τον θάνατό σου, και το χειρότερο, λίγο στ’ αστεία, λίγο στα σοβαρά στο φώναξα κατάμουτρα. Σε δυο βδομάδες, όταν μετά την τελετή της παραμονής θα σας δεχτώ στο αποχαιρετιστήριο party μου θα στα φωνάξω αυτό σιωπηλά. Μην αποφύγεις τη ματιά μου αυτή τη φορά. Σε παρακαλώ. Είναι ίσως μάταιο που θέλω ή πιστεύω πως έτσι μπορεί να σωθώ ακόμα και την τελευταία στιγμή από την οδύνη που θα πάρω μαζί μου όμως έχω την συνείδηση πια πως είναι παράλογο, καταστροφικό να προκαλούμε τόση αδικαιολόγητη λύπη στον εαυτό μας. Σε πονάει άραγε και σένα? αναρωτιέμαι μα απάντηση δεν είναι δυνατό να πάρω. Ίσως δεν συγκεντρώνομαι αρκετά στο πρόσωπό σου. Μπορώ να ελέγχω το μίσος μου πια αλλά ακόμη δεν έχω φτάσει στο σημείο που η σκέψη σου δεν θα με ταράζει.

Υ. Γ. Ο Q. δεν ήρθε στο party μου, κι όταν ήρθε τελικά στο party που έκανε το lab για μένα και προσπάθησε μεθυσμένος, αδέξια, να μου εξηγήσει πως όλον αυτόν τον καιρό δε με μισούσε, δεν του το επέτρεψα. Επτά χρόνια μετά, επιστρέφοντας στο Τόκιο, μιλήσαμε στο τηλέφωνο μετά από απαίτηση και παρουσία του καθηγητή μου που το διασκέδαζε ολοφάνερα. Δυο αμήχανοι ξένοι που δεν αντάλλαξαν ποτέ κανένα απολύτως μήνυμα.

(*) παρενόχληση/εκφοβισμός

16/3/1997, 2008

more...

Monday, May 19, 2008

“Even the biggest fear comes to an end” (*)


Πήρα τις precepts σήμερα το πρωί κι ήταν πολύ πιο καλά απ’ όσο περίμενα. Καμιά σοβαροφάνεια φυσικά. Η φωτογράφος φίλη της Sensee έκανε τη δουλειά της, η ίδια η Jiho ξέχασε κάτι σημαντικό στη διάρκεια της τελετής, διέκοψε και χώθηκε στα άδυτα πίσω απ’ το βωμό για να το φέρει.

Κάποιος απ’ τους ηλικιωμένους γιαπωνέζους παρευρισκόμενους δεν κρατήθηκε κι έκλασε όταν εγώ απαντούσα σε κάθε μια απ’ τις precepts: "Yoku tamotsu", θα τις τηρήσω. Για την ακρίβεια θα 'πρεπε να επιτρέπεται ν’ απαντήσω: "θα βάλω τα δυνατά μου, θα επιχειρήσω με κάθε θυσία να...", αλλά χαμογελούσα ελαφρά χωρίς τύψεις ακόμα κι έτσι.

Όλες οι ανησυχίες της προηγούμενης νύχτας χάθηκαν κάτω απ’ το σχεδόν φιλικό ανοιξιάτικο φως. Στον ύπνο μου ταραγμένα τα 'χα βάλει με την 9η precept: do not anger, που 'ναι και το αδύνατό μου σημείο. Η επεξηγηματική ερμηνεία: κάτι για θάλασσες -και μάλιστα αξιοπρεπείς-, από σύννεφα, ερχόταν απ’ το πουθενά. Ρώτησα τη Sensee τι σημαίνει. Φυσικά και είχε υποφέρει στη μετάφραση! αποφάνθηκε εκείνη. Ωστόσο: "do not give way to anger", could be better instead.

H απάντηση περιέργως με ικανοποίησε. Φαντάστηκα τον εαυτό μου έναν αποφασισμένο μα αδύναμο κυματοθραύστη μπροστά σ’ αυτό το φουσκωμένο τέρας που 'ναι πάντα a fit of anger. Θα μαχόμουν για τη ζωή μου, πόντο-πόντο θα υπεράσπιζα το έδαφός μου μπροστά στο θηρίο. Και μετά;

Η Jiho εξήγησε το βουδιστικό όνομα που 'χα πάρει: Jikō / 
(**). Της είπα πως μου θύμιζε το "ατύχημα"(jiko /事故) αν και φυσικά ακούγεται διαφορετικά, και γελάσαμε. Ji (慈) stands for compassion, like hers she said, κι όσο για το kō / [koo], αυτό ήταν ιδέα του δικού της Μaster, σημαίνει "φως"! Compassionate Light.

"Το ξέρετε πως τ’ όνομά μου στα ελληνικά σημαίνει επίσης φως?". Όχι, πρώτη φορά το άκουγε αλλά δεν της φαινόταν περίεργο, τέτοια πράγματα συμβαίνουν συνεχώς, απλά her Μaster had "seen" through her. Γέλασε και η φωτογράφος από ευχαρίστηση.

Μετά κι όσο στο διαμέρισμά της η Jiho μου εξηγούσε τα περί rakusu, που θα το φοράω από δω και μπρος όταν "κάθομαι", και παρέλαυναν οι βαριές patchwork -όλες σε γλυκούς τόνους του καφέ γιατί ο Βούδας πρώτα ντύθηκε έτσι από τα bits and pieces, muddy leftovers of the cremated dead people's clothes-, Buddha robes της, άλλες για το χειμώνα, άλλες για το καλοκαίρι, θυμήθηκα πως ο Tunga μου 'χε πει ξαφνικά κι ενώ ετοιμαζόμασταν να φάμε: "I feel compassion being with you and that’s a fine time to feel like that for somebody". Η λέξη μου είχε χτυπήσει κάπως αρχαία και υπερβολική αν και κάτι τέτοια τα συνηθίζει. Μήπως όμως είμαι τελικά ένα από κείνα τα άτυχα πλάσματα, τους Upāsaka που όπως λέει κι ο Waley***, "do penance in the hills", βολοδέρνοντας ανάμεσα στην προσπάθεια να σώσουν τον εαυτό τους και αποτυχαίνοντας να σώσουν οποιονδήποτε άλλο?

Η κατάθλιψή μου φαίνεται πως πέρασε σήμερα. Καθάρισα το σπίτι, άναψα τα κεριά μου κι απόλαυσα το φαγητό μου και τη μουσική. Άνοιξα και τον κατεπείγοντα μικρό φάκελο με αποκόμματα από την Κυριακάτικη που μου 'στειλε η Μαρία Μ. "για να συνηθίζω την επιστροφή", κι ούτε αυτό δεν κατάφερε να με ρίξει.

Μετά έπιασα να τακτοποιώ κάτι ξέμπαρκα slides κι έπεσα πάνω σ’ εκείνα της Min και του Mauricio, όταν μου 'χαν ποζάρει. Τακτοποίησα χαμογελώντας τον Mauricio με το kendo helmet του. Στα slides της Min στάθηκα περισσότερη ώρα. Μου χαμογελούσε κοιτάζοντας αλλού μ’ εκείνον τον τόσο δικό της oblique τρόπο της, με ξαναζύγιζε εξεταστικά μένοντας ευχαριστημένη με το τελικό αποτέλεσμα. Αποφάσισα πως η φιλία μας θα κρατούσε σίγουρα μέχρι να παντρευτεί κι αν ήμουν τυχερή και μετά.

(*) κινέζικη παροιμία

(**) Ένα ομόηχο βουδιστικό όνομα, με διαφορετικό δεύτερο kanji (興 / fun?) ωστόσο, έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία: Legendary histories and the picture scroll known as the Tateyama Mandala say that [during Japan's Asuka period][Saeki no] Ariyori, a nephew of Saeki Ariwaka, the administrator of Etchū Province  (present-day Toyama Prefecture), borrowed his father's white hawk and went hunting in the mountains. There he shot a bear, which changed into Amida [Buddha]. Ariyori received the Buddhist precepts and the religious name of Jikō (興 / Compassionate Fun? I wonder...)
(from: Tateyama Mountain beliefs)
(***)  υποσημείωση 1, σελ. 836 στο The Tale of Genji. A Novel in Six Parts by Lady Murasaki [Shikibu], αρχές 11ου αι., σε μετάφραση από τα Ιαπωνικά του Arthur Waley, που πρώτη φορά δημοσιεύτηκε σε έναν τόμο το 1935 (UNESCO Collection of Representative Works - Japanese Series)

03/1997

more...

Friday, May 9, 2008

I'll take the precepts tomorrow morning


Θα 'πρεπε απόψε να 'μαι ήρεμη, contemplative, όμως η ψυχή μου είναι το ταραγμένο πεδίο όλων των μαχών. Αδύναμος θεατής της, παρακολουθώ με ντροπιασμένη φρίκη το μακελειό.

Ακόμα μισώ, συγκινητικά σχεδόν, αφού μόνο μισώντας μπορώ να κάνω το τελικό πήδημα στο κενό, -ή ό,τι τουλάχιστον αντιπροσωπεύει για μένα αυτή η υποχρεωτική "έξοδος" από την τωρινή μου ζωή, -κι ας μην την έζησα απόλυτα-, στην προηγούμενη, εκείνη τη γκρίζα και περιορισμένη του σκουληκιού που ονειρευόταν πως θα γίνει πεταλούδα. Κάπου στα μισά έμεινε αυτή η ανάπτυξη, τώρα αυτό το βλέπουν όλοι βέβαια, όμως πήρε τρία (3) χρόνια, -μετρώντας με τον καθολικά αποδεκτό χρόνο-, κι όσο για μένα, πήρε πολύ περισσότερο. Τόσο πολύ μάλιστα στην πραγματικότητα τη δική μου, που γέρασα, πέθανα και ξαναγεννήθηκα πολύ περισσότερες από μια φορές.

Τώρα είμαι κάποια/ος άλλη/ος. Σ’ αυτή μου την τελική (?) έκφραση καλούμαι να γυρίσω πίσω στον τόπο, -αλλά όχι και στο χρόνο-, που άφησα, κι ωστόσο κι ενώ είμαι κάτι άλλο, είμαι πολύ μακριά από εκείνο το ποθητό αποτέλεσμα που θα με συμβίβαζε με την παλιά μου πατρίδα. Είμαι κάτι άλλο που πουθενά δεν ανήκει και δεν αισθάνεται καλά. Η νέα μου πατρίδα με αποβάλλει με αδιαφορία, η παλιά μου δε με θέλησε ποτέ. Και βρίσκομαι στη μέση αυτού του διλήμματος.

Για να πιαστώ από κάπου θα πάρω τις precepts ακόμα κι αν ο θεός που αναζητώ, -κι όταν δεν το παραδέχομαι-, δε θα 'ρθει γι’ αυτό τον λόγο κοντύτερα. Σκύβω μέσα μου και κάτω απ’ τα στρώματα-στρώματα την κούραση των τελευταίων μηνών, το άγχος, την απογοήτευση, την υλική και πνευματική φτώχεια, τον φόβο μου για τα πράγματα, βρίσκω τον ίδιο πυρήνα που με κάνει αυτό που είμαι, απαράλλαχτα μίζερο και θλιβερό, αποτυχημένο. Κι αυτή η τελευταία λέξη είναι που με πονά.

Φιλοδοξίες! Έκανα τόσα κι όμως δεν ήταν αρκετά. Αν μπορούσα να σκοτώσω μέσα μου αυτή την αγωνία που με σπρώχνει πάντα μπροστά, αν μπορούσα πολύ απλά να υπάρχω οπουδήποτε, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες ..., τότε μόνο ίσως η σωτηρία μου θα γινόταν προσιτή.

Ξαναδιαβάζω τα αποσπάσματα-φωτοτυπίες που μου 'δωσε η Jiho Sensee: αυτή η τελετή super-market που θα φωτογραφηθεί κιόλας κάπως με αηδιάζει, όμως ..., από τι άλλο να πιαστεί κανείς? στη χρυσαφένια σκιά του Βούδα που χαμογελά σα να 'χει όλες τις απαντήσεις θ’ αποκοιμηθώ, έπειτα θα πιαστώ να κρατηθώ από τους μακρουλούς λοβούς των αυτιών του καθώς το υπόγειο ρεύμα της επιθυμίας θα. ..., με σπρώχνει πάλι μπροστά, γιατί αυτό είναι η μοίρα μου.

Do not be angry. There is no retiring, no going, no Truth, no lie; there is a brilliant sea of clouds, there is a dignified sea of clouds. Δεν καταλαβαίνω. Δεν θέλω και να καταλάβω όμως. Σ’ αυτή τη βολική θάλασσα από σύννεφα θα ξαπλώσω. Το πέρασμα στην άλλη όχθη θα το κάνω με καλοπροαίρετη αδιαφορία.

3/1997

more...

Tuesday, April 29, 2008

Πάσχα στην Αμοργό

Από το Κάστρο της Χώρας

Μ.Παρασκευή στους Αγ.Ανάργυρους στα Θολάρια

Προς Μονή Παναγίας Χοζοβιώτισσας

Μονή Παναγίας Χοζοβιώτισσας

Κάτω Ποταμός

"Άγνωστο" μεν εντυπωσιακό δε φυτό

Με θέα τον όρμο της Αιγιάλης

Θολάρια


more...

Monday, April 14, 2008

Οtsukimi (ή η θέασις της αξιοτίμου σελήνης)



Απόψε κάτι μ’ έσπρωξε να περάσω το ποτάμι και να πάω για πρώτη φορά σ’ ένα πάρκο, το Mukojima Hyakkaen, για να δω το φεγγάρι. Την ανακοίνωση του event, -γιατί για παλαιότατο event πρόκειται-, δεν την βρήκα ούτε στο Tokyo Journal ούτε στο Tokyo Sky which both cater to foreigners, μα στην τοπική δισέλιδη εφημεριδούλα που μου στέλνουν από τον Δήμο κάθε μήνα. Η Mukojima ήταν το φημισμένο θέρετρο του Tokyo πριν 200 χρόνια αλλά από τον σεισμό του 1923 και μετά, πάει, ξέφτισε.


Στην ανατολική μεριά της πόλης, υποβαθμισμένη, άτσαλα βιομηχανοποιημένη και extremely outdated, δεν ζει πια κανείς αν μπορεί να το αποφύγει. Κι έτσι σώθηκαν κάποιες "φωλιές" απ’ ότι ήταν η πόλη "παλιά", πριν ξεχαστεί και μείνει πίσω στην κούρσα της ανάπτυξης. Γι’ αυτό όρθια μέχρι τον επόμενο μεγάλο σεισμό, -που δε λέει να 'ρθεί κι όλο τον περιμένουν-, θα στέκονται τα φτωχά ξύλινα σπίτια χωμένα ανάμεσα στα εργοστάσια, τα παραμελημένα πάρκα, τους υπερυψωμένους αυτοκινητόδρομους.

Αγαπώ αυτή την αίσθηση της παραίτησης, της παρακμής. Δέκα λεπτά είναι το πάρκο από το σπίτι μου με τα πόδια Είχε σκάσει ήδη το φεγγάρι πίσω από την κορυφογραμμή των πολυκατοικιών που το μέτωπό τους συνιστά την απώτερη θέα μου, ήταν πορτοκαλί και μεγάλο σαν τα dango, τα dumplings με τη γλυκιά soy bean paste που από παράδοση τρώνε με τέτοια αφορμή. Διέσχιζα τη γέφυρα Shirahige (της άσπρης γενειάδας ή μήπως φαβορίτας;) και με φυσούσε όπως συνήθως ο δροσερός νότιος άνεμος που έρχεται από τον κόλπο του Tokyo.

Δύσκολα βρήκα την είσοδο του πάρκου, χαμένου -αν και η μια του πλευρά ακολουθεί τη θορυβώδικη, τη δική μου λεωφόρο Meiji-, μέσα στον ιστό της φτωχής γειτονιάς. Μισάνοιχτες πόρτες παντού και στο βάθος φτενοί γέροι με μακριά λευκά σώβρακα, καθισμένοι στα tatami να βλέπουν baseball στην TV.

Όταν πια μπήκα στο πάρκο αδύνατον να δω το φεγγάρι, κι από την πρασινάδα, κι από τα δυνατά φώτα που τουλάχιστον μπροστά στην κεντρική "πλατεία" εξαιτίας του κονσέρτου koto (1), έκαναν τη νύχτα μέρα. Πλήθος κόσμου, μεσήλικες, γριές και γέροι, λίγα παιδάκια κι ακόμα πιο λίγα νέα ζευγάρια, ανάμεσά τους, -έκπληξη;-, κι ένα μεικτό: gaijin (2) με γιαπωνέζα, ξεδιπλώνονταν αργά στα στενά δρομάκια του κήπου, φωτισμένα με χάρτινα ζωγραφισμένα φαναράκια που παράσταιναν φρούτα και λουλούδια. Ήταν κομψά σαν ακουαρέλες και στο κίτρινο φως τους οι γιαγιάδες πότε-πότε, εξηγούσαν τα δύσκολα kanji της καλλιγραφημένης ποίησης στα περίεργα εγγόνια.

Ξεροκατάπια όταν κάτω από την τέντα άρχισε το koto κονσέρτο. Πέντε koto και φωνές, παραλληλισμένα εν πλήρη τάξει, οι μουσικοί τους σαν ψεύτικες κούκλες με τα ροζ κιμονό τους, θελκτικές ακόμα και οι λιγότερο νέες. Δίπλα στην πρόχειρα στημένη μπυραρία, ήταν όλοι στο κέφι χωρίς ποτέ να κάνουν ανυπόφορη φασαρία όπως γίνεται συνήθως. Στάθηκα στη σκιά, έξω από την επικράτεια του προβολέα κι άκουγα και τις δυο μουσικές, μέχρι που οι μεθυσμένες φωνές σίγησαν και τα μακριά δάχτυλα με τα νύχια του koto έφτασαν βαθιά στην καρδιά μου. Έτσι πάντα γρατζουνά αυτή η έγχορδη μουσική. Σε δυσκολεύει στην αρχή ο ρυθμός της, τα τσακίσματα και τα σταματήματά της, -μόλις αρχίζει ή μόλις τελειώνει, σκέφτεσαι-, ώσπου να σε πιάσει στα χέρια της, και τότε σε κρατά με γλυκιά τυραννία στη χούφτα, δε σ’ αφήνει.

Με σφιγμένο το στόμα έπιασα να γυρίζω τα δρομάκια του κήπου κι εγώ με τη σειρά μου, η μουσική μου 'δειχνε το δρόμο. Έπεσα πάνω στην επόμενη attraction για την περίσταση: μια υπαίθρια τελετή τσαγιού, τι άλλο; Κρατημένες από τα σφιχτά κορσάζ των πολυτελών obi (3) τους πάνω από λεπτά θερινά κιμονό, κινούνταν με χάρη σέρνοντας τα zōri (4) τους πάνω στα χαλίκια, οι δασκάλες, οι καλές μαθήτριες κι ένας μαθητής, αυτός με hakama, το informal κιμονό για άντρες. Ουρά έκανε ο κόσμος, αυτός που περιέγραψα παραπάνω, για να πιει το εκλεκτό πράσινο τσάι σε σκόνη (macha), κάτω από αυτή τη δεύτερη τέντα, κι ας πήρε τ’ αυτί μου όσο στεκόμουν εκεί κάτι για ¥2,000.

Υπνωτισμένη παρακολούθησα γι’ άλλη μια φορά τις τελετουργικές κινήσεις. Ήμουν βλέπεις ακόμα υπό την επήρεια της νουβέλας του Kawabata: "Thousand cranes", και σ’ αυτήν πολύς λόγος γίνεται για την ποιότητα των bowls του τσαγιού και των άλλων utensils που χρησιμοποιούνται ανάλογα με την περίσταση από τους ειδήμονες. Μερικά απ’ αυτά είναι ανεκτίμητα κομμάτια, ίσως και τριακοσίων χρονών. Άτεχνα, στραβοχυμένα φαίνονται, ο πηλός τους γκρίζος κα μουντός, αλλά έχει βάλει ο δημιουργός τους όλη του την ψυχή για να δείχνουν ακριβώς έτσι. Η τελετή του τσαγιού αγαπά τα ταπεινά χρώματα της γης, τα ατελή σχήματα, την απλότητα, όσο ακριβά και σπάνια κι αν είναι αυτά (η αισθητική wabi-sabi)

Τώρα χαμογελούσα μέσα μου βλέποντας τους "guests" καθώς υποκρίνονταν πως θαύμαζαν, γυρίζοντας για να το δουν καλύτερα τα πάνω-κάτω, το bowl που τους δινόταν να εξετάσουν, όπως προστάζει το ξύλινο τυπικό, πριν πιουν σ’ αυτό το τσάι τους. Καμιά τύχη δεν είχε το bowl να 'ναι από "γενιά", κι όμως κάτω απ’ αυτή την πρόχειρα στημένη τέντα, του ξεχασμένου πάρκου της φτωχικής άκρης της πόλης, κι ανάμεσα στα χέρια συνταξιούχων και νοικοκυρών, έφτανε ν’ αποκτήσει το inconspicuous bowl συγκινητικό "ύψος" και σημασία. Ακριβέστατες γίνονταν οι κινήσεις από τη leading Sensee (5) που ετοίμαζε το τσάι, με μικρά μετρημένα βήματα, μια ατέλειωτη θα 'λεγες σειρά από βαθιές, της Sensee που πρόσφερε το τσάι, και ελαφρύτερες του guest που το δεχόταν, υποκλίσεις, γέμιζε το οπτικό μου πεδίο. Σηκώνονταν κι έγερναν τα κεφάλια, χωρίς ν’ ακούγεται φωνή σχεδόν, όπως τα φυτά του ρυζιού λίγο πριν το μάζεμα.

Απομακρύνθηκα αποφασισμένη να κυκλώσω τη ρηχή λίμνη που ακίνητη καθρέφτιζε την πρασινάδα, τα φαναράκια, τους περιπατητές. Τώρα το φεγγάρι, χλωμό πια, είχε ανέβει ψηλά. Τo 'πιανε το μάτι μου κατά διαστήματα μες απ’ τα δέντρα. Κάτω από μια πέργκολα που έμοιαζε να 'ναι το καλύτερο μέρος για να το δει κανείς, είχε μαζευτεί ένα μικρό group ηλικιωμένων, πιο πολλές γυναίκες, που μουρμούριζαν κι όλο το 'δειχναν με το δάχτυλο, σα να το μάλωναν. Τραβούσαν και φωτογραφίες με flash, αν είναι δυνατόν!, κι ο θόρυβος που έκανε το αυτόματο γύρισμα του film στη μηχανή, έσκαζε ξαφνικά με ορμή στη σκοτεινιά κι αναστάτωνε περιοδικά τους γρύλους κι όλα τα υπόλοιπα ντόπια πλάσματα που δικαιωματικά κατοικούν στο πάρκο.

Προσπέρασα, ακολούθησα για λίγο τα φαναράκια και βρήκα ένα καλό σημείο απ’ όπου μπορούσα να βλέπω τον πεύκο. Ήταν ένας ώριμος πεύκος γερμένος πάνω απ’ το νερό όσο χρειάζεται, και καθρεφτιζόταν γαλήνια πάνω απ’ το μοναδικό πέτρινο γεφυράκι με μια μικρή lantern δεμένη στα κλαδιά του σα μαξιλάρι. "Αυτό το πεύκο είναι υπέροχο!", σκεφτόμουν, και δεν πρόσεξα ξανά τα παιδάκια που έτρεχαν, τα flash που άστραφταν, τη σιλουέτα του hi-rise της Obayashi construction company και το apartment complex στο βάθος. Σα σκηνή του Noh ακινητούσε το πεύκο, ιδεώδες background για τους ηλίθιους που σταματούσαν εκστατικοί για λίγο στο γεφυράκι, κούναγαν πάνω-κάτω τα χέρια τους υπό το φως, σχολίαζαν τη "μαγεία" και προσπερνούσαν.

Μ’ έτρωγαν τα κουνούπια δίχως έλεος και ψεκαζόμουν συνεχώς με το mushiyoke (αντικουνουπικό) μου που δεν είναι κι ό,τι πιο ρομαντικό επίσης, αλλά η καρδιά μου είχε κολλήσει στην πλάτη γιατί όσο κι αν έκανα πως την αγνοούσα, η μουσική του koto με είχε φτάσει ως εδώ.

Στην άλλη άκρη του πάρκου πέτυχα μια δεύτερη αίθουσα, όχι τέντα αυτή τη φορά, για την τελετή του τσαγιού. Πίσω απ’ τα μισάνοιχτα shōji (6) δασκάλες και μαθήτριες στριμώχνονταν σμήνος πολύχρωμες πεταλούδες πάνω στα tatami. Μια απλή see-through καλαμωτή χώριζε τη "σκηνή" από τα "παρασκήνια"». Αυτά: τσάντες, τσαντάκια, utensils, μαζί με μια μακριά, πάντα ζεστά ανθρώπινη στη πρώτη της θέαση, σειρά από γυναικεία κυρίως παπούτσια, μπροστά στην κυρία είσοδο, με διασκέδασαν για ώρα.

Ξαναγυρίζοντας στο σημείο εκκίνησης βρήκα τα koto κατεβασμένα από τις βάσεις τους, τυλιγμένα στις υφασμάτινες σα μεγάλα furoshiki (7) θήκες τους. Η γιορτή όπως όλα, βάδιζε προς το τέλος της. Στάθηκα για λίγο με μια μικρή παρέα από μεσήλικες οπλισμένους με cameras και videos μπροστά σ’ έναν για την περίσταση στημένο μικρούλικο "ναό". Ποια να 'ταν η Shinto θεότητα που γιορταζόταν με αφορμή το Otsukimi απόψε; Μπροστά στο κλειδωμένο ντουλάπι της, σε σκαλωτή παράταξη έστεκαν τα μπουκάλια με το sake και η πιατέλα με τα dango. Παραμυθένια έμοιαζαν τα κομψά αφιερώματα κάτω απ’ το αδύναμο φως.

Στην τέντα της τελετής του τσαγιού, λίγο πριν από το κλείσιμο, κάποιος "ειδήμων" με την arrogance της σιγουριάς, -ή μήπως του μεθυσιού;-, έπιασε να θαυμάζει μεγαλόφωνα τα σύνεργα. Με αρχαία περίτεχνης ευγένειας γιαπωνέζικα του απαντούσε η leading Sensee.

Γύριζα πίσω κι έκανα μια στάση σ’ έναν αληθινό ναό αυτή τη φορά. Ορθάνοιχτο στη νυχτερινή ζέστη ήταν το σπίτι του ιερέα, στο βάθος έπαιζε η έγχρωμη SONY αλλά ο περίγυρος ήταν ακόμα "παραδοσιακός". Άστραφτε το ξύλινο πάτωμα, στη βυθισμένη ένα σκαλί είσοδο γραμμικά παρατάσσονταν τα ψάθινα
zōri. Το στοιχειό του ναού, μια καλοθρεμμένη μαύρη γάτα, καθόταν μ’ όλη της την άνεση, obviously appreciating the solo concert of a cricket lost in the grass next to her. Μ’ άφησε να την χαϊδέψω για ώρα.

Λίγο πριν φύγω, ένας τρελός ξαναμμένος jogger μούσκεμα στον ιδρώτα, στάθηκε για λίγο μπροστά στο κιβώτιο με τα offerings, clapped his hands twice, χωρίς όμως να χτυπήσει το gong για ν’ ακούσουν οι θεοί, πήρε ανάσα, κι έφυγε βιαστικά όπως είχε έρθει. Σαν τον άνεμο.

(Από τα "Γράμματα από το Τόκιο", Tokyo, 1995-96)

(1) η γιαπωνέζικη άρπα
(2) ξένος
(3) φαρδιά ζώνη του κιμονό
(4) ψάθινα σανδάλια
(5) δασκάλα, ισοδύναμο του master
(6) συρόμενες πόρτες που αντί για τζάμι έχουν γιαπωνέζικο χαρτί: washi
(7) μεταξωτό πανί περιτυλίγματος

more...

Tuesday, April 8, 2008

Omikoshi


Ο Shinto ναός της γειτονιάς μου (Kumano jinja, ναός των νεκρών), εκείνος ο ίδιος που υπήρξε το θέατρο των παράδοξων γυμναστικών ασκήσεων που σου περιέγραψα (*), είχε πανηγύρι (matsuri).

Χτες το μεσημέρι είχα περάσει από κει, -το Tokyo Journal άλλωστε το είχε στα must-, αλλά τίποτε το ιδιαίτερο. Μετά το πρώτο μου matsuri, -στο Bandobashi όταν ήμουν ακόμα για τη γλώσσα στη Yokohama-, είχα αποκτήσει σχετική ανοσία στα πάσης φύσεως αλλόκοτα ερεθίσματα: μικροπωλητές που πουλούν σε αυτοσχέδια περίπτερα χρωματιστές πλαστικές μάσκες για παιδιά, takoyaki (κομματάκια βρασμένο χταπόδι κρυμμένα σε σβώλους από ζύμη με ginger), μπανάνες-σουβλάκι περιχυμένες με σοκολάτα ή άλλο παρδαλό unidentified υλικό, noodles, ψάρεμα βώλων σε mini λιμνούλες με χρυσόψαρα μικρά όσο ένα δάχτυλο, κι ό,τι άλλο βάζει ο νους, μάλιστα μπορώ να πω πως με το φως της μέρας όλα τα παραπάνω που τόσο με είχαν αφήσει με το στόμα ανοιχτό, τόσο που να ξοδέψω ένα ολόκληρο film δοκιμάζοντας την καινούργια μου Nikon εκείνο το φθινοπωρινό βράδυ, -με αμφίβολα πάντως αποτελέσματα-, να μ’ ενοχλήσουν σχεδόν τώρα.

Κάτω από το γκρίζο χαμόγελο ενός αναποφάσιστου ουρανού, -θα περάσει ο τυφώνας απόψε ή όχι?-, καθετί έμοιαζε άσχημο, κακόγουστο. Συνηθισμένη κιόλας στην περισυλλογή της τελετουργικής πια βόλτας μου στα εδάφη του ναού, χαζεύοντας τους παχουλούς κυπρίνους με τα ζωηρά χρώματα να κόβουν βόλτες στη λιμνούλα, ένιωσα πως κάτι άγριο και ξένο είχε κάνει κατοχή σ’ ό,τι αγαπούσα μέχρι τώρα. Γι’ αυτό ήμουν διστακτική να αφεθώ να συμφιλιωθώ μ’ αυτή τη νέα τόσο εμπορευματοποιημένη ακόμα και με τα μέτρα τα δικά μου που αφήνουν περιθώρια εικόνα.

Την επόμενη μέρα είχα κιόλας ξεχάσει την κακή εντύπωση κι αν δεν ήταν οι διακοσμήσεις, -κόκκινα και κίτρινα φαναράκια-, σ’ όλο το μήκος του δρόμου, κι η μουσική, διαρκής, παραλίγο ενοχλητική στην επανάληψη και στη μονοτονία της: ήχοι του Noh φλάουτου τόσο «παραδοσιακοί» όσο δημοτικά από την Ηπειρο αναμεταδιδόμενα από μεγάφωνα στη Σταδίου, ούτε που θα περνούσε καθόλου από το μυαλό μου πως στο ναό συνεχιζόταν το πανηγύρι.

Είχε πια νυχτώσει, είχα κλειστεί από νωρίς στο «κελί» μου και ξεφύλλιζα αποφασιστικά το βιβλίο του Soper: "Art and Architecture in Japan", το ίδιο εκείνο βιβλίο που είχε αποτελέσει αν θυμάσαι τη Βίβλο μου το περασμένο καλοκαίρι όταν προετοιμαζόμουν για την υποτροφία, ενώ αναρωτιόμουν αν δεν θα 'κανα καλά να του ξαναρίξω μια σοβαρή ματιά, αυτή τη φορά με αφορμή τις επικείμενες, -έστω και για την τιμή των όπλων-, εξετάσεις του τέλους του μήνα, όταν..., τύμπανα και ρυθμικές κραυγές μ’ έκαναν ν’ αλλάξω απότομα γνώμη.

Απ’ το παραθυράκι του φωταγωγού, -αν για φωταγωγός λογαριάζεται αυτή η φέτα κενού που σου επιτρέπει ν’ αγγίζεις και κυρίως ν’ ακούς τις αποχετεύσεις του απέναντι-, ήρθε μεγεθυσμένο στην ένταση και στη σημασία του ένα κύμα ανθρώπινης δραστηριότητας που με ξεσήκωσε στη στιγμή.

Θυμάμαι πως καλά-καλά δεν πρόλαβα να σκεφτώ τι να ρίξω πάνω μου, τι είδους αφορμή χρειαζόμουν για μια τόσο απροσδόκητη έξοδο. Είναι απίστευτο πόσο excited ένιωσα κάτω από την επήρεια των "βάρβαρων" αυτών ήχων! Μουρμουρίζοντας στον εαυτό μου πως τάχα επειγόμουν ν’ αγοράσω katorisenko (το φιδάκι για τα κουνούπια), -που από μόνο του ποτέ δε θα μ’ έβγαζε μέχρι το κοντινότερο convenience store-, όρμησα έξω από την πολυκατοικία σα να 'χε πιάσει φωτιά.

Από τον κόσμο είχε κλείσει ο δρόμος. Στα πρώτα φανάρια ήταν σταματημένες δυο εξέδρες σε ρόδες, γεμάτες παιδιά-μουσικούς που τις τράβαγε πλήθος. Και πιο πέρα ο omikoshi μου. Χρυσός σα μονώροφη παγόδα, χιλιάδες λιλιά κρεμασμένα πάνω του. Στην κορφή κάτι που έμοιαζε με πετεινό ή ανεμοδούρα, στις τέσσερεις γωνιές χοντρά μωβ κορδόνια, κι όλο αυτό το φορητό οικοδόμημα σειόταν και λυγιόταν στους ώμους δεκάδων νεαρών στην πλειοψηφία τους ατόμων. Έκανε να μοιάζει ακόμα πιο σκούρα και επιβλητική η κορυφογραμμή του Δημαρχείου του Tange που προβαλλόταν μισοφώτιστη πίσω από τη μαύρη μάζα των δέντρων του πάρκου.

Όλοι, ακόμα κι αυτοί που απλά ακολουθούσαν, φορούσαν τα
happi τους, (ελαφρά σακάκια), πιο συχνά μπλε, που στην πλάτη είχαν τα kanji των χορηγών και διαφημιζόμενων. Στο κεφάλι τη δεμένη στριφτή κορδέλα, στα πόδια σαγιονάρες ψάθινες, πολλοί ξυπόλητοι ή με tabi (τα λευκά καλτσάκια που κουμπώνουν με κόπιτσες στον αστράγαλο κι έχουν χωριστή θέση για το μεγάλο δάχτυλο) .

Μου πήρε αρκετή ώρα για να παρατηρήσω μέσα στη γενική ταραχή πως πολλοί άντρες κάτω από τα happi τους, -που συνήθως σταματούν κάτω απ΄ τον κώλο-, ήταν σχεδόν γυμνοί! Φορούσαν ένα είδος εσώρουχου που θύμιζε tanga (fundoshi) και κυκλοφορούσαν πολύ άνετα, αυτός μάλιστα που τον κατάλευκό του πισινό πρόσεξα πιο πολύ δεν ήταν κι ο πιο νέος.

Ο κόσμος χαμογελούσε καθώς η ρυθμική κραυγή όσων κουβαλούσαν τον omikoshi: wasshoi!, κι όσων τους ενθάρρυναν με ντουντούκες, ανακατεύονταν με τη μουσική των παιδιών από τις εξέδρες και τους μπάσους ήχους από το taiko, το μεγάλο ιερό τους τύμπανο, σταθμευμένο παραπάνω. Οι αστυνομικοί κουνώντας πέρα-δώθε τα φωτορυθμικά globs (?) τους προσπαθούσαν να βρουν διέξοδο για τα τελευταία αυτοκίνητα που 'χαν εγκλωβιστεί στη λεωφόρο. Μητέρες με μωρά στη πλάτη χαιρετούσαν με βαθιές υποκλίσεις την πομπή παρασύροντας και τα μωρά στην κίνησή τους.

Ακολουθούσα ευτυχισμένα μπερδεμένη στο χαρούμενο πλήθος, -η μόνη "ξένη" χωρίς υπερβολή-, χωνεμένη σ’ αυτή τη μάζα από παραδοσιακά και "δυτικά" ντυμένους ανθρώπους που στο μεταξύ έβρισκαν χρόνο να τραβούν φωτογραφίες, video, ακόμη και ν’ απαντούν σε κινητά.

Πλησιάζοντας όλο και πιο άφοβα το κύριο σώμα της πομπής δε μπορούσα παρά να νιώθω έκπληξη χαζεύοντας τα μερικές φορές τόσο νέα πρόσωπα των "πιστών". Είναι καλή τύχη να κουβαλήσει κάποιος στους ώμους του omikoshi. Συχνά κάποιοι από τους "ένθεους" συμμετέχοντες κουράζονταν και αποχωρούσαν. Βουτηγμένοι στον ιδρώτα μετά απ’ όλο αυτό το σπρώξιμο, το κόλλημα του ενός πάνω στον άλλο, τσαλακωμένοι και σχεδόν γυμνοί, έκαναν στην άκρη με πρόσωπα που άστραφταν, παραχωρώντας στους επόμενους την πολύτιμη θέση τους. Μου τράβηξε την προσοχή ένα οξυζεναρισμένο κεφάλι πιτσιρικά που αν τον είχα συναντήσει στην ανατολική έξοδο του σταθμού μου θα τον είχα πάρει σίγουρα για τσιράκι της τοπικής yakuza. Τώρα εδώ, γεμάτος ενθουσιασμό, σαν παιχνίδι, άλλαζε το happi του με τους ανυπόμονους φίλους του, πορτοκαλιά αυτή τη φορά μαλλιά, σκουλαρίκια γεμάτους.

Στα δεύτερα φανάρια μπροστά στο New Prince Hotel, -προς μεγάλη χαρά των ξένων που έτρωγαν για βράδυ-, o Οmikoshi σταμάτησε για να κάνει επιτόπου στροφή παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής.

Δεν είχαμε διανύσει ούτε διακόσια μέτρα μα η αργή πέρα-δώθε κίνηση της πομπής, οι φωνές, τα παραγγέλματα και η εύθυμη αναταραχή, τα 'καναν να μοιάζουν με μια λαμπρή συγκλονιστική πορεία.

Όποιος έχει παρακολουθήσει από κοντά περιφορά omikoshi δε μπορεί παρά να 'νιωσε όπως εγώ αυτή την ανεξήγητη έντονη διάθεση να ορμήσει μπροστά για να πάρει τυφλά τη θέση ενός από τους "πιστούς", αν μπορεί κανείς εδώ να χρησιμοποιήσει τον όρο. Ν’ αγγίξει τα βάρβαρα, ειδωλολατρικά, κι όμως εκλεπτυσμένα στολιδάκια, να νιώσει το βάρος του ταλαντευόμενου χρυσαφένιου σκηνικού, ν’ απαντήσει ουρλιάζοντας από το βάθος της ψυχής του στο κάλεσμα.

Γιατί αυτός ο βαθύτατα παγανιστικός πετεινός, αυτό το υπερβολικό λοφίο, ασκεί πάνω μου γοητεία τέτοια που κανείς επιτάφιος δε μπόρεσε ποτέ να εξασκήσει?

Η Shinto θρησκεία είναι θρησκεία της ζωής. Δοξάζει τον Θεό της στο καθετί: στο δέντρο, στην πέτρα και στο βουνό, υπάρχει πάντα ένα kami (πνεύμα). Αντίθετα ο Χριστιανισμός, αποπνικτικά θλιβερός, στο μυαλό μου συνδέθηκε με την τιμωρία του Πάσχα.

Τα Χριστούγεννα πάλι ήταν πάντα ελάχιστα "ορθόδοξα" χριστιανικά, με τον ψευτοχιονισμένο luxurious τρόπο που τα θυμάμαι από παιδί, μέσα σ’ έναν καταιγισμό από ειδικά τηλεοπτικά προγράμματα, γλυκά που μοσχομυρίζουν στον φούρνο και δώρα τυλιγμένα σε αστραφτερά χρυσόχαρτα κάτω απ’ το αιώνιο χριστουγεννιάτικο δέντρο που αυτό κι αν δεν έρχεται από κάπου αλλού.


Μόνο το Πάσχα ήταν βαθύτατα, απαραίτητα "ορθόδοξο". Στο χωριό της μητέρας μου στην Αρκαδία ή και στη γειτονιά μου στην Αθήνα, η αργή τελετουργική περιφορά του επιταφίου μέσα στο βαθύ σκοτάδι μιας χλιαρής βραδιάς που δεν υπόσχεται τίποτα ευχάριστο, με υπόκρουση τους επιβλητικούς ήχους μιας καμπάνας που δεν εξιστορεί, μόνο υπενθυμίζει. Και σε κάθε βήμα το αργό, βασανιστικό στάξιμο του κεριού στα δάχτυλά μου, σαν τιμωρία. Η φλόγα που σ’ αυτή προσηλώνω το βλέμμα , που τη σβήνει στο τέλος μια δυνατότερη ριπή ανέμου.

Με φίλες μου πιο πολύ ακολουθούσα τον επιτάφιο, πάντα αποτυχαίνοντας να 'μαι κοντά στην αρχή, στην κεφαλή της λιτανείας. Μ’ εντυπωσίαζαν, -ζήλευα-, τα παπαδάκια που 'βγαιναν πρώτα ντυμένα στα χρυσά, με τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ στα χέρια, κι όλο ήθελα να βρεθώ κοντά στον πεθαμένο Χριστό. Όταν πια αυτό συνέβαινε, ήμασταν πίσω στην εκκλησία, τα φώτα είχαν ξανανάψει, το αναγκαστικά βιαστικό προσκύνημα μόνο άγχος μου 'φερνε. Δεν πρόφταινα καλά-καλά να ρίξω μια ματιά στον "νεκρό" και πάντα μου 'μενε αυτή η δυσάρεστη υποψία: δεν υπήρχε κανείς πεθαμένος σ’ αυτό το τετράγωνο χρυσοποίκιλτο σπίτι-φέρετρο.

Η δισδιάστατη -too realistic- εικόνα του Χριστού στον σταυρό, μου 'κανε την ίδια κακή εντύπωση. Και το χειρότερο ερχόταν το Μ. Σάββατο το πρωί: ο πατέρας μου δεν έπινε ούτε νερό, -αυτός που σπάνια νήστευε-, μα εγώ πάντα είχα την ίδια ενοχλητική αίσθηση: δεν υπήρχε κανείς πέρα απ’ τα αφημένα στεφάνια των λουλουδιών που τόσο συγκινητικά μαραίνονταν κάνοντας την ατμόσφαιρα γλυκερή και βαριά στην εκκλησία.

Θρησκεία που εστιάζει κύρια στον θάνατο του ιδρυτή της, -γιατί ποτέ η Ανάσταση του Μ. Σαββάτου και η Κυριακή του Πάσχα δε μου 'καναν καμιά ιδιαίτερη εντύπωση λύσης του δράματος, με εξαίρεση φυσικά τις κανιβαλικές γαστριμαργικές επιδόσεις μου-, και δι’ αυτού στον παραδειγματισμό των πιστών, ο ορθόδοξος χριστιανισμός με τρόμαζε πάντα μα και με προσέλκυε μ’ έναν σχεδόν διεστραμμένο τρόπο.

Τώρα εδώ σ’ αυτή την άκρη της γης, βρισκόμουν για πρώτη φορά σε επαφή με μια θρησκεία που γιορταζόταν απλά σα μια χαρούμενη δραστηριότητα.

Αφέθηκα να παρασυρθώ κι εγώ από το πλήθος που ομαλά, ευτυχισμένο, διαλυόταν σε μικρότερες ομάδες. Είχα χτυπήσει κι εγώ μαζί τους παλαμάκια όσες φορές είχε χρειαστεί. Ήμουν αδέξια, ακολουθούσαν φυσικά τους γνωστούς τους ρυθμούς με παραδειγματική άνεση, κάποιος στην κεφαλή της πομπής χτυπούσε πότε-πότε δυο ξύλα μεταξύ τους και το πλήθος χαρούμενο, σα να το περίμενε, αμέσως ακολουθούσε.

Κατηφόρισα προς τα πίσω ενώ η κυκλοφορία άνοιγε ξανά, ακολουθώντας από παρόρμηση έναν πολύ ελκυστικό Γιαπωνέζο που 'χε τραβήξει την προσοχή μου από ώρα. Μα συνοδεύονταν, έστω κι από μια πολύ χοντρή κι άσχημη Γιαπωνέζα που φορούσε το ίδιο μ’ αυτόν happi. Άραγε η γυναίκα του?

Στο convenience store δεν είχαν katorisenko. Έπειτα πίσω στο κελί μου, με τα κουνούπια, -σκνιπάκια μάλλον, αθόρυβα, σχεδόν αόρατα στ’ αμάθητα μάτια μου-, να με τρώνε ανελέητα, και το βιβλίο της ιστορίας ακόμα ανοιχτό στην ίδια σελίδα χωρίς προοπτική, σκέφτηκα για να παρηγορηθώ πως τα καλύτερα μαθήματα ιστορίας, αρχιτεκτονικής και μη, δίνονται στο δρόμο, που αλλού?

("Γράμματα από το Τόκιο", Tokyo, 1995-96)

(*) τελικά επρόκειτο για ασκήσεις εθελοντών πυροσβεστών γειτονιάς

more...

Friday, April 4, 2008

H επίσκεψη του Αυτοκράτορα


Σήμερα το πρωί, καθ' οδόν προς τη σχολή είδα -από μακριά- τον Αυτοκράτορα και την Αυτοκράτειρα της Ιαπωνίας. Το Μητροπολιτικό Μουσείο Δυτικής Τέχνης ήταν κλειστό και φαίνεται πως ήταν οι μόνοι επίσημοι επισκέπτες.

Στην αρχή δεν κατάλαβα τι συνέβαινε. Όλα ήταν όμως κάπως πιο ήσυχα απ’ ότι συνήθως, έτσι στάθηκα κι εγώ με τον κόσμο που μαζευόταν σιγά-σιγά να δω ποιος θα βγει από τη μαύρη λιμουζίνα που 'χε παρκάρει στο σκοτεινό βάθος των δέντρων.

Εκεί, εν μέσω αστυνομικών που 'χαν παραταχτεί μάλλον αραιά, κι ενώ κάποιες γυναικούλες είχαν ήδη γονατίσει σε καθαρά απλωμένα μαντήλια, άφωνα, το αυτοκρατορικό ζευγάρι βγήκε, κομψό, μικροσκοπικό, και με χαριτωμένα βηματάκια σα να εκτελούσε κάποιο νούμερο για χάρη των παρευρισκόμενων, κατευθύνθηκε προς την είσοδο χαιρετώντας και κάνοντας ελαφρές υποκλίσεις.

Η αυτοκράτειρα, ντυμένη στα λευκά, σαν κούκλα, με κείνο το απαράδεκτο και ανεξήγητο πάντα στην ισορροπία του καπελάκι που σαν καρούμπαλο που μόνο αλλάζει χρώματα είναι αιωνίως καρφωμένο στο μέτωπό της, προχωρούσε μερικά βήματα πίσω από τον προπορευόμενο αυτοκράτορα.

Submission είναι μου φαίνεται η λέξη που κατά παράδοση αρέσει πιο πολύ στον γιαπωνέζο άντρα. Άλλωστε αν δεν ήταν έτσι πως θα ευδοκιμούσε η S&M discipline στη χώρα?

Σκέφτηκα τον S. και την ακατανόητη συμπεριφορά του και μου πέρασε από το μυαλό πως αν περπατούσα κι εγώ μερικά "βήματα" πίσω του αυτό θα βελτίωνε τις σχέσεις μας που χειροτέρευαν φανερά τον τελευταίο καιρό χωρίς προφανή λόγο.

Υποκλίθηκα λοιπόν ελαφρά ταραγμένη που η εικόνα του συμβόλου της Ιαπωνίας φαινόταν να μου γνέφει εμένα προσωπικά. Έπειτα πρόσεξα παρ’ όλη τη βεβιασμένη συγκίνησή μου ανακατεμένη με αυτoπεριφρόνηση, πως τους homeless που οι σκηνές τους από πάντα ακούμπαγαν στη μάντρα του μουσείου, εκείνη ειδικά τη μέρα τους είχαν ξηλώσει.

Από την επομένη όμως όλα ήταν όπως πρώτα στη θέση τους.


6/9/1994, 2008

more...

Thursday, April 3, 2008

She dances, then vanishes at dawn


Έτσι χόρεψε το φάντασμα της νέας γυναίκας χωρίς όνομα, στο Noh πάντα γνωστή σαν "the well curb lady" (η κυρά του φιλιατρού του πηγαδιού).

Στη σκηνή της κορύφωσης σκύβει στο πηγάδι, ή τουλάχιστον σ’ αυτό που συμβολίζει πολύ αφαιρετικά το πηγάδι, φορώντας τα ρούχα του αλλοτινού εραστή της. Στον καθρέφτη της επιφάνειας του νερού, 'βλέπει' τον παντοτινά αγαπημένο της.

Κι έτσι, με μια σειρά από κοφτές, σφιγμένες, βασανιστικά αργές σα να θέλουν να ξεφύγουν από την εξαναγκασμένη χορευτική τροχιά τους κινήσεις, το φάντασμα παίρνει το δρόμο της επιστροφής. Οι δεήσεις του ιερέα θα του επιτρέψουν από δω και στο εξής να "αναπαυθεί".

Φαντάσματα όμως γίνονται κατά τη βουδιστική δοξασία εκείνοι που η ψυχή τους αφού πεθάνουν, μένει ακόμα με αγωνία προσκολλημένη σε κάτι που τους κρατά στη ζωή, στον κόσμο των αισθήσεων. They just linger.

1995/2008

more...

Saturday, March 29, 2008

Της άνοιξης


Κάθισα στο πεζούλι κάτω από ένα πέτρινο φανάρι. Μετά τη βροχή, βροχή πάνω μου τα πέταλα της κερασιάς. Πιο δίπλα σ’ ένα άλλο πεζούλι ακριβώς όμοιο με το δικό μου μια γάτα που λιάζεται.

Μια γυναίκα με το μωρό της μόλις προσκύνησε στο ναό, με πλησιάζει. Μου γέλασε όταν πρόσεξε πως και το μωρό της μου γελούσε από το καρότσι του. Του τραβά προς τα πίσω το σκουφάκι να δει το μέτωπό του ο ήλιος. Φέρνει πιο κοντά το καρότσι στη γάτα πάντα κρατώντας απόσταση ασφαλείας, το παιδί απλώνει το χέρι προς το μέρος της. Η γάτα αδιαφορεί βαθύτατα γι’ αυτή την ξαφνική συγκέντρωση προσοχής.

Το μωρό κοιτάζει μια τη γάτα μια εμένα. Τι θα μείνει στη μνήμη του άραγε μετά από χρόνια; Θα μείνει τίποτα; αναρωτιέμαι. Θα μπορέσει ν’ ανακαλέσει έστω κάτι απ’ αυτή την ανοιξιάτικα ηλιόλουστη επίσκεψη στον Shinto ναό Nezu?

Μ’ ένα αναπάντεχο άλμα της μνήμης προς τα πίσω τριάντα ολόκληρα χρόνια πριν βλέπω τον εαυτό μου να τριποδίζει ανάμεσα σ’ ένα σμήνος καταδεκτικά περιστέρια μπροστά στο Μνημείο του Αγνώστου στο Σύνταγμα. Έχω δει τις φωτογραφίες, φοράω ένα φουστανάκι που στην ασπρόμαυρη βγαίνει γκρι, και μοιάζω απορημένη, σχεδόν συνοφρυωμένη κάτω απ’ τον ήλιο που με στραβώνει.

Τη θυμάμαι τη σκηνή ή μήπως νομίζω πως τη θυμάμαι, τόσες φορές που είδα τις φωτογραφίες, τόσο πολύ που μου το 'χουν διηγηθεί;

Φυσάει. Από το ναό έρχεται μια ανακατεμένη μυρωδιά θυμιάματος και φρέσκιας μπογιάς από τις εργασίες συντήρησης. Κι άλλα πέταλα από τις κερασιές στρώνονται σα να 'χει χιονίσει. Πατούν απρόθυμα οι πιστοί αυτό το λευκορόδινο χαλί καθώς πλησιάζουν. Ακούγεται ο ήχος των κερμάτων που πέφτουν στο ξύλινο κουτί των προσφορών, δυο φορές το χτύπημα των χεριών σε στάση προσευχής και μετά η μεταλλική φωνή της καμπάνας. Ακούνε άραγε οι θεοί από ψηλά;

Με πιάνει μια απότομη κούραση. Μόλις συνειδητοποίησα, κι ενώ η γάτα παραμένει στην ίδια θέση κι η γυναίκα με το μωρό έχει φύγει, πως δεν είμαι πια το παιδί της μητέρας μου. Πόσον καιρό; Ίσως εδώ και δυο χρόνια τώρα.

Τι θα 'λεγε η μητέρα μου; πως θα της φαινόταν η σκηνή εδώ; θα 'θελα πολύ να το ξέρω. Θα 'λεγε κάτι; Θα 'δειχνε χαρά, συγκίνηση, περιέργεια ή μήπως θα παρέμενε γαλήνια, ανέκφραστη, όπως φαίνεται μόνιμα πια μπροστά στο καθετί; Σχεδόν δυσκολεύομαι να τοποθετήσω με τη φαντασία μου τη μητέρα μου κάτω απ’ τις κερασιές εδώ σ’ αυτή την ανοιξιάτικη σκηνή στην καρδιά του Tόκιο.

Αισθάνομαι μεγάλη, επιτέλους ώριμη πια, και καθώς κάτι αιχμηρό σκίζει την καρδιά μου στα δυο χωρίς να 'ναι λύπη, -ή μήπως είναι ακριβώς το αντίθετο, ευτυχία; τόσο λαμπρή είναι η μέρα, τόσο τρυφερά τα άνθη της κερασιάς παντού γύρω μου, στους ώμους, στα μαλλιά μου-, μια χαμογελάω, μια κλαίω, μια κλαίω, μια χαμογελάω, κι η μητέρα γίνεται το δικό μου παιδί.

11/4/95

more...

Friday, March 21, 2008

Μεσάνυχτα στη χώρα των φαντασμάτων


Στο τέλος δεν άντεξε το κρύο και χώθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου έχασκε ορθάνοιχτη η πόρτα. Τα μάτια του βέβαια τα είχε δεκατέσσερα μη χάσει την έξοδο του Αδιάβροχου από το μετρό. Ο Αδιάβροχος, -από το ίδιο μ’ όλους τους καιρούς αδιάβροχο που του 'χε γίνει δεύτερο δέρμα- ήταν ο dealer του.

Πίσω απ’ το παγωμένο τζάμι μαζεύτηκε κι άλλο στο σακάκι του, στο ίδιο του το σώμα μέσα σα να 'θελε να πιάσει τον ελάχιστο δυνατό χώρο. Έτσι έκανε πάντα, “ο σκοπός είναι να μην αφήνει κανείς ίχνη, να περνά με όσο γίνεται ελαφρύτερα βήματα από τη ζωή”, έλεγε.

Έξω στη στοά τα πρεζάκια πηγαινοέρχονταν κάνοντας ουρά για τους λιγοστούς περαστικούς και επιβάτες. Εκείνος μακάριζε την τύχη του που δεν ήταν υποχρεωμένος να κάνει το ίδιο. Προς το παρόν.

Έπεφτε γρήγορα η νύχτα κι η υγρασία καθόταν βαριά παντού. Για να προφυλαχτεί, ένας χοντρός κρύφτηκε πίσω απ’ την πιο μεγάλη κολόνα κι άρχισε να τρώει ένα σάντουιτς φαρδύ σαν παντόφλα. Η μυρωδιά τρύπωσε απ΄ την είσοδο και του 'σφιξε το στομάχι. Θυμήθηκε πως δεν είχε φάει σοβαρά από χτες κι η σκέψη τον ενόχλησε με την αναγκαιότητα της υπενθύμισης. Σπάνια πεινούσε πια.

Λίγο πιο πάνω από το τρίτο και τελευταίο σκαλί του πλατύσκαλου που έβγαινε στη στοά γυάλισε για μια στιγμή ένα όνομα και κάτι άλλα χαραγμένα στη μουτζουρωμένη με graffiti επένδυση, καθώς μια μηχανή ανέβαινε στο πεζοδρόμιο για να παρκάρει. Ξεμύτισε μέχρις εκεί από περιέργεια: Ιφιγένεια Περαχώρη, αρχιτέκτων, 1968, με χρυσούς αρχαιοπρεπείς χαρακτήρες. “Για φαντάσου! Τι γύρευε εδώ η σπουργιτίνα η Ελισαβέτα;”. Δε θυμόταν ποτέ πριν να 'χει ξανασυναντήσει γυναικεία υπογραφή ανάμεσα στους μηχανικούς της εποχής. Έριξε μια καλή ματιά τριγύρω του προς τιμήν της αλλά δεν είδε τίποτα πιο ενδιαφέρον από ό,τι δεν είχε σχεδόν προσέξει προτύτερα: μια στριμωγμένη είσοδο όλο τζάμι με χιλιοβαμμένη μεταλλική κάσα ξυστά δίπλα στο υποχρεωτικό υπόγειο, μάρμαρα κακής ποιότητας που σ’ έφερναν φάτσα στο ασανσέρ, και κάτω από την σκάλα θυρίδες αλληλογραφίας, όλα γκρι. Από τον ξεδοντιασμένο πίνακα με τις ταμπέλες φαινόταν καθαρά πως μόνο μία επιχείρηση είχε ακόμα την έδρα της στο παραμελημένο εξαώροφο: μια εταιρεία μεταφορών στον 4ο. Το έργο, -ίσως και καμάρι, ποιος ξέρει;-, της κας
Περαχώρη, όπως και τόσα άλλα της γενιάς του είχε γεράσει άσχημα.

Τρύπωσε πάλι μέσα και για μια στιγμή σκέφτηκε να κλείσει την πόρτα όμως τον σταμάτησε η παράλογη ιδέα πως αν κάτι πήγαινε στραβά μπορούσε και ν' αποκλειστεί εδώ πέρα, δυο μόλις βήματα από τον στόχο του. Την άφησε λοιπόν ανοιχτή κι ας έμπαζε. Συνέχισε να ξεροσταλιάζει. Έπιασε να χτυπάει πότε-πότε τα πόδια του για να ζεσταθεί, να κάνει καμιά δειλή στροφή, στο τέλος προχώρησε λιγάκι πιο μέσα στο βάθος. Κάθισε κάτω-κάτω στη σκάλα και συνέχισε να παρατηρεί με αμείωτη ένταση την κίνηση έξω που διαρκώς λιγόστευε. Για να περάσει η ώρα άρχισε να λογαριάζει πόσων χρονών θα 'ταν τώρα, αν ζούσε βέβαια, η αρχιτέκτονας. Ακόμα και το πρώτο της έργο να 'ταν, θα κόντευε τριάντα τότε, που σημαίνει θα 'ταν το λιγότερο εβδομήντα και βάλε σήμερα, στην ηλικία των γονιών του πιθανότατα με παιδιά κι εγγόνια. Ίσως να 'χαν γίνει και τα παιδιά της μηχανικοί, ίσως πάλι βλέποντας την κατάντια του έργου της μάνας τους να 'χαν επιλέξει ο,τιδήποτε άλλο.

Φαντάστηκε μετά πως θα 'ταν αν δούλευε στην εταιρεία του 4ου. Τότε βέβαια θα 'πρεπε να είναι ξένος εργάτης, μόνο αυτοί έκαναν πια τέτοιες βαριές δουλειές. Να 'σαι ξένος και να μη μπορείς καλά-καλά να διαβάσεις την ταμπέλα στην είσοδο, μόνο ν’ ανεβοκατεβαίνεις με το κακομοιριασμένο ασανσέρ, ν’ αράζεις στην κακοφωτισμένη είσοδο περιμένοντας το φορτηγό, πάντα σ’ αυτή τη στοά δίπλα στο μετρό, κι αυτή να είναι η καθημερινότητά σου.

“Κι εγώ;”, σκέφτηκε, “μήπως εγώ τα πηγαίνω καλύτερα;”. Αυτός βέβαια ήταν “ένας καλλιτέχνης της ζωής”, όπως του άρεσε να αυτοπαρουσιάζεται μετά το τέταρτο ποτό τα βράδια στα μπαράκια κάθε φορά που στην παρέα εμφανιζόταν κάποια καινούργια πιτσιρίκα γεμάτη από τον ενθουσιασμό και την άγνοια της ηλικίας της, έτοιμη να εντυπωσιαστεί και να αφοσιωθεί –τουλάχιστον για κάποιο διάστημα- χωρίς όρια. Εκείνος είχε καταπιαστεί μ’ ένα σωρό πράγματα, και στην αρχή μάλιστα με καλά αποτελέσματα. Στην ηλικία που πρέπει να 'ταν η κα Περαχώρη όταν υπέγραφε την αντιπαροχή της είχε κάνει κιόλας τα πιο επιτυχημένα –βλέπε αποδεκτά- έργα του, και ούτε καν εδώ μα στο εξωτερικό: ζωγραφική, φωτογραφία, μερικές πειραματικές ταινίες μικρού μήκους. Δεκαπέντε χρόνια μετά χαμένος στο Διαδίκτυο δυσκολευόταν ν' απαντήσει όταν τον ρωτούσαν με τι ασχολούνταν σήμερα, ελάχιστοι καταλάβαιναν έτσι κι αλλιώς.

Στο διάστημα που είχε περάσει εξερευνώντας και αναπτύσσοντας όλες τις δυνατότητες που έφερνε μέσα του από παιδί, κάθε προδιάθεση, ακόμα και την πιο ριψοκίνδυνη, έφτιαξε από τον εαυτό του ένα πολυεπίπεδο, συχνά αντιφατικό κατασκεύασμα που η ίδια του η πολυπλοκότητα τον απομάκρυνε για πάντα από τις περισσότερες διδιάστατες κατασκευές γύρω του. Υπήρχαν φυσικά και οι εξαιρέσεις, άλλα περίπλοκα, ενδιαφέροντα κατασκευάσματα, όσοι δεν είχαν ξεπουληθεί εννοείται ευχαρίστως στην αγορά καταντώντας απλοί ακροβάτες και κλόουν της τέχνης τους. Κι απ’ αυτούς όμως που απέμεναν, τους λίγους, αρκετοί, και με τον καιρό όλο και περισσότεροι, άγγιζαν τα όριά τους και χάνονταν. Τους τσάκιζε η ηλικία, η ζωή με τις στυγνές απαιτήσεις της. Πίσω από καθέναν απ’ αυτούς έμεναν πέρα από ένα μικρό και χιλιοβασανισμένο έργο συνήθως, μόνο αναμνήσεις.

Εκείνος προς το παρόν το έλεγχε, ακόμα και στην κόψη του ξυραφιού το έλεγχε. Ακόμα και τις φορές που τον είχε πάρει από κάτω, το είχε. Έμοιαζε τόσο λεπτεπίλεπτος στο τζάμι της εισόδου που του 'στελνε όσο σκοτείνιαζε έξω το είδωλό του πίσω με μια ολοένα και μεγαλύτερη φωτεινότητα, κι όμως ήταν δυνατός. Χαμογέλασε στην εικόνα του τώρα με αυταρέσκεια σηκώνοντας μια ιδέα τους ώμους, κι ήταν μια από τις κινήσεις τις τόσο δικές του που τον έκανε πραγματικά ακαταμάχητο, και το ήξερε. Μπορούσε να μιλάει με τις ώρες, να ταξιδεύει εκείνους που ενδιαφέρονταν να τον ακούσουν σε μέρη που φαίνονταν σκοτεινά κι επικίνδυνα μόνο και μόνο γιατί οι περισσότεροι δεν τολμούσαν να παραδεχτούν πως θα 'θελαν πολύ να γνωρίσουν. Τους ταξίδευε μέσα τους. Τους άπλωνε το χέρι όμως οι πιο πολλοί έκαναν πίσω. Ακόμα κι εκείνοι που θα μπορούσαν ν’ ακολουθήσουν έκαναν πίσω.

Τότε άρχισε ν' απλοποιεί την περίπλοκη κατασκευή, να κόβει από παντού το θαυμάσια ασυνάρτητο κατασκεύασμα μέχρι να το φέρει στα όρια της επιβίωσης και της λογικής. Ελαφρύς σαν φύλλο πέταξε ανάμεσά τους αλλά και πάλι η συμπυκνωμένη του παρουσία ήταν υπερβολική για τους πανικόβλητους. Στο τέλος όσοι δεν έφυγαν σταμάτησαν ακόμα και να τον αντιλαμβάνονται, να τον προσέχουν. Πετυχαίνοντας τον τελικό του σκοπό είχε εξαφανιστεί.

Κάπνιζε το δεύτερο τσιγάρο με σταθερό χέρι πια και μάτια πάντα στο είδωλό του στο τζάμι. Στην ησυχία του δρόμου που όλο κι ανέβαινε άκουσε μια πόρτα ν’ ανοίγει. Μπροστά του από τα σκαλιά στο υπόγειο αναδύθηκαν αργά πρώτα η λεπτή πλάτη ενός άντρα και στη συνέχεια μια πιτσιρίκα με ξανθά μαλλιά. Βγήκαν κι οι δυο στη στοά και σα να 'ταν συνεννοημένοι γύρισαν σχεδόν χορευτικά και τον κοίταξαν γελαστά μέσα απ’ το τζάμι.

“Ηanna!” τρόμαξε εκείνος και του 'πεσε το τσιγάρο από το χέρι γιατί είχε να τη δει από τότε που ήταν φοιτητές, την πρώτη, τη μεγάλη του αγάπη, και δεν είχε αλλάξει καθόλου όλ' αυτά τα χρόνια. Κι η ταραχή που τον είχε αφήσει άφωνο τον εμπόδισε στην αρχή να προσέξει πως χωνεύονταν τα χαρακτηριστικά του ειδώλου του μέσα στην εικόνα του άγνωστου άντρα μέχρι που στο τέλος δίπλα της έβλεπε μόνο τον εαυτό του.

Αχ, η Ηanna τον είχε ακολουθήσει από τότε που καλά-καλά κανένας τους δε γνώριζε όλες τις κρυμμένες δυνατότητες, όλους τους επικίνδυνους παράξενους δρόμους. Η Ηanna τον ακολουθούσε πάντα με μια μεταδοτική ζωντάνια, ένα θάρρος για ζωή που ποτέ του δεν ξανασυνάντησε. Η Hanna, μόνο εκείνη τον είχε ακολουθήσει, μέχρι που πέρασε μπροστά του και χώρισαν οι δρόμοι τους. Τώρα ερχόταν πάλι για κείνον και με πόση ανακούφιση για μια φορά μπορούσε επιτέλους να βαδίσει στα βήματα κάποιου άλλου. Με απόλυτη εμπιστοσύνη σηκώθηκε, άνοιξε τα χέρια του σε μια μεγάλη αγκαλιά και πέρασε, ελεύθερος πια, μέσα απ’ το τζάμι.

2008

more...

Saturday, March 15, 2008

Ξινός τραχανάς

(από deplaced ή αστικός πόνος 20/20)


«Θα γράφεις όμως, μου το υπόσχεσαι?», γύρισες και μου 'πες ενώ έβαζες τις μπότες σου. «Και βέβαια θα γράφω! έχω τόσο υλικό, ειδικά μετά την εκδρομή. Πως σου φαίνεται αυτό: «Ο Τραχανάς που Δεν Έβραζε», για παιδιά και για μεγάλους». Έκανες μια γκριμάτσα, άνοιξες την πόρτα: «Μα δεν έγραφες ποτέ για παιδιά....», μου 'κλεισες το μάτι κι έπειτα χάθηκες στον διάδρομο. Θα κάνω δυο χρόνια να σε ξαναδώ, ούτε να μπάρκαρες όπως παλιά, κι έπειτα σου λένε πως μίκρυναν οι αποστάσεις ... όμως στο Δίκτυο είναι αλλιώς. Αυτά έγιναν την περασμένη βδομάδα κι απ’ το ταξίδι μας έχω ακόμα τον τραχανά. Πάει κιόλας το τσίπουρο, το ήπια «για θεραπευτικούς λόγους», κι ας μην είμαι πολύ σίγουρη πως ταιριάζει με την ομοιοπαθητική.

Τις τελευταίες μέρες βρέχει καταρρακτωδώς, ξεκινά το απόγευμα και πιάνει μέχρι το βράδυ. Κάτι βροχές φοβερές που δεν τις έχω ξαναδεί εδώ, τροπικές, επισκέπτριες, που δεν κολλάνε στο κλίμα αλλά δε λένε να χαμηλώσουν τους τόνους ή να ξεκουμπιστούν. Γεμίζουν απελπισμένα τα υπόγεια και τα δελτία ειδήσεων, οι «ειδικοί» λένε πως θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε μαζί τους. Κάθε απόγευμα λοιπόν, μόλις πέφτει το φως, -και βραδιάζει νωρίς πια-, πέφτει κι ένα γκρίζο καπάκι πάνω απ’ την πόλη και η ζέστη που σε κάνει να κολλάς απ’ το πρωί χάνεται, πιάνει απότομα ψύχρα. Αρχίζει ο χορός των αστραπών, λευκών και παγωμένων, και τρομάζει η γάτα. Εγώ πια όχι, τις συνήθισα, προσπαθώ να τις συμπαθήσω με το να φαντάζομαι πως αυτό δεν συμβαίνει εδώ, αλλά στο αγαπημένο μου Τ…. με το που μπαίνει το φθινόπωρο και πιάνουν οι τυφώνες, ακόμα κι εκεί όμως, ανησυχητικά όλο και πιο νωρίς.

Τώρα που σου γράφω βρέχει πάντα, χώνεται η ασταμάτητη κίνηση κι οι αντανακλάσεις απ’ τα φώτα της λεωφόρου μέχρι την οθόνη μου που αναβοσβήνει σα να βρίσκομαι σε κάποιο αμερικάνικο motel σε road movie, εκεί που έχει πάντα νύχτα και μόνο ροζ και πορτοκαλί neon, όμως πόση θλίψη....Ο δολοφόνος πάντα πίσω απ΄ την κουρτίνα του μπάνιου με το μαχαίρι στο χέρι («να το σβήσεις αυτό, πολύ επιτηδευμένο», σ’ ακούω να λες).

Εσείς πάλι στο κάτω μισό του πλανήτη θα 'χετε ζέστη και ξηρασία. Σε βλέπω in the back yard, κρατάς το κομμάτι ξερό ξύλο που άφησε πίσω της η τραβηγμένη όχθη της λίμνης και πέρασες με χίλιους κόπους από την καραντίνα του αεροδρομίου. Σκέφτεσαι να το κάνεις κάτι αλλά τι? το στριφογυρίζεις στα χέρια σου, έχεις μια φρέσκια πληγή στον αντίχειρα του δεξιού, πάλι κόπηκες με τις δουλειές στον κήπο αλλά κι αυτό θα περάσει. Ο τραχανάς λοιπόν ... δεν σου είπα, έγινε ένα παράξενο πράγμα. Πριν δυο μέρες -

Στον Νικόλα

Ξινός τραχανάς

Η βροχή έπεφτε μονότονα, η κουζίνα βούλιαζε στην υγρασία. Από το φωταγωγό χτύπαγε πάνω της ό,τι απέμενε από ένα εξωπραγματικό γαλάζιο φως αφού είχαν φύγει κι οι τελευταίοι από τον οδοντίατρο απέναντι. Τέντωσε τα χέρια της μπροστά, βάφτηκαν και κείνα μπλε. Πόσο διαφορετικό κι αυτό το βράδυ! Είχε γυρίσει απ’ την δεκαήμερη εκδρομή, την τελευταία τους μαζί εδώ και μια βδομάδα αλλά για κάποιο λόγο δε μπορούσε ακόμα να προσαρμοστεί. Τα πρωινά και τα βράδια ήταν τα χειρότερα. Τα πρώτα γιατί της έλειπε η εικόνα του -είχε ξυπνήσει πρώτος και φτιάξει καφέ- με τις πυτζάμες δίπλα στην ξυλόσομπα, τα δεύτερα γιατί αναζητούσε το φιλί του για καληνύχτα.

Τώρα λουσμένη στο φως απ’ έξω θάπρεπε να πάψει να παριστάνει τη θλιμμένη ηρωίδα και ν’ ανάψει το φως μέσα. Αντί γι’ αυτό χρονοτριβούσε σαν παιδί που δεν τ' αποφασίζει να ξυπνήσει απ’ τον εφιάλτη του, η πραγματικότητα θα 'ναι ακόμα χειρότερη. Η γάτα τρίφτηκε παραπονεμένη στα πόδια της. Νηστική. Χτύπησε το τηλέφωνο και βγήκε ο τηλεφωνητής: «you’ve reached 9898...», είπε η πολύ αποστασιοποιημένη φωνή που ήταν δική της. Μπιπ, μπιπ, έκανε ο τηλεφωνητής μα κανείς δεν άφησε μήνυμα κι ας τους είχε παρακαλέσει. Με μηχανικές κινήσεις σαν κούκλα που είναι προορισμένη να χορέψει αλλά κάποιο μικρό ελατήριο μέσα της έσπασε ξαφνικά έλουσε την κουζίνα της στο φως, η μπλε φαντασμαγορία πήγε αμέσως για ύπνο, -μέχρι το επόμενο βράδυ οπότε και θα έπαιρνε την εκδίκησή της αργώντας να εξαφανιστεί, θα υπήρχε κόσμος στο λευκό σκηνικό μέχρι τις 11.00

Θα βάλει μουσική? Θα μαγειρέψει? Ο ήχος από το «μαγειρέψει» τηλεπαθητικά έκανε γκελ πάνω στη γάτα που τέντωσε μ’ ελπίδα τ’ αυτιά της. Λίγο αργότερα θ’ αρκούνταν ευχαρίστως σε ξηρά τροφή. Ούτε καν κονσέρβα, ακόμα και τα κρακεράκια της ήταν τα τελευταία. Τσαλάκωσε την πλαστικοποιημένη σακούλα με δυσκολία, όμως ο θόρυβος είχε γίνει κιόλας τα κλαδάκια απ’ το προσάναμμα στο τζάκι όταν αρχίζουν να καίγονται.

Εκείνος έκανε πίσω στην πολυθρόνα του, έστριψε τσιγάρο, μετά απέμεινε να κοιτάει τη φωτιά που είχε φουντώσει κι έτριζε με δύναμη. Της φαινόταν πως την ίδια δεν την κοίταζε παρά πολύ σπάνια κι ωστόσο ποτέ άλλοτε δεν είχε αισθανθεί την αδιάκοπη προσοχή κάποιου επάνω της με τόσο έντονο τρόπο. Τριγυρισμένη, καλά-καλά τυλιγμένη με την αγάπη του κουλουριάστηκε κι άλλο στο κρεβάτι του, πάνω στη φλοκάτη.

Μες απ’ την τσάντα χτύπησε το κινητό, χτύπησε, χτύπησε. Η γάτα σταμάτησε για μια στιγμή να γλείφεται στη μαξιλάρα που καθότανε. Χορτασμένη. Για μια στιγμή μόνο. «Για λίγο μόνο, άσε με να μείνω... κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό μου κι εδώ είναι τόσο ζεστά...» Σαν τη γάτα πριν και κείνη παρακάλεσε αλλά άδικος κόπος, το 'ξεραν βέβαια κι οι δυο, τι χρειάζονταν, τι θα συνέβαινε αν έμενε κι άλλο πάνω στη φλοκάτη, πάνω στο κρεβάτι, δίπλα στο τζάκι, στο δικό του δωμάτιο. Τη φίλησε απαλά αποφεύγοντας με κάθε τρόπο τα χείλη της: «aprite bune» (*).

«Να 'ξερα μόνο από που έρχονται, πως καταφέρνουν και γλιστράνε με το παραμικρό όταν δεν τις περιμένεις οι εικόνες, οι αναμνήσεις...», αλλά έτσι το 'λεγε χωρίς πεποίθηση και την έτσουζαν τα μάτια της. Το τζάκι είχε καπνίσει τελικά, ακόμα και κει πάνω φυσούσε πράγμα περίεργο για την εποχή, νοτιάς.

Θα μαγειρέψει? Ναι, καλύτερα να μαγειρέψει, είναι μέρες που τρέφεται με καπνιστό τυρί και ψωμί του τοστ. Το μαγείρεμα, κι ας μην τα πολυκαταφέρνει, της κάνει καλό, την ηρεμεί. «Πάντως θα του τα γράψω όλ’ αυτά στο mail», έτσι έλεγε μα δεν θα το 'κανε, είχαν ανταλλάξει κιόλας κανα δυο μηνύματα από τότε που γύρισε, πάντα τυπικά. Θα φτιάξει ξινό τραχανά. Είναι απλό και νόστιμο πιάτο. Μόνο που δεν θα βάλει ντομάτα, δεν έχει τίποτα φρέσκο στο ψυγείο.


Ενώ εκεί ... εκεί ήταν όλα πολύ εύκολα, σχεδόν άπλωνες το χέρι και σαν από θαύμα προσγειώνονταν στο τραπέζι φρέσκα κρεμμυδάκια, μαρούλια, για να μην πούμε για τα κάστανα, τα κυδώνια ... Μμμ, σαν από θαύμα, ε? Αυτό ήταν ανακριβές στην επιεικέστερη των περιπτώσεων και το 'ξερε καλά, φυσικά και δεν υπήρχε κανένα θαύμα, ή τουλάχιστον το θαύμα δεν ήταν αυτό. Εκείνη μόνο ξερίζωνε, αυτό έκανε το χέρι που τα 'βρισκε όλα εύκολα. Απαλά βέβαια και συχνά αν όχι πάντα με την συναίσθηση ότι έκανε κάτι «ιερό», όμως έστω κι έτσι, ξερίζωνε. Ξερίζωνε χωρίς να 'χει φυτέψει πριν. Επισκέπτρια ήταν, τουρίστρια κι όχι το «αγαπημένο παιδί της φύσης». Ξένη. Εκείνος την ένιωθε τη χαρά της μα και την απόστασή της απ’ τα πράγματα, δεν θα τον ξεγελούσε ποτέ αλλά δεν την πείραζε, την άφηνε στο παιχνίδι της που σιγά-σιγά έγινε παιχνίδι και των δυο.

Τραχανάς λοιπόν. Θα 'ναι έτοιμος αμέσως και χωρίς πολλά-πολλά. Πόσο νόστιμο τον έκανε η γιαγιά! Βέβαια έβαζε και ντομάτα αν θυμάται καλά, κάπως σαν κοκκινισμένο τον είχε στο μυαλό της, και πολύ λαδερό. Αν δεν της πετύχει μάλλον δεν θα φταίει που δεν είχε ντομάτα, κάτι άλλο θα φταίει. Τι έφταιγε που η γιαγιά δεν τη συμπάθησε καθόλου απ΄ την αρχή?

Η γιαγιά. Πλατιά σαν πατρίδα και στρογγυλή σαν τις πίτες που 'φτιαχνε στα κάρβουνα. Αεικίνητη, με το σίγουρο περπάτημα του ανθρώπου που δεν ντράπηκε ποτέ για τη δουλειά που κάνει, έσερνε πίσω της μπερδεμένες όλες τις μυρωδιές της γης και γω δεν χόρταινα να τις ακολουθώ προσπαθώντας μάταια να τις ξεμπερδέψω. Μας ένωναν μόνο οι απογευματινές σαπουνόπερες αλλά ούτε κι εκεί κατά βάθος ταίριαζα, καθόμουν βέβαια και της έκανα παρέα όταν εσύ όλο και κάποιον ξάδερφο είχες να χαιρετήσεις «στο καφενείο που πηγαίνουν ακόμα μόνο άντρες», όμως πιο πολύ χάζευα με το ένα μάτι κολλημένο στο τζάκι. Ο χορός της φωτιάς μου φαινόταν πολύ πιο συναρπαστικός από την παράλογη δράση στην οθόνη και μερικές φορές άθελά μου κάγχαζα όταν εκείνη μισο-αστεία μισο-σοβαρά συμμετείχε στο δράμα.

Φραπ! που βρέθηκαν κουνούπια Νοέμβρη μήνα! Ακόμα και κει πάνω είχε μύγες, πρώτη φορά. Έτριψε τον τσιμπημένο της αγκώνα κι έβαλε νερό να βράσει. Και μέχρι να κοχλάσει το νερό θυμήθηκε το ξερό ποτάμι και τη μυλόπετρα που 'στεκε μουγκή κάτω απ’ τον θεόρατο πλάτανο. Με τη δύναμη της φαντασίας έβαλε και κείνη την περίπλοκη ξύλινη κατασκευή που είχε ξεχάσει τ' όνομά της, να γυρίζει κάτω απ’ το ορμητικό νερό και να χτυπά με σαματά τις βελέντζες. Ήθελε πολλή φαντασία για να καταφέρει κάτι τέτοιο, το νερό το τραβούσαν εδώ και χρόνια στο χωριό, στο ποτάμι απέμενε μισογκρεμισμένη η άχρηστη γέφυρα. Όμως ήταν όμορφα, πολύ όμορφα, -δεν θα 'λεγε με τίποτα: θαύμα!-, δίπλα στο αλλοτινό ποτάμι.





Έριξε τον τραχανά στην κατσαρόλα και το τσιρτσίρισμα της έφερε στο μυαλό τα κόκκινα φύλλα που τριζοβολούσαν κάτω απ΄ τα πόδια της. Περπατούσαν για ώρα κατά μήκος μιας παραδόξως ακόμα γερής και στη θέση της πέτρινης μάντρας που έκλεινε ένα παρατημένο μοναστήρι: του Άβελ και της Ζωοδόχου Πηγής. Πρώτη φορά έβλεπε μονή αφιερωμένη στον Άβελ, κι όσο για τη Ζωοδόχο Πηγή, αυτή είχε καθαρά αλλάξει τόπο διαμονής. «Κι αν αφιέρωναν το μοναστήρι στον Κάιν?», γύρισα και σε κοίταξα, γέλασες. Ήταν όμως μια προσωπικότητα που από παιδί «θαύμαζα», ναι, θαύμαζα, και λυπόμουν μαζί. Τώρα σ’έναν τέτοιο έρημο τόπο ο Κάιν θα μπορούσε να μείνει, δεν θα χρώσταγε χάρη σε κανέναν. Τη στιγμή ακριβώς που μνημόνευσε τον Κάιν -ή ήταν σύμπτωση?-, ο τραχανάς άρχισε να κοχλάζει. Για την ακρίβεια ο τραχανάς κόχλαζε κι η κατσαρόλα χοροπήδαγε. Έσκυψε απορημένη από πάνω του και μισάνοιξε το σκέπασμα όμως τότε ο θόρυβος έγινε εκκωφαντικός κι η πλάκα της κουζίνας γέμισε πιτσιλιές. Σαν κουτσουλιές της φάνηκαν, ξανάβαλε το καπάκι και κράτησε κάποια απόσταση για να μπορεί να ελέγχει το φαινόμενο αν υπήρχε ανάγκη.

Ο τραχανάς συνέχιζε να κοχλάζει, υπόκωφα, σταθερά σα να ετοίμαζε κάποια σπουδαία έκρηξη που θα συγκλόνιζε την κουζίνα και τον κόσμο. Η γάτα εμφανίστηκε από τη ντουλάπα γεμάτη ένταση. Η παράξενη μουσική συνεχίστηκε ακόμα κι όταν χαμήλωσε τη φωτιά. Έπεσε ένα τόνο πιο χαμηλά βέβαια αλλά εξακολουθούσε. Στο τέλος πήρε την κατσαρόλα απ’ το μάτι και τη μισοξεσκέπασε. Ο τραχανάς είχε βράσει, μύριζε ξινά -φυσικά-, κι είχε γίνει ένα κιτρινόλευκο σώμα. Πάνω εκεί άνοιγαν με κάθε παφ! μικροί κρατήρες που ενώ δεν βρίσκονταν πάνω από τέσσερεις πόντους απ΄ τον πάτο της κατσαρόλας, φαίνονταν να έχουν τεράστιο βάθος, στην μέση απ’ τον καθένα κοιτούσε σοβαρό κι από ένα μεγάλο μαύρο μάτι. Το θέαμα ήταν αλλόκοτο και γοητευτικό, ξεσκέπασε λοιπόν εντελώς την κατσαρόλα κι έσκυψε από πάνω, κι ας καιγόταν πότε-πότε. Ήθελε να κάνει επίσκεψη σ’ αυτόν τον άγνωστο πλανήτη, της φαινόταν μάλιστα πως αν συγκεντρωνόταν και πλησίαζε αρκετά ίσως και να διέκρινε μες απ’ τους κρατήρες χαμένα πρόσωπα ή δρόμους, εκείνον, τη γιαγιά, ακόμα και τον Κάιν τον ίδιο, όχι πως τον είχε γνωρίσει ποτέ. Όμως τίποτα, απότομα όπως είχε αρχίσει έπαψε ο χρησμός. Ηρέμησε η ανατριχιασμένη επιφάνεια του τραχανά, έπαψε κι ο θόρυβος. Ησυχία.

Ποτέ δεν είχε ησυχία στο δάσος όταν έψαχναν για μανιτάρια. Άνοιγαν δρόμο μες απ’ τα ξερά κλαριά που γατζώνονταν απελπισμένα απ΄ τα μανίκια τους και τσάκιζαν με διαδοχικές εκπυρσοκροτήσεις όταν ξέμεναν πίσω. Κοίταζαν κάτω απ’ τα πεύκα για τα 'καλά', όχι τα δηλητηριασμένα κόκκινα που σου τραβάνε το βλέμμα: «φάε με! φάε με! θα στα μάθω όλα, ακόμα κι αυτά που δεν θέλεις να ξέρεις», ή τα πλακουτσωτά λευκά που αν τα σπάσεις στη μέση βγάζουν μια μυρωδιά πτώματος που σου μένει στα δάχτυλα για καιρό. Είχε μέρες όμως να βρέξει και δεν βρήκαν κανένα.

Ο τραχανάς στο βαθύ πιάτο δεν είχε τίποτα από τον παλιό τρομακτικό εαυτό του. Είχε παραβράσει δυστυχώς, κείτονταν σα μια μάζα νωθρή, το κουτάλι χωμένο για τα καλά στο πλευρό του δεν του 'κανε και μεγάλη ζημιά. Δεν ήταν δυνατό να το φάει αυτό το πράγμα, πριν της είχε φανεί πως λίγο ήθελε και θα της μιλούσε, ήταν ζωντανό και θα χοροπήδαγε δεξιά κι αριστερά στο στομάχι της γιατί δεν το είχε σκοτώσει εντελώς. Έκανε μια μικρή λιμνούλα στο κέντρο αλλά δεν είχε μείνει καθόλου ζουμί, όλο το 'χε πιεί.

Η ξηρασία χτυπούσε κι εδώ, είχαν τραβηχτεί τα νερά της όχθης και φάνηκε μια παλιά βυθισμένη βάρκα, όλη κάτω από ένα παλτό από λάσπη. Παντού ξεφύτρωναν κοχύλια, ξερά φύκια και κομμάτια ασπρισμένο ξύλο του παλιού βυθού. Πήρες στα χέρια ένα μεγαλούτσικο κομμάτι και είπες: «αυτό είναι καλό για σκάλισμα». Μετά σηκώθηκες και μπήκες στο σπίτι, πάντα με το ξύλο στα χέρια. Έκλεισες πίσω σου την πόρτα της κουζίνας κι ο απογευματινός ήλιος, ευτυχώς αδυνατισμένος και στα τελευταία του καθρεφτίστηκε για μια στιγμή στο τζάμι.

Εσείς εκεί κάτω ζεσταινόσασταν και μεις πνιγόμασταν, το νερό που τόσο χρειαζόσασταν προσπερνούσε με μανία τα φραγμένα λούκια τραβώντας για τη θάλασσα. Σκέφτηκα πως και στα δυο μέρη θα μπορούσε να μείνει ο Κάιν και να 'ναι δίκαια δυστυχισμένος.

(*) aprite bune: καλό ξημέρωμα (στα βλάχικα)

2002/2008



more...