Sunday, February 24, 2008

H χαμένη μέρα

(από deplaced ή αστικός πόνος 17/20)


Από τη μισάνοιχτη πόρτα είδε τη γυναικούλα που στεκόταν στον διάδρομο μπροστά στο γραφείο της προϊσταμένης. Την ίδια την προϊσταμένη δεν την έβλεπε, του την έκρυβε μια μεταλλική ντουλάπα αλλά μπορούσε να φανταστεί το γουρουνίσιο πρόσωπό της να σουφρώνει ολόκληρο καθώς ύψωνε τη φωνή: «όχι κυρία μου, κάνετε λάθος, εδώ στα χαρτιά μου τo 'χω γραμμένο καθαρά: ο άντρας σας έμεινε στη μονάδα μας από τις 15/4 ως τις 29/4 και μετά ξανά από την 1/5 ως τις 5/5, αυτές τις πέντε μέρες με αποκλειστική», όμως η γυναικούλα δε φαινόταν να πείθεται: «κι εγώ σας λέω πως έμεινε συνέχεια εδώ, μετά την εγχείριση την παραμονή της Πρωτομαγιάς ξανά εδώ τον φέρανε και δεν πήγε πουθενά αλλού, πως θα μπορούσε άλλωστε? Την αποκλειστική την είχε συνεχώς από τις 29 μέχρι…το τέλος», εκεί κόμπιασε λιγάκι κι η φωνή της έπεσε κι άλλο.

Του Θανάση του έκανε εντύπωση που δεν τη θυμόταν καθόλου κι ας είχε μπει η θεία του στο νοσοκομείο την ίδια μέρα με τον άντρα της. Η μονάδα ήταν όλη κι όλη ένας διάδρομος με έξι δωμάτια δεξιά κι αριστερά, δε μπορεί, κάπου θα την είχε πάρει το μάτι του όλες αυτές τις μέρες αλλά και πάλι έτσι ζαρωμένη που ήταν σα νa 'χε μπει στο πλύσιμο, με άχρωμα μαλλιά και ρούχα ποιος ξέρει…Έκλειναν πια κοντά μήνα και τα ρουφηγμένα μάγουλα της θείας του, του μοναδικού του συγγενή στη ζωή, ήταν το τελευταίο πράγμα που 'βλεπε κάθε μέρα όταν ερχόταν στο νοσοκομείο μετά τη δουλειά.

Πίσω η γυναίκα συνέχιζε να διαμαρτύρεται με διστακτική φωνή που ξανακέρδιζε σιγά-σιγά σε ένταση: «δεν καταλαβαίνετε, δεν είναι δυνατόν να μην το έχετε στα χαρτιά σας, σας λέω εδώ τον φέρανε μετά την εγχείριση και ήταν χάλια, που θα πήγαινε?», όμως η προϊσταμένη θα κουνούσε αρνητικά το κεφάλι της: «δεν υπάρχει στην κατάστασή μου, και σημασία έχει ό,τι γράφεται εδώ, δείτε και μόνη σας», η γυναίκα θα 'σκυβε κι ο Θανάσης δε χρειαζόταν να κοπιάσει για να το φανταστεί αυτό, ήξερε καλά τη μπερδεμένη κατάσταση της προϊσταμένης, ο διάβολος ο ίδιος δε θα 'βγαζε άκρη εκεί μέσα.

«Ναι, βλέπω», έλεγε τώρα η γυναίκα ξανά, «όμως ξέρετε καλά πως ήταν συνέχεια εδώ 6 μέρες ακριβώς από τις 29 μέχρι που…», «εσείς μπορεί να το λέτε αυτό αλλά εγώ στα χαρτιά μου έχω άλλα και βέβαια το καταλαβαίνετε, δε μπορώ να σας δικαιολογήσω παρά τις πέντε μέρες της αποκλειστικής», η μέχρι τώρα αποστασιοποιημένη φωνή της προϊσταμένης άρχιζε να προδίδει κάποιον εκνευρισμό.

Ο Θανάσης άκουσε τον αναστεναγμό της γυναίκας σχεδόν δίπλα του, του φάνηκε πως εκείνη ξεφύσηξε στ’ αυτί του, και γύρισε. Φως φανάρι της γυναικούλας της είχανε φάει μια ολόκληρη μέρα και βέβαια φωναχτά δε θα μπορούσε κανείς να το παραδεχτεί πως κάπου κάποιος είχε κάνει ένα λάθος. Κι από τέτοια και χειρότερα λάθη άλλο τίποτα….Ξαναγύρισε τη ματιά του στην διακαλωδιωμένη θεία του που μόλις και ανάσαινε μετά από τρεις αποτυχημένες διαγνώσεις. Οι τελευταίοι μήνες ήταν αρκετοί για να δυσκολεύεται ο Θανάσης να κάνει την ταύτιση ανάμεσα στη θεία του όπως την ήξερε και στο ανήμπορο πλάσμα που βρισκόταν μπροστά του. Και πιο πολύ αυτός ο τελευταίος μήνας, φοβερός στη διάρκειά του, στην ακινησία του, είχε δώσει τη χαριστική βολή στην παλιά εικόνα που ο Θανάσης νόμιζε πως διατηρούσε κάπου βαθιά μέσα του, προστατευμένη, αμετάβλητη: τώρα πια δεν ήταν σίγουρος όχι μόνο αν αναγνώριζε αλλά κι αν μπορούσε να θυμηθεί τη θεία του, το μοναδικό του συγγενή στον κόσμο, όπως ήταν πριν αρρωστήσει.

Η σκέψη αυτή τον ενοχλούσε όλο και περισσότερο όμως περιέργως δεν του μεγάλωνε τη θλίψη. Από τότε που τη θεία την είχανε μεταφέρει στο μοναδικό μονόκλινο της μονάδας λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής της, ο Θανάσης έβρισκε την σκέψη εκεί να τον περιμένει κάθε απόγευμα την ίδια ώρα λες και είχε γεννηθεί στο στενάχωρο δωμάτιο κι όχι στο κεφάλι του. Η αλήθεια είναι πως τον πρώτο καιρό η συμβίωση της θείας του με άλλες τρεις ασθενείς τον είχε εμποδίσει να εστιάσει την προσοχή του στη σταδιακή επιδείνωσή της. Τότε ακόμα κατάφερνε κι έτρωγε λιγάκι, έπαιζε διαρκώς η τηλεόραση, οι συγγενείς των αλλωνών έμεναν κι αφού τελείωνε το επισκεπτήριο και σχολίαζαν με πάθος τα διαδραματιζόμενα. Τώρα όμως όλα είχαν τελειώσει, από τη μισάνοιχτη πόρτα μόλις κι ένιωθε την κίνηση του διαδρόμου και του απέναντι δωματίου. Όλα έφταναν στ’ αυτιά του σαν πνιγμένα με το βαμβάκι.

Κάπως έτσι ένιωθε και τη ζωή του, καπακωμένη. Γύριζε το βράδυ σ’ ένα έρημο σπίτι και μπορούσε μόλις να ελπίζει σε μια από τα ίδια την επόμενη. Το μόνο που 'χε δώσει λίγη «δράση» στην τελματωμένη του καθημερινότητα ήταν το σπάσιμο ενός σωλήνα του νερού ακριβώς μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας του.

Γύριζε λοιπόν πάνω που 'χαν ανάψει στο δρόμο τα φώτα και τον καλωσόριζε το μουρμουρητό του νερού που ξεχυνόταν με αμείωτη ένταση σαν πίδακας και χανόταν στο πεζοδρόμιο. Τις δυο πρώτες μέρες είχαν τηλεφωνήσει στην υπηρεσία, στα κανάλια κι όπου ήταν δυνατό, όμως τίποτα δεν είχε γίνει. Είχε βγει στη σκάλα κι ο ένοικος του ημιυπογείου που από κάτω του φαίνεται να 'χε σπάσει ο αγωγός, και τραβούσε τα μαλλιά του. Ήταν συνταξιούχος καθηγητής της Αστρονομίας, έλεγε, πανεπιστημιακός, στο υπόγειο ορκιζόταν πως είχε ένα σωρό παλιά συγγράμματα και σπάνια βιβλία που θα καταστρέφονταν από την υγρασία αν το πράγμα συνεχιζόταν. Του Θανάση πάντα του ήταν αόριστα συμπαθής ο γέρος αλλά για να λέμε την αλήθεια ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν του είχε γεμίσει το μάτι. Τώρα άρχισε να τον βλέπει αλλιώς. Ο ίδιος έμενε ακριβώς από πάνω στο υπερυψωμένο ισόγειο, το νερό τον νανούριζε ευχάριστα.

Ωστόσο ήταν κι η σπατάλη. Την πέμπτη μέρα τον έπιασε στο μπλα-μπλα το πρωί που πήγαινε στη δουλειά ο παππούς και δεν τον άφηνε με τίποτα. Τι σπατάλη φυσικών πόρων ενώ πιο πέρα κόσμος χάνεται από την ξηρασία, ξέχωρα από την δική του την προσωπική καταστροφή, δεν του κοπάνησε! Εκείνο το βράδυ γυρίζοντας από το νοσοκομείο, πάντα με πεσμένο το ηθικό, ο Θανάσης σχεδόν θύμωσε βρίσκοντας το νερό να ξεχύνεται χωρίς σταματημό στο δρόμο. Κοντοστάθηκε για λίγο με σκοτεινιασμένο βλέμμα όμως ήταν αρκετό για να τον τσιμπήσει πάλι ο παππούς που παραμόνευε πίσω απ’ τα κατεβασμένα στόρια. Του 'χε καρφωθεί πως μπορεί να 'στελνε η υπηρεσία τα συνεργεία της έτσι ξαφνικά μες στη νύχτα και δεν του κόλλαγε ύπνος.

Στάθηκαν λοιπόν κι οι δυο χωρίς να βιάζονται, ο συνταξιούχος που 'χε όλον τον καιρό δικό του κι ο ενεργός ακόμα εργαζόμενος που δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει και κουβέντιαζαν, στο τέλος ανέβηκε ο παππούς και κάθισαν μαζί στη σκάλα. Η νύχτα ήταν γλυκιά, μες στην ησυχία όταν δεν μιλούσαν μόνο το νερό φλυαρούσε κουτρουβαλιάζοντας βιαστικά στο πουθενά.

Έβγαινε πως ήδη κάποια συγγράμματα και βιβλία την είχαν πληρώσει και πως «αν το πράγμα συνεχιζόταν» θα μούχλιαζαν και τα υπόλοιπα. «Έλεγα να τα χαρίσω στην Ακαδημία Επιστημών, μερικά είναι πολύ αξιόλογα, αλλά δυστυχώς δεν εκδήλωσαν ενδιαφέρον. Για την ακρίβεια, στην αρχή εκδήλωσαν ενδιαφέρον, μάλιστα ήταν σχεδόν ενθουσιασμένοι θα μπορούσε να πει κανείς αλλά τελικά, βλέπετε, ακόμα περιμένω…». Ο Θανάσης κουνούσε το κεφάλι του και δεν έβρισκε τίποτα να πει όμως το ίδιο βράδυ τα είδε τα βιβλία του παππού στον ύπνο του. Στοίβες ολόκληρες μέχρι το ταβάνι που για υπόγειο είχε γίνει απίστευτα ψηλό, και πάνω σε καθένα μικρές και μεγάλες πιτσιλιές χνουδωτής μούχλας. Τότε μια φριχτή απελπισία τον έπιασε, πως τάχα μέσα σε κείνα τα βιβλία που καταστρέφονταν στιγμή με τη στιγμή, κρυβόταν ένα τρομερό μυστικό. Όποιος το έβρισκε θα κέρδιζε τη απάντηση…ποιος ξέρει για ποιο πράγμα τώρα, στο όνειρο δεν ήταν ακριβώς καθαρό τι σόι μυστικό ήταν αυτό πάντως τον κυρίευσε μεγάλη μανία και βουτώντας στα βιβλία άρχισε με τρεμάμενα χέρια να τ’ ανοίγει και να πασχίζει να καταλάβει το νόημα των σελίδων τους. Όμως κάτω απ’ τα μάτια του προχωρώντας η μούχλα με γοργό ρυθμό έσβηνε τα γράμματα, έτρωγε τις σελίδες. Ξύπνησε αγκομαχώντας με ένα απέραντο αίσθημα ματαίωσης, σα να 'χε μόλις χάσει για πάντα κάτι απ’ το οποίο κρεμόταν η σωτηρία της ανθρωπότητας.

Εκείνο το πρωί στη δουλειά ήταν αφηρημένος κι όλα του έφταιγαν μα είχε ξεχάσει εντελώς τον εφιάλτη του. Το απόγευμα στο νοσοκομείο του φάνηκε πως η θεία του κάπως σα να πήγαινε καλύτερα. Την κοίταζε πολλή ώρα και στο τέλος νόμισε πως άνοιξε τα μάτια και του 'γνεψε μάλιστα αδύναμα με το κεφάλι, όταν όμως έσκυψε με προσμονή από πάνω της τη βρήκε όσο ασάλευτη ήταν όλο τον τελευταίο καιρό.

Αργότερα το βράδυ ήρθε η γυναικούλα. Το 'χε μάλλον πάρει απόφαση πως δεν ήταν δυνατόν να τα βάλει με την προϊσταμένη. Μουρμούρισε λοιπόν έτσι για τους τύπους κι έφυγε αναστενάζοντας. Τον αναστεναγμό της ο Θανάσης τον κουβάλησε μαζί του σπίτι. Τον είχε συνέχεια στ’ αυτιά του γυρίζοντας, τόσο που του πέρασε από το μυαλό πως δεν ήταν τα χαμένα λεφτά που την πόναγαν τη γυναίκα αλλά που της είχανε κλέψει με τέτοιο παράλογο τρόπο τη μια από τις τελευταίες έξι μέρες του μακαρίτη.

Μπροστά στην είσοδο το νερό κυλούσε πάντα αλλά κάπως σα να 'χε ελαττώσει τη ροή του. Ο Θανάσης μόλις που του 'ριξε μια ματιά. Πήγαιναν κιόλας έξι μέρες, -«για κοίτα!» του 'ρθε στο μυαλό, «όσες πέρασε στο νοσοκομείο ο μακαρίτης», όμως δεν προβληματίστηκε περισσότερο με τη σύμπτωση.

2003/2008

more...

Monday, February 18, 2008

Saturday, February 16, 2008

Αλβανός (;) και γουρούνι

(από deplaced ή αστικός πόνος 16/20)



Θα 'βρεχε; Ο καιρός φαινόταν να φτιάχνει, μόνο κάτι μακρινά σύννεφα αλήτευαν στο βάθος της δύσης στο λιμάνι του Πειραιά αναμαλλιάζοντας παιχνιδιάρικα το φωτεινό μέτωπο του ουρανού. Ο κόσμος αναθαρρημένος από τη βελτίωση κυκλοφορούσε κάπως πιο χαλαρά.

Έξω από το "King M." που πυρετώδικα τοιμαζόταν να γυρίσει στην Κρήτη συνωστίζονταν φορτηγά, επιβατικά και άνθρωποι. Τελικά όχι μόνο. Στην κορφή μιας νταλίκας φορτωμένης με άδεια καφάσια εμφανίστηκε θλιβερά δεμένο απ' το λαιμό ένα γουρούνι. Στην αρχή δε μπορούσε κανείς να πει από που ξεφύτρωσε σ' αυτό το ύψος. Σε μια δεύτερη ανάγνωση του τοπίου όμως, ανακάλυπτε αυτός που θα νοιαζόταν την είσοδό του στη σκηνή.

Το 'χαν φαίνεται ασφαλίσει το ζώο κάτω από μια τάβλα με τρύπες ανάμεσα στα καφάσια, υπολογίζοντας -κακά- πως εκείνο δε θα κατάφερνε να ελευθερωθεί απ' την άβολη και σκοτεινή φυλακή του. Τώρα το γουρούνι βολτάριζε σκοντάφτοντας σε κάθε του τριπόδισμα ανάμεσα στις πτυχές των καφασιών, σε ακτίνα δράσης όση του επέτρεπε το στενόχωρο σκοινί που του 'κοβε την ανάσα, αφήνοντας μόνο κάτι παραπονιάρικες στριγκές κραυγές υψίστης απελπισίας.

Είναι απίστευτο πόσο λίγα ξέρουν οι άνθρωποι της πόλης για ένα γουρούνι. Εικόνα γνώριμη μόνο κάτω απ' τη συγκεκριμένη οπτική ενός πλούσιου πιάτου με μπριζόλες που αστράφτουν απ' το ζεστό λίπος σ' ένα εύθυμο τραπέζι, βρίσκεται έτη φωτός μακριά από τη ζώσα σάρκινη πραγματικότητα. Από την άλλη, ένα γουρούνι δεν είναι με κανένα τρόπο pet. Εκείνη τη μισοπαραπλανητική-μισοαστεία γελοιογραφία ενός γουρουνιού πάντα σε comics -και πιο πρόσφατα σε ταινία-, αφήστε τη καλύτερα στη θέση της. Διαιωνίζει μόνο την παρεξήγηση. Ένα γουρούνι δεν είναι ποτέ τόσο χαριτωμένο όσο το παρουσιάζουν οι εκπομπές κινουμένων σχεδίων. Έχει μάλλον πανικόβλητο και κουτό ύφος κι όσο για τους ήχους που βγάζει, αυτοί κι αν είναι ενοχλητικοί.

Φανταστείτε τέλος αυτόν τον λιπαρό ροζ τρίχινο όγκο με τον πανικό στο βλέμμα να μπουρδουκλώνεται συνεχώς βγάζοντας σπαραχτικές άναρθρες κραυγές, τέσσερα μέτρα πάνω απ' το στέρεο έδαφος, ή αν προτιμάτε τέσσερα μέτρα κάτω απ' το βλέμμα επιβάτη που αρχίζει να βαριέται. Σκαρφαλωμένος στο προτελευταίο κατάστρωμα χαζεύει αφηρημένος την κίνηση του λιμανιού και τα διαφορετικά συμβάντα που την περιγράφουν.

Σκέφτεται αρχικά ο επιβάτης κάτι θετικό για το γουρούνι; Μάλλον όχι. Υπάρχει εκεί μόνο σαν κινούμενη εικόνα, πηγή περιορισμένου άγχους (θα πέσει ή δε θα πέσει από την κορυφογραμμή των καφασιών;), και θορύβου. Σ' ένα επόμενο στάδιο μπορεί κάποιος και ν' αναρωτηθεί: θα προλάβει ο οδηγός της νταλίκας που όπου νάναι αναγκαστικά θα κάνει την εμφάνιση του, να ξανατοποθετήσει το ζώο στην αρχική "ασφαλή" (κυρίως για τα νεύρα του επιβάτη) θέση; η μήπως μέσα στη γενική φασαρία και βιασύνη το "ατύχημα" δε θα γίνει ούτε καν αντιληπτό;

Το γουρούνι στο μεταξύ θα κάνει νομοτελειακά τα μοιραία βήματα και θα βρεθεί απαγχονισμένο στην κλασσική στάση πίσω από τα τελευταία καφάσια που τοποθετημένα σε κλιμακωτό σχηματισμό υποχωρώντας προς τα κάτω το κρύβουν στην πρώτη οπτική επαφή. Βρέθηκε σ' αυτή την παράδοξη τελική θέση κατρακυλώντας σχεδόν σε αργή κίνηση, (πόντο-πόντο τεντώθηκε το σκοινί που του σφίγγει το λαιμό), τώρα πνίγεται κι οι φωνές του όλο κι αραιώνουν.

Ο επιβάτης παρακολουθεί το δράμα ανίκανος να επέμβει, δεν έχει καμιά υποχρέωση άλλωστε ν' ανακατευτεί σε κάτι τέτοιο. Τα λίγα μέτρα που χωρίζουν τις δυο διαφορετικές φάσεις, -εκείνη του παρατηρητή από την άλλη του παρατηρούμενου-, τεντώνουν και γίνονται ολόκληρα ναυτικά μίλια. Ο απαγχονισμός του ζώου λοιπόν συντελείται σε μιαν άλλη σφαίρα, αφορά μιαν άλλη πραγματικότητα σχεδόν εξωπλανητική, και αντιμετωπίζεται με την ίδια πάντα υποχρεωτική, ένοχη στο βάθος της και μουδιασμένη, αδιαφορία.

Στο μεταξύ στο πλοίο φτάνει μια άλλη νταλίκα, πολύ πιο μακριά κι επιβλητική αυτή. Στην τεράστια ουρά της κουβαλά το αρχινισμένο σκαρί ενός σκάφους γερμένου στη μια του μπάντα και δεμένου από παντού με λεπτά σκοινιά απαράλλαχτα όπως ο Γκιούλιβερ απ' τους Λιλιπούτειους.

Ο επιβάτης του πλοίου έχει τώρα την ευκαιρία να θαυμάσει πως μέσα σ' όλον αυτόν τον αλαλαγμό κοιμάται αμέριμνα και σαν πεθαμένος ένας Αλβανός(;) στην κοιλιά του κήτους. Ζαρωμένος στην πλευρά του σκάφους που 'ναι σχεδόν στον αέρα ο ανθρωπάκος, λιγνός κι εκτός κλίμακας, έχει στριμωγμένο λοξά το κεφάλι του ακολουθώντας απόλυτα την κλίση του σκάφους. Κοιμάται υπό γωνία τόσο βαθιά που κάποιος φωνάζει εύθυμα από το πλοίο: "πάρτε το πτώμα!", προκαλώντας τα χάχανα και ένα κύμα τεντωμένων δεικτών προς το θέαμα, αυξάνοντας την εντροπία της γενικής ταραχής και ξυπνώντας το ενδιαφέρον των λιμενικών που πάντα σε στέρεο έδαφος παρακολουθούν τα τεκταινόμενα, ανίκανοι να εκτιμήσουν όσα ξετυλίγονται σε επίπεδο ψηλότερο από το δικό τους.

Τελικά υπό το βλέμμα και το γέλιο του χαρούμενου πλήθους κατεβάζεται ο νεαρός Αλβανός(;) από το σκαρί. Ξύπνησε απότομα, καλά-καλά δεν πρόλαβε να τρίψει τα μάτια του, νομίζει πως βρέθηκε στ' όνειρό του πάνω σε τούτη δω τη φωνακλάδικη προβλήτα, μπροστά στο στόμα του πλοίου που κατάπιε ήδη το προσωρινό του κατάλυμα, και κάτω από τα βάναυσα χέρια του αρχιλιμενικού που τον τραντάζει κρατώντας τον γερά από το γιακά, λες και μια καθολικά αποδεκτή εξήγηση για την "ανάρμοστη" παρουσία του εκεί θα 'ταν δυνατό να ξεπηδήσει μ' αυτό το τρόπο αβίαστα απ' το κουρελιασμένο του πουκάμισο. Φυσικά και κάτι ψελλίζει, κάπως δικαιολογείται(;), όμως ο αρχιλιμενικός απρόσβλητος μέσα στη χιονάτη λάμψη που αναδύουν τα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα του, δεν ακούει, δεν πείθεται, δεν καταλαβαίνει. Κρατώντας τον πάντα απ' το γιακά με απειλητικό τρόπο τον διαμετακομίζει, λιγνό, φτενό και σαν πρόωρα γερασμένο, σα να 'ταν κάποιο τσουβάλι δίχως νόμιμο αποστολέα ή παραλήπτη, στη διπλανή προβλήτα για περισσότερες(;) εξηγήσεις.

Ο επιβάτης παρακολουθεί με την άκρη του ματιού του τη βεβιασμένη κίνηση του Αλβανού(;) που βαδίζει χωρίς να βαδίζει, σα να πετά λίγα εκατοστά πάνω απ' το έδαφος κάτω απ' την επήρεια της ώθησης του αρχιλιμενικού που τον παρασύρει στο διάβα του. Παρακολουθεί φυσικά κι εδώ χωρίς να συμμετέχει ούτε καν μ' ένα εύθυμο σχόλιο όπως συνέβη πιο πριν, κι αυτό γιατί η σκηνή έχει χάσει πια κάθε γοητεία δράσης.

Όμοια με τον απαγχονισμό του γουρουνιού συντελέστηκε κι εδώ το αναμενόμενο. Ο κύκλος έκλεισε, κάπου στο βάθος χάνεται το άσπρο της στολής του αρχιλιμενικού και το ακαθόριστα βρώμικο γκρίζο του πουκάμισου του ξένου.

Αρχίζει να βρέχει. Χοντρές σταγόνες νερού σφυροκοπούν με μανία σχεδόν το λιμάνι. Ο επιβάτης αποτραβιέται στο στεγασμένο τμήμα του καταστρώματος και παρακολουθεί πάντα τα συμβάντα που ξετυλίγονται με αφορμή τώρα πια μόνο την ξαφνική νεροποντή. Επιταχύνεται η κίνηση, ανεβαίνει σ' ένα crescendo η οχλαγωγία και τα χρώματα χωνεύονται σ' ένα βαθύ γαλαζωπό γκρίζο που καταπίνει το τελευταίο φως του ήλιου πριν απ' τη δύση του. Κάπως σα να φούσκωσε το ταλαιπωρημένο πουκάμισο του Αλβανού(;) και να σκέπασε την πόλη.

1991/1999/2008

more...

Sunday, February 10, 2008

Feng Shui

(από deplaced ή αστικός πόνος 15/20)


Περίμεναν να τους φέρουν το κρεβάτι. Στο καινούργιο σπίτι που μύριζε ακόμη απ’ τις μπογιές άνοιξε τη μπαλκονόπορτα να μπει το τελευταίο φως. Ήρθε πίσω της όσο πιο σιγά μπορούσε αλλά τα βήματά του αντήχησαν εκκωφαντικά στο άδειο δωμάτιο. Την έπιασε απ’ τους ώμους καθώς στεκόταν παραιτημένη μπροστά στο απίστευτο θέαμα: «Σήμερα πάλι άπλωσε μόνο κάλτσες και χτες είχε απλώσει μόνο σώβρακα, πως στην οργή το καταφέρνει δεν ξέρω... πάει με τις μέρες φαίνεται...». Δεν του είπε πως προχτές είχε πλυθεί μια ολόκληρη σειρά λούτρινα παιχνίδια γιατί το 'χε βρει χαριτωμένο, -χόρευαν στον αέρα κούνελοι, ο γάτος Σιλβέστρος, μέχρι κι ένας τεράστιος αρκούδος-, και δεν θα μπορούσε να γκρινιάξει πειστικά και γι’ αυτό.

Εκείνον μάλλον δεν τον πείραζε το αλλόκοτο που παρουσίαζε αυτή η διπλή σειρά με τις σκούρες κάλτσες, -ξανά μόνο αντρικές-, που στριφογύριζε αγκαλιάζοντας τον ηλιακό θερμοσίφωνα στην ταράτσα πιάτο κάτω απ’ τα πόδια τους, μισογέλασε μα δεν έκανε κανένα σχόλιο. Στο σκοτάδι που κατέβαινε αργά γυάλιζε η επιφάνεια του θερμοσίφωνα σαν ένα τεράστιο μάτι που 'κλεινε με νάζι στον δυτικό ήλιο πίσω τους, κι οι κάλτσες χοροπήδαγαν με δική τους βούληση γιατί στο πεσμένο φως το σκοινί τους δε φαινόταν πουθενά.

Αναστέναξε και γύρισε το πρόσωπό της προς το μέρος του, και το δικό του πρόσωπο χωνευόταν αργά στο σκοτάδι. Δεν τους είχαν συνδέσει ακόμα το ηλεκτρικό. Την αγκάλιασε πιο σφιχτά κι έτριψε το αξύριστο μάγουλό του στο δικό της, το 'νιωθε πως ήταν ευτυχισμένος. Εκείνη την πείραζε που δεν είχαν θέα ή μάλλον που είχαν μια τόσο κακή θέα. «Δεν πρόκειται να μείνουμε για πάντα εδώ, εξάλλου στην κρεβατοκάμαρα δεν πειράζει αν δεν έχει θέα, το σπίτι είναι καινούργιο κι αυτό έχει σημασία», την καλόπιανε. Ασχολούνταν ερασιτεχνικά αλλά με πάθος με το feng shui και του 'φτανε που έμπαιναν πρώτοι νοικάρηδες, -το σπίτι είναι άγραφο χαρτί, άσε που έχει και καλό προσανατολισμό,- αυτό επειδή δεν έβλεπε καθόλου βορειοανατολικά.

«Βλακεία κάναμε που συμφωνήσαμε να φέρουν το κρεβάτι απόψε, έχουν ήδη αργήσει», τραβήχτηκε απ’ την αγκαλιά του και πήγε να βάλει τα τριαντάφυλλα σ’ έναν κουβά που σίγουρα κάπου θα 'χε αφήσει η γυναίκα που καθάριζε. Την ακολούθησε σα να 'ταν η σκιά της που χόρευε στο μισόφωτο. Βράδιαζε αργά ευτυχώς γιατί σιγά-σιγά έμπαιναν στο καλοκαίρι. Τα λουλούδια στα χέρια της έμοιαζαν ψεύτικα, φτιαγμένα από κάποιο συνθετικό υλικό είχαν ένα χρώμα ενδιάμεσο, ούτε λευκά ούτε κίτρινα ή ροζ, γενικά «παστέλ» θα το 'λεγε, εκείνης όμως της άρεσαν μόνο τα κόκκινα. «Δε μυρίζουν καθόλου» του είπε, λες κι έφταιγε αυτός προσωπικά. Μόνο τα κόκκινα είχαν πια μυρωδιά και πολύ βαριά μάλιστα, όλα τα υπόλοιπα σου 'φερναν στο νου λαχανικά που με την πρώτη μέρα έχουν κιόλας μαραθεί στο ψυγείο. Δεν την άκουσε γιατί είχε βγει στο μπροστινό μπαλκόνι και κοίταζε μήπως έρχονταν. Άφησε τα μπουκέτο στο νερό και κράτησε μόνο ένα μισάνοιχτο φουντωμένο μπουμπούκι μαζί της. Έπειτα βγήκε και στάθηκε δίπλα του. Ο δρόμος ήταν ήσυχος κι έπλεε μες το ηλεκτρικό φως. Απ’ τις περιποιημένες μεζονέτες ολόγυρα ερχόταν ένα πνιγμένο κύμα βραδινής δραστηριότητας.

«Πολύ ήσυχη γειτονιά», αποφάνθηκε, «θα περάσουμε μια χαρά εδώ, είναι βέβαια κάπως μακριά απ’ το κέντρο αλλά δε βαριέσαι, είναι σπουδαίο σπίτι. Ας είναι καλά ο θείος μου που το βρήκε γιατί κι η τιμή για καινούργιο σπίτι, δεν παίζεται». Γύρισε την πλάτη στο δρόμο και κοίταξε ίσια μέσα στο δωμάτιο του σαλονιού. Η θέα απ’ το παλιό της studio ζωντάνεψε ξαφνικά κάτω απ’ τη μύτη του αλλά που να το πάρει είδηση.
 
Στριφογύριζε ακόμη στα χέρια της το τριανταφυλλάκι όμως τώρα έσκυβε πάνω από μιαν άλλη κουπαστή. Απ’ το ποτάμι φύσαγε ένας νοτισμένος αέρας που της μπέρδευε τα μαλλιά και στο βάθος του ορίζοντα το βλέμμα της σταμάταγε μόνο στο δεκαώροφο μέτωπο απ’ τις εργατικές πολυκατοικίες που τα τζάμια τους έλαμπαν χρυσαφιά στο φως της δύσης πίσω της. Βούιζε η λεωφόρος στα πόδια της και σκέπαζε τη φασαρία απ’ τις μαούνες στο ποτάμι κι απέναντι στον υπερυψωμένο αυτοκινητόδρομο ταχείας κυκλοφορίας που την κίνησή του μόνο τη μάντευε πίσω απ’ το ηχοπέτασμα. Μία μετά την άλλη άναβαν οι διαφημίσεις των τσιγάρων στις ταράτσες. Απ’ το μπαλκόνι της μπορούσε να δει μέχρι κι ένα κομμάτι απ’ τις γραμμές του monorail που σ’ εκείνο το σημείο γλιστρούσε ανάμεσα σε ποτάμι και highway, πότε-πότε προλάβαινε την άκρη από κάποιο, -ασημένιο της φαινόταν- βαγόνι που έπαιρνε την στροφή όπως σε amusement park. Την άνοιξη χαιρόταν τις κερασιές, μια μακριά ροζ μονοκοντυλιά που αγωνιζόταν να επιβάλλει την παρουσία της σαν και πρώτα χωρίς να το καταφέρνει, στη σκιά απ’ το μπετόν του αυτοκινητόδρομου πάντα. Το καλοκαίρι το μπαλκόνι γινόταν το θεωρείο της, στην ποδιά της έσκαγαν τα πυροτεχνήματα στο ποτάμι και γιόρταζε μαζί της όλη η πόλη. Αλήθεια διασκέδαζε με το θέαμα που δεν έπαυε σχεδόν ποτέ, μόνο άλλαζε ένταση. Κάθε φορά που η ζωή της φαινόταν να χτυπά σε τοίχο, έβγαινε στο μπαλκόνι της κι η κίνηση ορμούσε καταπάνω της όλες τις ώρες και μ’ όλους τους φωτισμούς. Δε χρειαζόταν να έχει τηλεόραση, τη νανούριζε και την παρηγορούσε η αδιάσειστη βεβαιότητα πως η ζωή δεν σταματά ποτέ με ή χωρίς εμάς. Έπαιρνε λοιπόν βαθιές ανάσες απ’ τον επιβαρημένο αέρα που πάντως λόγω του ποταμιού μύριζε και λίγο θάλασσα πάνω κι απ’ τις εξατμίσεις των long vehicles, και σαν γνήσιο παιδί της πόλης έβρισκε ξανά κουράγιο και συνέχιζε. Συνέχιζε τι?

Είχε διακοπεί πια η ζωή στην πόλη της, είχε χάσει το studio και τη θέα. Είχε γυρίσει. Άλλαξε θέση κι έβλεπε πάλι τον δρόμο. Της έδωσε τσιγάρο μα δεν το πήρε, έπαιζε με το τριαντάφυλλο.

«Να πάμε να φάμε μετά σ’ εκείνη τη ταβέρνα στη γωνία, φαινόταν μια χαρά. Στάσου, θα πάρω και τους Θ., γαμώτο, που έβαλα το κινητό? Να δεις που θα το άφησα στ’ αμάξι, περίμενε λίγο, δυο λεπτά θα κάνω. Και σκέψου να 'χουν πάρει απ’ το μαγαζί πως δεν θα 'ρθουν λέει!». Και μ’ αυτό πετάχτηκε πάνω λες και κρεμόταν η ζωή του απ’ τη σβελτοσύνη του και δε μπόρεσε να μην θαυμάσει πόσο του ταίριαζε αυτό όπως και τα γένια των τριών ημερών κι ας την τσίμπαγαν. «Έτσι ήμουν κάποτε κι εγώ, δε στεκόμουν στιγμή», σκέφτηκε. Αφηρημένα γλίστρησε το δάχτυλό της στην καρδιά του λουλουδιού μέχρι που σχεδόν το άνοιξε στα δύο. Η μεταξένια αφή των πετάλων της θύμισε πως είχε αφήσει πίσω κάποιαν άλλη να χαίρεται τη θέα της, έστω και χωρίς αυτήν.

Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και ξεφύτρωνε πίσω της λαχανιασμένος. «Είχαν πάρει να πουν πως δεν μπορούν να παραδώσουν απόψε και θα 'ρθουν αύριο λέει, τζάμπα περιμέναμε! Πάω να κλείσω πίσω και φύγαμε. Α, πήρα και τους Θ., και βρήκα την Α., θα έρθουν λέει». Τον ακολούθησε στα τυφλά στο σκοτάδι που χυνόταν από παντού. Στο διάδρομο, γύρισε προς το μέρος της κι έκανε οχτάρια πάνω στα μάτια της με το φακό παιχνιδιάρικα περιμένοντας τις αντιδράσεις της. Δεν αντιστάθηκε, μόνο έδειξε αόριστα με το τριαντάφυλλο τους τοίχους όταν είχαν μπει στο δωμάτιο: «Εκεί να βάλουμε το έργο της R. Στο 'χω δείξει, δεν στο 'χω δείξει?». Ήταν το μόνο πράγμα που 'χε απ’ τη R., όλο κι όλο μια γυναικεία πλάτη έτοιμη να προχωρήσει και να χαθεί σ’ ένα ασπρόμαυρο βάθος με κόκκινα ίχνη, μπορεί και πλατείας. Θύμιζε πολύ de Chirico.

Έκλεισε προσεκτικά και μετά την τράβηξε πάνω του ενώ πήγαιναν προς τη σκάλα. «Αφού το ξέρεις πως δε γίνεται να βάλουμε έναν τέτοιο πίνακα στην κρεβατοκάμαρα. Σοβαρά τώρα ... μια γυρισμένη πλάτη? πως θα 'νιωθες να το βλέπεις πρωί και βράδυ? Έχει κακή «ενέργεια», πίστεψέ με. Στην κρεβατοκάμαρα ειδικά, για να μη σου πω και παντού, μόνο «θετικά» θέματα. Να 'ταν τουλάχιστον μια γυναίκα που έρχεται, καταλαβαίνεις τι εννοώ ... αλλά που φεύγει? ποτέ!». Της τα 'λεγε έτσι όπως μιλάνε σ’ ένα ξεροκέφαλο παιδί όσοι ξέρουν καλύτερα. Στη σταθερότητα της φωνής του δε μπορούσε ποτέ να αντιπαρατεθεί, νικούσε πάντα.

Ήταν στ’ αμάξι πια όταν θυμήθηκε πως είχε ξεχάσει τα τριαντάφυλλα. «Τα παίρνουμε αύριο, δε χάθηκε ο κόσμος». Και μετά, σα να του 'χε έρθει η πιο καταπληκτική ιδέα στον κόσμο: «΄Οσο για τη θέα που λες, θα κρεμάσουμε έξω από δυο καθρεφτάκια σαν παραστάδες δεξιά κι αριστερά, κι έτσι δεν θα μπορεί να μας πιάσει τίποτα, ούτε οι κάλτσες, ούτε τα σώβρακα, ούτε αυτός ο αναθεματισμένος ο ηλιακός, που έχεις δίκιο τελικά, σα μάτι που μας κατασκοπεύει είναι». Και γέλασε ευχαριστημένος μόνος του.

Έβαλε ξανά το δάχτυλο στην τρυφερή καρδιά του λουλουδιού κι αυτή τη φορά το 'σκισε ως κάτω.

1999/2008

more...

Saturday, February 2, 2008

Εικόνες από μια –Multimedia- Έκθεση

(από deplaced ή αστικός πόνος 14/20)

ΕΞΟΜΟΙΩΤΗΣ

Τη είναι εικονικη πραγματικοτητα.
Συνδυαζει κινηση.εικονα.ηχο. δινοντας ετσι την εντυπωση της πραγματι/τας.
Ειναι για ολες της ηλικιες.
ΔΕΝ ΖΑΛΙΖΕΙ
Ζηστε μια ξεχοριστη εμπειρια.
Είναι τελειος ακινδυνο.

(Πανηγύρι Τεγέας, Αύγουστος 1999)

Από μακριά ο φωτισμένος χώρος της έκθεσης έτρεμε κάτω από διαδοχικά κύματα ήχου και νυχτερινή υγρασία σε διάφορα χρώματα. Καθώς πάρκαρε στη χωματένια αλάνα τον έφτασε ένα μεγάλο μπλε, τον τύλιξε, κι άρχισε να τον τραβά προς τα μέσα. «Καλό!», σκέφτηκε, σκέφτηκε? ένα μέρος του μυαλού του τουλάχιστον σκέφτηκε, ή προσπάθησε να σκεφτεί, που είναι σχεδόν το ίδιο γιατί είχε κάνει τα πάντα για να λειτουργεί με μειωμένη αντίληψη της «πραγματικότητας», a certain mind-numbing substance, a certain… τώρα ευτυχώς ο πόνος της στέρησης χανόταν στα βάθη του μυαλού του, σα να μην είχαν γνωριστεί ποτέ.

Τρεκλίζοντας ελαφρά και χαμογελώντας παρά τη θέλησή του, με τις γλώσσες υποδοχής να τον έχουν καταπιεί, -πότε πρόβαλλε έξω απ’αυτές μόνο κομμάτι από το ένα του χέρι και το ρολόϊ, πότε το ένα του παπούτσι ξέφευγε απ’ το αγκάλιασμα, και γινόταν ξανά, ας πούμε «συνηθισμένο»-, έτσι έφτασε πιο κοντά στη δράση –και στις πλάτες από καμιά εκατοστή ανθρώπων «σαν κι αυτόν»-, ρούχα «with an attitude», που άστραφταν κάτω από το φως των προβολέων, ρούχα «κανιβαλιστικά που 'χαν φάει τους ανθρώπους που τα είχαν φέρει εκεί», «σκέφτηκε» πάλι, αλλά δεν πρόκειται να ξαναχρησιμοποιήσω το ρήμα γιατί το αδικώ, δεν σκεφτόταν πια, ο θόρυβος κι ο ρυθμός του 'χαν πάρει το μυαλό, -κι αυτή είναι άλλη μια λέξη που δεν θα χρησιμοποιήσω επίσης, κι έτσι θα φτιάξω αυτήν την ιστορία επιβάλλοντας μια κάποια αυτολογοκρισία.

Μόλις όμως τον εγκατέλειψε το χρώμα υποδοχής μπροστά στην είσοδο, τεράστια σαν μάτι θυμωμένου Κύκλωπα, -«δεν έχουμε αρχίσει ακόμα, they’re rehearsing», ούρλιαξε στ’ αυτί του ο τύπος που έπαιρνε τις προσκλήσεις κι ήταν κι αυτός σαν το παπούτσι του προτήτερα «συνηθισμένος», γιατί δούλευε εκεί, «πως μπορεί άραγε να δουλεύει κάποιος εδώ?»-, κάτι βυθίστηκε μέσα του, κράτησε λίγο αλλά βυθίστηκε, αυτό δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Οπισθοχώρησε, ξανατρέκλισε, κανείς δε φαινόταν να το προσέχει.

Συνέβαινε ένα παράξενο πράγμα: ακόμα δεν είχε καταφέρει να δει κανενός το πρόσωπο, μόλις πλησίαζε κάποιον εκείνος γύριζε και του 'δειχνε την πλάτη του, «πολύ ωραία πλάτη βέβαια, και κώλος, και τα χρώματα, κι η μουσική», όλα αυτά έκαναν ό, τι μπορούσαν για να τον ανεβάσουν απο κει που 'χε πέσει λίγο πριν, και στο τέλος το κατάφεραν. Γύρισε κι αυτός την πλάτη του στους υπόλοιπους και άρχισε να χαζεύει το θέαμα των –αραιών πάντα- νεοφερμένων που τους υποδέχονταν οι χρωματιστές γλώσσες, «δυνατό!», έτσι τον είχαν φέρει κι αυτόν μέσα όμως η κομψή εκδήλωση φιλοξενίας είχε κιόλας συντελεστεί και τώρα αφημένος στα ενδιάμεσα κενά παράδερνε χαμένος στη δίνη του σκοτεινού υπαίθριου χώρου χωρίς εμφανή όρια. Από πάνω ο ουρανός των πρώτων πρωϊνών ωρών είχε κατέβει χαμηλά σαν καπάκι χωρίς σύννεφα ή άλλα χαρακτηριστικά.

Το 'νιωσε το χέρι του και την επιθυμία του. Η οθόνη του κινητού άναψε ξαφνικά προκλητική κάτω απ’ το θολωμένο του βλέμμα. «Τι να της γράψω? Να την ρωτήσω αν είναι κι εκείνη «έξω»? «Έξω»? Έξω όπως εδώ, και σκάναρε πάλι τον κόσμο τριγύρω που μαζευόταν κι αραίωνε σα να μην υπήρχε η ένταση της μουσικής, αργά, «έξω» από τον ρυθμό.

Δεν υπήρχε καμιά πιθανότητα, «improbability level of 2 to the power of 276.000 to 1 against and rising», να είναι εκείνη εδώ. Σ’ ένα μέρος σαν κι αυτό.

Παλιά τη διέταζε απο το κινητό. «Μπες στο Δίκτυο», «Ξάπλωσε», «Κοιτάξου στον καθρέφτη», «Βάλε το δεξί σου χέρι στο αριστερό σου στήθος». Οι διαφορές του χαρακτήρα, οι διαφορετικές συνήθειες, το μέγεθος του στήθους, those little “quirks”... Κρατούσε πάντα στο μυαλό του, -oops!-, μιά λίστα με όσα θα 'πρεπε η γυναίκα των ονείρων του να διαθέτει. Κι όσο άλλαζε όνειρα, άλλοτε με το καλό, άλλοτε με το ζόρι, μόλις γνώριζε κάποια αμέσως άρχιζε το τσεκάρισμα. Κι όσο έβλεπε τα κουτάκια δίπλα στις προϋποθέσεις να γεμίζουν τόσο έπεφταν οι αντιστάσεις του, άδειαζε, εγκατέλειπε την αίσθηση του εαυτού, γι’ άλλη μια φορά και ξανά χωρίς ελπίδα ερωτευόταν.

Ο φωτισμός γύρω του άλλαζε, καπνός απο ξερό πάγο, -«πόσο παλιό και αποτελεσματικό!» κι ας μύριζε κάτι σαν καμένος πολυεστέρας-, ξέφευγε χαμηλά στη βάση της έκθεσης/αποθήκης, ανέβαινε κι έκανε, -επιτέλους! ο διπλανός του γύρισε και του 'δειξε-, τους φακούς απ’ τα μάτια μωβ-μπλε, «σαν τους λύκους!», τα δόντια ολόλευκα. Κάτω απο το μαύρο φως όλα ξαναγίνονταν «σημαντικά», τώρα είχαν μια ζωή από μόνα τους, δε χρειαζόταν ν’ ανησυχεί για τίποτα.

Έβαλε ξανά στην τσέπη του το κινητό, μια στιγμή αδυναμίας ήταν και πέρασε, του τριβέλισε όμως για λίγο το μυαλό.

Τους έδωσαν ένα ελαφρύ κράνος μπαίνοντας. Η αίθουσα ήταν στο μαύρο σκοτάδι μα σιγά-σιγά τα μάτια συνήθισαν κι όταν ένα-ένα άρχισαν ν’ ανάβουν τα σποτ πάνω απ’ όλες αυτές τις γυμνές κούκλες ... άλλαξε κι η ψυχική του διάθεση. Δεκάδες κούκλες βιτρίνας περιστρέφονταν μέχρις εκεί που 'φτανε το μάτι, άλλες πιο γρήγορα, άλλες πιο αργά γύρω απ’ τον άξονά τους χωρίς τριβές. Ο κόσμος υπάκουα φόρεσε το κράνος και άρχισε να περιφέρεται μουρμουρίζοντας ανάμεσα σ’ αυτό το ανθρωπόμορφο δάσος, ακολούθησε κι αυτός σκοντάφτοντας πότε-πότε γιατί το δάπεδο είχε στρωθεί πρόχειρα.

«Μια πολύ απλή ιδέα τελικά», κάθε κούκλα ήταν πομπός μικρής εμβέλειας, περνώντας από δίπλα της «έπιανες» το μήνυμά της. Όμως φυσικά το πράγμα δε σταματούσε εκεί. Μπορούσες ν’ «απαντήσεις» και τότε η κούκλα άρχιζε έναν «διάλογο» μαζί σου. Ωραία, έστω, κάτι που έμοιαζε με διάλογο.

Σταμάτησε στη μέση της πορείας, οι από πίσω του ενοχλημένοι τον προσπέρασαν στο τσακ να τον εμβολίσουν. Δεν ήθελε άλλο, έβγαλε το κράνος. Χωρίς αυτό όλα ήταν διαφορετικά. Τέρμα κι η μουσική, πάει κι ο «διάλογος». Μόνο το σούρσιμο των ποδιών, κάποιο πνιγμένο γελάκι, ο καθένας φαινόταν απασχολημένος να δέχεται και να κάνει ερωτήσεις. Τι θα μάθαιναν απ’ όλ’ αυτά?

Άστραφτε σποραδικά η touch screen που 'χε η κάθε κούκλα στο στομάχι της και σε κάθε περιφορά ο ομφάλιος λώρος της καλωδιωμένης πλάτης της, την απόληξη όμως της καλωδίωσης δεν μπορούσε να την διακρίνει γιατί χανόταν στα σκοτεινά βάθη της καλά κρυμμένης κονσόλας. Ενιωθε πως όπου να 'ναι κάποιος θα τον χτυπούσε με επαγγελματικό ενδιαφέρον στην πλάτη: «είστε οκ?»

Το μόνο που του άρεσε όλο και πιο πολύ ήταν πως γυάλιζε το πλαστικό δέρμα απ’ τις κούκλες, πως είχαν φτιάξει τις ρόγες τους. Στα φαλακρά τους κεφάλια τα άδεια μάτια κοίταζαν χαμηλά, μόνο οι ρόγες τους ανηφόριζαν σα να αδιαφορούσαν για τις συνέπειες της βαρύτητας. Πάλι ο πόνος της στέρησης του 'καψε το μυαλό, -ναι, το μυαλό...-, το κινητό βρέθηκε με δική του βούληση ξανά αναμμένο στην ιδρωμένη χούφτα του. «Τι να της γράψω? πως θα 'θελα να 'ταν εδώ? how pathetic… και γιατί δε λέμε πια ποτέ την αλήθεια», ή μήπως είχα λογοκρίνει κι αυτή τη λέξη?

Η αλήθεια, κι ο πόνος που μου παίρνει το μυαλό, κι όλες οι λέξεις που δεν έχω το δικαίωμα να χρησιμοποιώ αφου ευτέλισα το νόημά τους. «Addiction!», σφυρίζει τότε η κούκλα που είναι πιο κοντά μου, κι ας μην είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό αφού δε φοράω πιά το κράνος. Αρχίζω να τρέμω, σηκώνω τα μάτια απ΄ την οθόνη και ξαφνικά είμαι μόνος. Σα να 'χει τελειώσει το party και να με ξέχασαν μέσα.

Όμως δεν είμαι εγώ αυτός που του συμβαίνουν όλ’ αυτά κι αν το προσπαθήσω πολύ θα ξυπνήσω. Κι ας στριφογυρίζουν όλο και πιο γρήγορα σαν τις τρελές οι κούκλες ως εκεί που προοπτικά φτάνει το μάτι, κι ας μου δείχνει τώρα τα δόντια της εκείνη που προηγουμένως μου σφύριξε αυτό που δεν ήθελα να ξέρω, αυτό που πρέπει αμέσως να ξεχάσω. Γελάνε μαζί μου, κατάλευκα κάτω απ’ το μαύρο φώς. Πόσο τη μισώ, πόσο τη λατρεύω! Και ξέρω τι θα της γράψω: «δεν είσαι εδώ, είσαι εδώ» Σε διατάζω. Σε ελέγχω.

Ξαναβάζει το κράνος κι όλα είναι οκ. Ο κόσμος συνεχίζει να περιφέρεται, σταματά άτακτα, δέχεται, εκπέμπει. Οι κούκλες, αυτό το μυστικό μαντείο, έχουν τη λύση. Τυχαία, καρμικά, όπως ρωτάμε το I-ching, όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα τα ζώδια με τον πρωϊνό καφέ, κι όπως εμπιστευόμαστε τον καθρέφτη στο μπάνιο: «σε ξέρω καλά, κι αυτό θα περάσει». Στέκεται μπροστά σ’ εκείνη την συγκεκριμένη κούκλα που προηγουμένως ξεχώρισε απ’ όλες τις άλλες. Για όλους τους άλλους είναι μια απ’ τις πολλές και με τίποτα στον κόσμο δεν θα μπορούσαν να την διακρίνουν, για κανένα λόγο. Μόνο αυτός το βλέπει, μόνο εκείνος καταλαβαίνει. Οι διαφορές του χαρακτήρα, οι διαφορετικές συνήθειες, το μέγεθος του στήθους, those little “quirks”..., μαγικά η λίστα από τα βάθη του μυαλού του που καίει συμπληρώνεται από ένα αόρατο χέρι. Εκείνος αδειάζει, κομμάτια του πέφτουν στο πάτωμα, και χύνεται. Είναι απίστευτα, απίθανα ερωτευμένος και κανένας δεν θα το χαλάσει αυτό. Και δεν ακούει τίποτα απ’ όσα σε κανονικά προγραμματισμένα από την κρυμμένη κονσόλα διαστήματα εκτοξεύει επάνω του εκείνη, μόνο ξέρει καλά τι θα της πει, τι θα της ζητήσει:

«Βάλε το δεξί σου χέρι στο αριστερό σου στήθος»

«Βάλε το δεξί σου χέρι στο αριστερό σου στήθος»

«Βάλε το δεξί σου χέρι στο αριστερό σου στήθος»

1999/2008

more...

Το αστείο

(από deplaced ή αστικός πόνος 13/20)

Ίσως αργότερα...

more...

Saturday, January 26, 2008

Sehr Glucklich (*)

(από deplaced ή αστικός πόνος 12/20)

Όταν έφτασε στο Ινστιτούτο η προβολή δεν είχε ακόμα αρχίσει ευτυχώς. Σχεδόν όρμησε σ’ ένα απ’ τα μπροστινά καθίσματα όμως δεν υπήρχε κανένας λόγος βιασύνης, είχαν κάπου πέντε λεπτά μέχρι ν’ αρχίσει κι η αίθουσα ήταν μόνο μισογεμάτη. Έριξε μια ματιά στα σκόρπια κεφάλια πίσω του, γκρίζα και λευκά τα πιο πολλά, κι έπειτα συνειδητοποίησε την ησυχία που διακοπτόταν σπάνια από σποραδικά βηξίματα και χαμηλόφωνες ομιλίες. Ο περισσότερος κόσμος είχε έρθει μόνος του. Πάλι ένιωσε άβολα όπως κάθε φορά που ο μέσος όρος ηλικίας των παρευρισκομένων τον ξεπερνούσε κατά πολύ. Χαμήλωσε κι άλλο στο κάθισμά του κι άρχισε να στριφογυρίζει στα χέρια του το δισέλιδο με το πρόγραμμα. Τελικά δεν ήταν περίεργο που οι προβολές αυτές δεν είχαν τραβήξει νεότερο κόσμο, η πιο πρόσφατη ήταν του ’50, κι όλες ασπρόμαυρες, παραπάνω απ’ τις μισές του βωβού. Σήκωσε τα μάτια απ’ τις υποθέσεις των ταινιών και ξανακοίταξε πίσω του. «Ώμοι πεσμένοι ανθρώπων που επέζησαν της εποχής τους» Που το 'χε διαβάσει αυτό? Ήξερε βέβαια τι έφταιγε και πως του 'χε έρθει στο μυαλό το στιχάκι, για τον ίδιο λόγο παραλίγο να αργήσει.

Μια γριά καθόταν στην άκρη από το ρείθρο του μισοσκαμμένου πεζοδρομίου μπροστά από τη νεοαρχινισμένη οικοδομή στο δρόμο του προς την στάση αλλά δεν έμοιαζε ζητιάνα, το αντίθετο μάλιστα. Επειδή βιαζόταν μόλις που την πήρε είδηση με την άκρη του ματιού του κι όταν εκείνη είπε πολύ σιγανά: «Βοηθήστε με! Έπεσα!», σταμάτησε απότομα σα να του 'χαν βάλει τρικλοποδιά, της έδωσε και τα δυο του χέρια και την τράβηξε μ’ όλη του τη δύναμη μέχρι που στάθηκε πάλι όρθια στα αδύναμα σαν σπιρτόξυλα ποδαράκια της. Έτρεμαν κι οι δυο. «Δε μπορούσα να σηκωθώ!», τραύλισε σχεδόν κλαίγοντας η γιαγιά και φαινόταν να μην το πιστεύει κι η ίδια πως κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν να της είχε συμβεί. Την κοίταξε ίσια στα βαμμένα της χείλη που συνέχιζαν να τρέμουν και προσπάθησε να της χαμογελάσει, κύριος του εαυτού του πια. «Είστε εντάξει τώρα?» Κούνησε το κεφάλι της πολλές φορές, ήταν εντάξει και δεν είχε σπάσει τίποτα, μόνο να, το πεζοδρόμιο... Άρχισε να την ξεσκονίζει απαλά στο δερμάτινό της παλτό με το δεξί. Κρατούσε πάντα γερά το άλλο του χέρι για καλό και για κακό, της έδωσε και τα γλυκά που 'χαν ξεφύγει δίπλα της όμως δυσκολευόταν να ελευθερωθεί. Τράβηξε αργά το χέρι του από το δικό της και ήθελε να πιστεύει πως με τη χειρονομία αυτή δεν θα επέστρεφε ο φόβος της πως απ’ τη μια στιγμή στην άλλη ήταν δυνατό πάλι να γλιστρήσει στην προηγούμενη θέση της ανημπόριας. Του 'ρθε στο μυαλό η εικόνα των μικρών σκαθαριών που αναποδογύριζε για πλάκα τα καλοκαίρια των παιδικών του χρόνων στην εξοχή, δίπλα του περνούσε τόσος κόσμος, ήταν δυνατόν κανείς να μην είχε προσέξει? Μια παράξενη ενοχή του φορτώθηκε στην πλάτη και χαιρέτησε ντροπαλά την μετενσάρκωση των θυμάτων του αφήνοντας να πέσουν κάτω οι ευχές της. Σ’ όλη τη διαδρομή ένας βόμβος του τρύπαγε τ’ αυτιά, του φάνηκε μάλιστα πως ζεσταινόταν, ίδρωσε.

Τα φώτα έσβησαν ένα-ένα στα δωμάτια του μυαλού του κι η προβολή άρχισε. Στο διάλειμμα μόνο που δεν πετάχτηκε πάνω όταν ο διπλανός του γέρος γύρισε να του μιλήσει. «Αυτή την ταινία την είδα φοιτητής στο Παρίσι», του είπε αντί άλλης εισαγωγής. Χαμογέλασε όσο πιο ουδέτερα μπορούσε στο κομψό προφίλ που συνέχιζε να του απευθύνει το λόγο, η ματιά του χάιδεψε όλες τις μικρές λεπτομέρειες, τα γυαλιστερά κουμπιά στο σκούρο παλτό, το «Athens News» που κρατούσε εκείνος στα λεπτά, λίγο μόνο παραμορφωμένα του δάχτυλα, κι η συγκατάβαση διαλύθηκε σιγά- σιγά κι έγινε επιδοκιμασία. Και σαν τέτοια μεγάλωσε στο σφιγμένο του στήθος κι έδιωξε τη φοβερή βεβαιότητα πως ό,τι συνοδεύει τα γεράματα είναι μια αίσθηση αδυναμίας που υπάρχει αποκλειστικά σ’ ένα θολό σύμπαν από κατεστραμμένα εγκεφαλικά κύτταρα.

«Θα σας πω ένα αίνιγμα», είπε αναπάντεχα ο παππούς και τον ανάγκασε να του ανταποδώσει τουλάχιστον με ενδιαφέρον το θριαμβευτικό βλέμμα του. «Why’s a river rich?» Τα αγγλικά τον βρήκαν ακόμα πιο απροετοίμαστο, στο μυαλό του είχε ένα κενό, ήταν απόλυτα σίγουρος πως η απορία μαζί με την έκπληξη του 'διναν όλα εκείνα τα λεπτά της σιωπής μεταξύ τους ένα πολύ ηλίθιο ύφος. «Cause it has two banks!» σφύριξε με απόλαυση ο παππούς, και μετά: «Ήμουν καθηγητής Αγγλικών στο Πανεπιστήμιο παλιότερα». Γέλασε, το βρήκε μάλιστα πολύ έξυπνο, κι αν ήθελε να του πει και κάποια άλλα ίσως, όχι ότι ήταν ποτέ καλός στα ανέκδοτα, ούτε στα ελληνικά πολύ λιγότερο σ’ άλλες γλώσσες... Γύρισε λοιπόν τότε με πραγματικό ενδιαφέρον προς τον διπλανό του και με κάθε νεύμα του κεφαλιού μέχρι να ξαναρχίσει η προβολή, του φαινόταν πως του 'φευγε όλο και πιο πολύ εκείνο το βάρος που του 'χε κάτσει στους ώμους και τον εμπόδιζε ν’ αναπνεύσει. Και με το που ξανάσβησαν τα φώτα, οι χρωματιστές φοιτητικές αναμνήσεις του παππού είχαν καταφέρει να διώξουν για τα καλά εκείνη τη θλιβερή εικόνα των αναποδογυρισμένων σκαθαριών που τον βασάνιζε τόση ώρα.

Όσο για τη γιαγιά, τώρα πια θα 'χε φτάσει με ασφάλεια στην επίσκεψή της και θα 'τρωγε μαζί με την παρέα της τα γλυκά της.

(*) πολύ ευτυχισμένος (γερμανικά)

1999/2008

more...

Sunday, January 20, 2008

Η αναμονή

(από deplaced ή αστικός πόνος 11/20)


Ήταν στο καφέ τώρα κάπου 20 λεπτά και την περίμενε. Μετάνιωνε που ποτέ της δεν είχε καπνίσει, τόση ώρα θα 'χε κάτι να κάνει παρά να στραβοκοιτάζει ανόρεχτα την τελευταία γουλιά του espresso, δεν είχε σκεφτεί να πάρει και καμιά εφημερίδα. Είχε καιρό να της συμβεί να βρεθεί έξω καθημερινή μεσημέρι και να μην έχει δουλειά. Όταν την είχε πάρει τηλέφωνο για να της πει για την απόλυση δεν είχαν μπορέσει να μιλήσουν πολλή ώρα γιατί είχε κάποιον στο σταθερό της, της είχε υποσχεθεί πάντως πως θα 'βρισκε λίγο χρόνο για να τα πουν, της είπε να την περιμένει σ’ αυτό το κεντρικό καφέ δίπλα στο γραφείο της.

Της ερχόταν να την ξαναπάρει στο κινητό, μέσα της φούσκωνε κάτι απροσδιόριστο που άρχιζε να μοιάζει με απελπισία αλλά κρατήθηκε, σκέφτηκε πως γινόταν υστερική. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε γύρω της. Το καφέ ήταν γεμάτο κι αυτό την είχε απ’ την αρχή παραξενέψει. Σ’ όλα τα τραπεζάκια κόσμος που δεν έλεγε να το κουνήσει, σαν κι αυτή. Πέρα απ’ το καπνό των τσιγάρων, έξω στο δρόμο που θάμπωνε πίσω απ’ το τζάμι, έλαμπε η μέρα κι η ασταμάτητη κίνηση που ερχόταν σε αντίθεση με την σχετική ακινησία που βασίλευε στο καφέ. Δεν το 'χε προσέξει όταν είχε πρωτομπεί γιατί το πηγαινέλα της γκαρσόνας, τα σουρσίματα απ’ τις εφημερίδες, κι ο κόσμος που μίλαγε στους διπλανούς του ή στα κινητά, κατά κάποιον τρόπο έφερναν τη φασαρία απ’ έξω μέσα όμως αυτό ήταν παραπλανητικό.

Δεν ήταν και κανένα στέκι για νεαρόκοσμο. Εστίασε πιο πολύ στα διπλανά της τραπεζάκια, ένας άντρας όχι περισσότερο από πενήντα καθόταν δεξιά της, λοξά πίσω της στ’ αριστερά ένα ζευγάρι που το άκουγε μόνο, ο άντρας μιλούσε περισσότερο, η γυναίκα είχε ξενική προφορά και φωνή κοριτσιού. Ο άντρας στα δεξιά της έκανε πέρα τον καφέ του κι άρχισε να κάνει αέρα μ’ έναν μεγάλο λευκό φάκελο που είχε κάτι σαν ιατρικό σήμα πάνω του. Κέντρο Διάγνωσης? δεν το 'βγαζε καθαρά από τη θέση της μα πρόσεξε πως εκείνος αναστέναξε και κάρφωσε τη ματιά στο κινητό του. Κι εκείνη το ίδιο έκανε χωρίς αποτέλεσμα. Έφτιαξε με την ησυχία της κάποιο σενάριο στο μυαλό της, ο άντρας στο μεταξύ πήρε κάτι χαρτιά απ’ το φάκελο, τους έριξε μια σοβαρή ματιά, τ’ άφησε δίπλα του, κοίταξε έξω τον ήλιο, τα ξανάπιασε. «Κακά μαντάτα!», σκέφτηκε εκείνη και ανατρίχιασε ξαφνικά σα να καθόταν σε ρεύμα.

Πίσω της ο άλλος άντρας συνέχιζε το τροπάρι του: «Έτσι που λες, εσύ δεν έχεις να κάνεις τίποτα μ’ αυτόν το μαλάκα, μόνο με μένα και μη σε νοιάζει, θα καθαρίζω εγώ». Κάτι ψέλλισε η νεαρή που πρόφερε πολύ σκληρά τα δέλτα και κόμπιαζε συνεχώς. Εγκαταλείφτηκε κι εκείνη με τη σειρά της στην αίσθηση εμπιστοσύνης που της προκαλούσε η χροιά της φωνής του, σιγά-σιγά πειθόταν και δεν μπορούσε να καταλάβει που έβρισκε η άλλη το κουράγιο ν’ αντιστέκεται έστω κι όλο και πιο αδύναμα. Της ερχόταν να γυρίσει να τους κοιτάξει από περιέργεια αλλά ντρεπόταν.

Πέρασε συρτά από μπροστά της η πιτσιρίκα γκαρσόνα με την κοιλιά της έξω, κοντοστάθηκε, μάζεψε μετά τον τελειωμένο espresso. Ήπιε μια γουλιά νερό κι έπιασε να περιεργάζεται τα χέρια της. Όταν σήκωσε τα μάτια της ο άντρας με τον φάκελο είχε ακόμα καρφωμένα τα δικά του στην οθόνη του κινητού του. Ένιωσε συμπάθεια για τον άγνωστο, κι οι δυο τους περίμεναν κάτι που δεν ερχόταν μόνο που στη δική του περίπτωση ίσως να ήταν και καλύτερα.

Ο άντρας πίσω της είχε φτάσει τελικά στο συμπέρασμα κι η γυναίκα δεν διαμαρτυρόταν πια: «Θα περάσουμε καλά οι δυο μας, θα το δεις, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα, ό,τι θες σε μένα θα 'ρχεσαι και θα το λες, μ’ αυτούς δεν θα 'χεις πολλά-πολλά, ένα καλημέρα και πολύ τους είναι.....».

Χανόταν τώρα η εμπιστοσύνη, σα να ξύπναγε απ’ το λήθαργο ανησυχούσε κι απελπιζόταν σταθερά. Μαζί με τη νεαρή που πότε-πότε μουρμούριζε καταφατικά, έπεφτε από κάπου ψηλά μέσα της. Το βύθισμα την αρρώσταινε, για να το σταματήσει προσπάθησε να γυρίσει την σκέψη της αλλού, στο -παλιό της κιόλας- γραφείο. Τώρα θα 'χαν γυρίσει στις θέσεις τους απ΄ το διάλειμμα του φαγητού. Θα 'πιναν τον δεύτερο καφέ, θα νύσταζαν, θα ψιλογκρίνιαζαν που δεν περνά η ώρα και δεν πάει πέντε να φύγουν, μα όλα αυτά στο βάθος με καλή διάθεση, όπως στριφογυρνά το σκουλήκι του μεταξιού στο κουκούλι του, το στενεύει λίγο αλλά είναι και το μόνο σπίτι που 'χει γνωρίσει.

Όταν σηκώθηκε το ζευγάρι πίσω της να φύγει της φάνηκε πως σκοτείνιασε ο τόπος, τόσο βαριά έπεσε η σκιά τους πάνω της. Εκείνος ήταν καλοστεκούμενος ίσως κι εξηντάρης, μεγαλόσωμος, κι εκείνη,... εκείνη δεν μπορεί να 'ταν πάνω από είκοσι πέντε, φυσική ξανθιά, πολύ χλωμή της φάνηκε, πέρασε από μπροστά της δαγκώνοντας το κάτω χείλι βαμμένο χτυπητό ροζ.

«Αχ, γιατί δεν έρχεσαι? γιατί δεν παίρνεις?», ούρλιαξε μέσα της με παράπονο, ο άντρας μπροστά της ξανάπιασε ν’ αερίζεται με το φάκελο, πνίγονταν κι οι δυο. Τότε την είδε που έμπαινε, χωρίς να το σκεφτεί άπλωσε προς το μέρος της και τα δυο της χέρια, η άλλη την τράβηξε απ’ την καρέκλα με διασκεδασμένο βλέμμα και μπορούσε να διαβάσει την σκέψη της: «Πάντα δραματική!», μα δεν την ένοιαζε καθόλου. Τώρα που είχε έρθει, συνέχιζε να την κρατάει σφιχτά απ’ το χέρι, εκείνη άλλαξε θέση στην τσάντα της, έβγαιναν απ΄ τη ντουμανιασμένη αίθουσα στο δρόμο. Χύθηκε το φως πάνω τους και τις αγκάλιασε, μ’ ευγνωμοσύνη γύρισε προς το μέρος της, δεν κρατιόταν πια, «πρέπει να στα πω όλα γιατί αλλιώς θα τρελαθώ...».

1999/2008

more...

Sunday, January 13, 2008

Τα κορδόνια

(από deplaced ή αστικός πόνος 10/20)


Η προεκλογική συγκέντρωση είχε μόλις τελειώσει. Μικρές και μεγάλες ομάδες ανθρώπων κρατώντας πλαστικές σημαίες με το σύμβολο του κόμματός τους σκόρπιζαν άτακτα στις έρημες λεωφόρους που 'χαν κλείσει για την κυκλοφορία από νωρίς το απόγευμα. Από μακριά ο ανοιξιάτικος αέρας της βραδιάς έφερνε σε κύματα μυρωδιές από λεμονιές και λαϊκά.

Βάδιζε με γρήγορο βήμα, η μόνη σχεδόν ανάμεσα στο χαλαρό πλήθος χωρίς σημαία, παραφωνία άσκοπης επιτάχυνσης σ’ ένα καρέ σε slow motion. Βάδιζε και δε μπορούσε παρά να προσέξει πως πολύ συχνά ο κόσμος χρησιμοποιούσε τις τυλιγμένες σημαίες του ανάποδα, σαν μπαστουνάκια, κι έτσι που ήταν τα κοντάρια τους λευκά, έμοιαζε η διαλυμένη πορεία, τυφλών που 'χαν βγει χωρίς να ξέρουν για που τραβούν κι είχαν μόνο σκορπίσει προς κάθε κατεύθυνση χτυπώντας τα μπαστούνια τους σε κάθε πεζοδρόμιο, κάθε σκαλάκι. Μέσα σ’ αυτό το παρατεταμένο χτυπολόγημα που την κύκλωνε από παντού, εκείνη μόνη βάδιζε με τα μάτια ανοιχτά, βιαστική και κάπως σφιγμένη απ΄ τη συναίσθηση διαφοράς της από το ενωμένο πλήθος, βάδιζε με σκοπό, γιατί είχε αργήσει στο ραντεβού με τον θεραπευτή της κάπου μισή ώρα.

Στον θεραπευτή της πήγαινε για έβδομη φορά για τις αλλεργίες που την βασάνιζαν σταθερά κάθε τέτοια εποχή και χρόνο με το χρόνο χειροτέρευαν. Της τον είχε συστήσει ένας καλός φίλος που πήγαινε εδώ και χρόνια κι είχε δει μεγάλη βελτίωση στους πόνους της μέσης του. Ο θεραπευτής ήταν από το Λάος και δε μιλούσε καμιά πιο συνηθισμένη γλώσσα, ούτε καν ελληνικά, αν και καιρό εγκατεστημένος στην Ελλάδα. Ο φίλος της υποστήριζε πως κάτι τέτοιο δεν ήταν διόλου απαραίτητο, «μόνο που θα σε δει, θα καταλάβει..», της είχε πει καθησυχαστικά όταν εκείνη είχε αναρωτηθεί πως θα συνεννοούνταν. Μετά βέβαια από δυο φορές είχε τελικά κι η ίδια πειστεί πως ο θεραπευτής, ψηλός, φτενός και ακαθορίστου ηλικίας, ανήκε χωρίς αμφιβολία σ’ εκείνη τη σπάνια ομάδα χαρισματικών ανθρώπων που με την παρουσία τους και μόνο εμπνέουν εμπιστοσύνη. Ήδη της φαινόταν πως είχε δει βελτίωση τις προηγούμενες βδομάδες και θα 'λεγες πως ανέπνεε ευκολότερα, κοιμόταν καλύτερα αν και ψυχολογικά δεν μπορούσε να πει το ίδιο δυστυχώς...

Από την πρώτη φορά κιόλας της είχε βγει μια περίεργη υστερία, κλάματα και γέλια μ’ αυτή τη σειρά, που την είχε φέρει -δικαιολογημένα- σε μεγάλη αμηχανία, όχι ότι ο θεραπευτής είχε δείξει να ενοχλείται, μάλλον στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του θα 'χε έρθει αντιμέτωπος και με πιο περίεργες αντιδράσεις. Γι’ αυτό βέβαια δεν ήταν εντελώς σίγουρη, έτρεφε ελπίδες απλά πως δεν αποτελούσε την πιο αλλόκοτη περίπτωση στα χρονικά του, δεν μπορούσε όμως να το ελέγξει -ελάχιστες κουβέντες αντάλλασσαν κι ήταν πιο πολύ παντομίμα και παιδική συνεννόηση παρά φυσιολογική επαφή μεταξύ ενηλίκων.

Ο θεραπευτής χρησιμοποιούσε κορδόνια που τα έδενε προσεκτικά γύρω από τα προσβεβλημένα μέλη, κι όσο κι αν ήταν προειδοποιημένη από τον φίλο της, την έπιανε μεγάλη ταραχή που εκδηλωνόταν με την υστερία που λέγαμε, κάθε φορά που τέλειωνε το δέσιμο και έμενε ακινητοποιημένη για τη μισή ώρα που κρατούσε το session. Στην διάρκεια όλης αυτής της ώρας που της φαινόταν αιώνας, είχε όλον τον καιρό ν’ αναρωτηθεί, -ανάμεσα σε ρουφήγματα της μύτης, βαθιές ανάσες και αποτυχημένες προσπάθειες να παροχετεύσει τα ασταμάτητα δάκρυα κάπως πιο αποτελεσματικά πεταρίζοντας τα βλέφαρά της ή γέρνοντας πίσω το κεφάλι της, ή ακόμα χειρότερα να πνίξει στην αρχή του το τρελό γέλιο της-, τι νόημα είχαν όλα αυτά, αν είχαν δηλ. κάποιο...

Λίγα πράγματα ήταν γνωστά για τα κορδόνια, αντίθετα υπήρχε τόση πολλή φιλολογία γύρω από το θέμα που όσο το έψαχνε κανείς τόσο μπερδευόταν. Μαζί με άλλες τόσες εναλλακτικές θεραπείες που γίνονταν όλο και πιο ευρύτερα γνωστές, αποκαλυπτόταν να 'χει τους φανατικούς πιστούς και υποχρεωτικούς πολέμιους. Από τότε που 'χε αρχίσει η ίδια να ασχολείται με το θέμα, -και δεν είχε αρχίσει παρά όταν η ταλαιπωρία της έβαλε κάτω τον σκεπτικισμό της-, έβρισκε πως οι πιστοί για χρόνια είχαν «λατρέψει», -δεν έβρισκε καλύτερη λέξη-, σχεδόν στα κρυφά, στα περιθώρια μιας κοινωνίας που έμοιαζε τελικά να τους νομιμοποιεί και να τους αποδέχεται, από κει που λίγο νωρίτερα τους αντιμετώπιζε με σκωπτική αν όχι φανερά εχθρική διάθεση.

Αυτό της έφερνε στο μυαλό τις ομάδες των πρώτων χριστιανών, κι όσο κι αν της φαινόταν η μεταφορά παρατραβηγμένη, υπήρχαν αναλογίες στον μαλακό μα σταθερό τρόπο με τον οποίον υπερασπίζονταν οι μεν την πίστη τους, -σίγουροι για τη δική τους φώτιση και επιεικείς για την αδιαλλαξία των μη-φωτισμένων-, και στον σχεδόν οργισμένο απορριπτικό τρόπο των κρατούντων «διωκτών» τους. Ανήκαν δε οι διώκτες στους μέχρι πρόσφατα αδιαφιλονίκητους υπερασπιστές της «δυτικής» σκέψης που με τον ορθολογισμό της κατάφερνε κι έριχνε άπλετο φως στα μυστήρια του πόνου και της αρρώστιας. Μέχρι πρόσφατα...

Στο σαλονάκι του θεραπευτή, λιτό και χαμηλά φωτισμένο, είχε συναντήσει κιόλας αρκετά από τα απογοητευμένα θύματα της παραδοσιακής αντιμετώπισης, κυρίως γυναίκες, που 'χαν να διηγηθούν ιστορίες τρόμου και δυστυχίας. Όλος αυτός ο πόνος της φαινόταν απίστευτο που κυκλοφορούσε σε καθημερινή βάση ανώνυμα ανάμεσά μας, δεν εκφραζόταν παρά σε στενό κύκλο και άντεχε με σφιγμένα δόντια το βάρος από κάποια λιγότερο ή περισσότερο μυστηριώδη αρρώστια, πάντα «ψυχοσωματική» όπως έγινε εύκολη η διάγνωσή τους πια μέχρι αυτό το σημείο τουλάχιστον, που πιο πολύ θα ταίριαζε η περιγραφή της στα μακρινά χρόνια του Μεσαίωνα παρά στη σημερινή εποχή. Αρκετές είχαν δοκιμάσει συχνά πολύ περισσότερες από μια εναλλακτικές θεραπείες, άλλες τις ανακούφιζαν, άλλες όχι, αλλά από την στιγμή που καταστάλαζαν στην απόφασή τους μαζευόντουσαν σ’ αυτό εδώ το ταπεινό σαλονάκι με τη βεβαιότητα που 'χει ο οπαδός της αίρεσης που βρήκε τελικά παρά τα εμπόδια, την σωτηρία. Κι η ίδια είχε συνειδητοποιήσει πως αφού αναγνώριζε -με την πρώτη κιόλας!- την καλυτέρευσή της, είχε όλα τα εφόδια για να γίνει οπαδός και πιστή, και να ανήκει στην ομάδα. Σιγά-σιγά θα της γίνονταν όλο και πιο γνώριμα τα πρόσωπα των υπολοίπων που τις πετύχαινε τακτικά, θα δημιουργούνταν σχέσεις, κι όλα άρχιζαν από την άμεση ανταλλαγή ιατρικών και άλλων προβλημάτων που ξεπηδούσαν πολύ φυσικά με την πρώτη καλημέρα. Της δημιουργούσε ένα μικρό πρόβλημα αυτό, της φαινόταν πως κάπως είχε συρρικνωθεί η προσωπικότητά της -μαζί και των άλλων- στα ελάχιστα βασικά και μόνο πάνω σ’ αυτή την περιορισμένη βάση του κοινού πόνου μπορούσε να γίνει η επικοινωνία. Όμως μήπως πάντα έτσι δεν γίνεται είτε στις μικρές ομάδες ή ακόμα και στα κόμματα?

Είχε φτάσει επιτέλους μπροστά στο κουδούνι του θεραπευτή. Λαχανιάζοντας χαιρέτησε τη νεαρή νοσοκόμα που έκανε και χρέη γραμματέως. Δεν χρειάστηκε να περιμένει καθόλου, η πορεία είχε φοβίσει τα προηγούμενα ραντεβού κι είχαν ακυρώσεις. Πέρασε πίσω απ΄ το παραβάν, γδύθηκε και έκανε μια προσπάθεια να ηρεμήσει. Λίγο αργότερα ο θεραπευτής της ξεφύτρωσε από το πουθενά με τον συνηθισμένο αθόρυβο τρόπο του που της έκοβε την ανάσα, της χαμογέλασε και ψέλλισε τα τυπικά ακατανόητα ελληνικά του διανθισμένα με σκόρπιες ξένες λέξεις που έφερναν μια μακρινή ομοιότητα με αγγλικά.

Πήρε απαλά μα σίγουρα το κεφάλι της στα χέρια του, την κοίταξε ανεξιχνίαστα βαθιά στα μάτια και πέρασε το πρώτο κορδόνι γύρω απ’ το λαιμό της. Το κορδόνι έκαιγε της φάνηκε, κι αυτή η αίσθηση ζέστης γινόταν ανακούφιση και ταξίδευε γοργά σ’ όλο της το σώμα, άνοιγε τη μύτη της και τα πνευμόνια της, την έκανε να νιώθει ξαφνικά ζωντανή. Έφερε για μια στιγμή ξανά στο αναστατωμένο της μυαλό τις κουβέντες του θεραπευτή και συνέχιζε να μη βγάζει κανένα απολύτως νόημα όμως παρ’ όλα αυτά αισθανόταν πως πίσω απ’ αυτό το σύννεφο που εμπόδιζε την συμβατική επαφή και επικοινωνία τους, υπήρχε σίγουρα κάτι που ήταν γεμάτο από νόημα πιο βαθύ μαζί απ’ όλες τις λέξεις που θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιήσει.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Πίστευε.

1999/2008

more...

Sunday, January 6, 2008

Μέρα γιορτής

(από deplaced ή αστικός πόνος 9/20)


Αυτό το λεωφορείο ήταν πειρατικό. Ερχόταν όποτε του κάπνιζε κι από μακρινούς τόπους, τελευταία μάλιστα είχαν αλλάξει και τη διαδρομή μερικές φορές χωρίς να ειδοποιήσουν κανένα. Στον οδηγό δεν τολμούσες να παραπονεθείς, ήταν γνήσιος πειρατής, σε κοίταζε πάντα έτσι που σκεφτόσουν πως λίγο ήθελε να σου χιμήξει και να σε μαχαιρώσει στο λαιμό. Το καλοκαίρι με τη ζέστη μάλιστα είχε δει έναν που οδηγούσε με ανεβασμένα τα μπατζάκια στα γόνατα, -είχε πολύ ωραίες γάμπες πάντως και κανένα ξύλινο πόδι. Κι έτσι που 'χε ξεμείνει το λεωφορείο απ’ την παλιά φουρνιά, κακοσυντηρημένο, βρώμικο, με σκισμένα στόρια και παράθυρα που δεν έκλειναν στη βροχή, έτριζε ολόκληρο και βογκούσε έτοιμο να πεταχτεί έξω καθώς έπαιρνε με χίλια την στροφή, η διαδρομή μαζί του ήταν πάντα με καταιγίδα.

Τώρα περίμενε κιόλας πάνω από είκοσι λεπτά αν και σήμερα τουλάχιστον το 'χε φανταστεί πως θα του συνέβαινε. Ήταν Κυριακή στη μέση ενός τριήμερου, η πόλη είχε αδειάσει και τα δρομολόγια είχαν γίνει τόσο αραιά που καταντούσαν σχεδόν αόρατα. Ήταν καλύτερα τα Σάββατα όταν το περίπτερο ήταν ανοιχτό, κυμάτιζαν οι έξαλλοι τίτλοι των εφημερίδων από απόσταση, στον φούρνο και στην υπόλοιπη αγορά μπαινόβγαινε κόσμος. Εξάλλου ποτέ σχεδόν δεν περίμενε μόνος.

Σήμερα όμως του 'χε κακοφανεί λιγάκι, έτυχε να 'ναι ολομόναχος. Είχε βέβαια μια λαμπρή μέρα, με το που βγήκε απ’ την πολυκατοικία τον είχε λούσει το φως, ζαλίζοντάς τον, μεθώντας τον από ευχαρίστηση. Το διαμέρισμά του δυστυχώς έβλεπε στον ακάλυπτο, την άνοιξη που πλησίαζε, μόνο εξ’ αντανακλάσεως μπορούσε να την αντιληφθεί. Και έτσι που περνούσε πολλές ώρες μπροστά στην οθόνη, -έκανε μεταφράσεις από manuals, άχαρη δουλειά που δεν πλήρωνε κι από πάνω -, όσο κι αν του 'λειπε, πιο πολύ θα τον εμπόδιζε το φως ακόμα κι αν υπήρχε.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και τον έκοψε πάλι εκείνος ο γνώριμος τελευταία πόνος στην πλάτη. Θα 'πρεπε να βρίσκει τουλάχιστον λίγο χρόνο να πηγαίνει να τρέχει στο σκονισμένο άλσος που δεν ήταν και τόσο μακριά. Τα απογεύματα, τις σπάνιες φορές που 'χε τύχει να πάει γιατί το σιχαινόταν και τόκανε καταναγκαστικά το τρέξιμο, δεν έβρισκες άκρη να σταθείς από τους ξαναμμένους joggers, νέους και γέρους: οι μικροί προπονούνταν σε μεγάλες παρέες που 'κλειναν όλο το διάδρομο στις στροφές, οι μεγάλοι έκαναν υπομονή μόνοι τους κι έσφιγγαν τα δόντια, όλοι όμως ανάσαιναν βαριά λιγότερο ή περισσότερο, κι έτσι που οι συλλογικές ανάσες τον περικύκλωναν απ’ όλες τις μεριές ένιωθε πολύ χειρότερα, σα να παρευρισκόταν στον επιθανάτιο ρόγχο της πόλης. Μόνο καλό δεν του 'κανε...

Ξαφνικά κι ενώ δεν είχε καθόλου κίνηση εδώ και ώρα, απ’ το πουθενά εμφανίστηκε ένα καμπριολέ με τη μουσική στο τέρμα. Πριν καλοκαταλάβει, τα μπάσα του έχωσαν στο στομάχι μερικές γερές από techno, ενστικτώδικα έκανε να διπλωθεί στα δυο, ο οδηγός αγριεμένος κάτω απ’ τα μοδάτα γυαλιά ηλίου τον κοίταξε μια στιγμή σα να τον έφτυνε, πριν χαθεί στη στροφή πετώντας κώλο. Έπιασε να βηματίζει νευριασμένος πάνω κάτω, φοβόταν κιόλας να απομακρυνθεί κι είχε το νου του συνεχώς στο λεωφορείο μήπως φανεί, και δεν το αποφάσιζε να πάει ούτε μέχρι το αγαπημένο του μαγαζί με δερμάτινα που 'ταν λίγο πιο πέρα.

Όμορφα είχε αρχίσει να γλιστράει το φως φέτα-φέτα πάνω στις σιωπηλές προσόψεις των πολυκατοικιών, τώρα δεν τον τύφλωνε και δεν τον έκανε να μετανιώνει που είχε βγει χωρίς τα γυαλιά του. Κι ο ουρανός δεν ήταν θαμπό γκρίζο σήμερα, -ήταν μέρα γιορτής, να μην το ξεχνάμε-, αντίθετα, ένα προκλητικό γαλάζιο με την ελάχιστη υποψία από σύννεφο στο βάθος. Περνούσαν πότε-πότε αυτοκίνητα, καμιά μηχανή με μισόγυμνους ξετρελαμένους αναβάτες, ενθουσιασμένους με τον καιρό, που γέλαγαν πάντα δυνατά και δε φόραγαν ποτέ κράνος. Μια οικογένεια Αλβανών με το παιδάκι τους, η γυναίκα φορούσε κιόλας πέδιλα, χαμογέλασε ντροπαλά όταν τον πήρε είδηση να κλείνει το μάτι στο παιδί που κρύφτηκε πίσω απ’ τον πατέρα του, μέχρι κι ένας άστεγος. Απ’ το ένα ταλαιπωρημένο παπούτσι του έχασκε η σόλα κι έκανε φλαπ-φλαπ στο πέρασμά του. Αυτός νόμισε πως βρήκε κάτι άξιο λόγου δίπλα από ένα παρατημένο αυτοκίνητο, -ήταν πάνω από χρόνο μόνιμα παρκαρισμένο στη στάση-, έσκυψε κοντά στη ρόδα και ασχολήθηκε λιγάκι μαζί του. Από κει που στεκόταν δεν καλόβλεπε και δεν ήθελε να πλησιάσει κιόλας αλλά μάλλον δεν ήταν τίποτα. Ο άνθρωπος συνέχισε το δρόμο του αργά με το κεφάλι σκυμμένο σαν υπνοβάτης, ήταν μια γκρίζα παραφωνία μέσα στο γλυκό φως κι ας αποτραβιόταν ολοένα εκείνο μέχρι που τον διέλυσε και τον εξαφάνισε στο βάθος του ορίζοντα της πλατείας.

Να, στην πλατεία τώρα, αν ήταν άλλη μέρα θα 'ταν οι νεαροί Κούρδοι που αράζουν ανακούρκουδα και περιμένουν να τους πάρει κανείς για δουλειά, χαμογελώντας φαρδιά πλατιά όταν συζητάνε μεταξύ τους στην μπερδεμένη μα ευχάριστη γλώσσα τους. Και οι μαύροι επίσης, πιο απασχολημένοι εκείνοι, που απλώνουν πολύ τακτικά την πραμάτεια τους, τσάντες και μικροπράγματα που γυαλοκοπάνε, και μεταξωτές πυτζάμες και πειρατικά CD, μαζί με τη γριά με τη μαντίλα που πάντα ζητιάνευε στην αρχή της σκάλας μέχρι που την έδιωξε ένας τυφλός με πολύ κόκκινο πρόσωπο και πήρε τη θέση της. Από απέναντι θα μπορούσε να βλέπει το λεωφορείο αν έρχεται και να χαζεύει ταυτόχρονα. Όμως σήμερα είναι μέρα γιορτής....

Κόντευε σχεδόν μισή ώρα και είχαν περάσει ελάχιστα ταξί που σε κανένα τους δεν άρεσε ο προορισμός του. Τελικά απ’ τη βαρεμάρα κι επειδή είχε πέσει κι άλλο το φως και είχε αρχίσει σοβαρά να υποφέρει μετακινήθηκε στην αρχή διστακτικά, μετά πιο θαρρετά προς το μαγαζί με τα δερμάτινα κοιτάζοντας πότε-πότε πάνω απ’ τον ώμο του για καλό και για κακό. Όμως αντί για τη βιτρίνα κάτι άλλο του τράβηξε την προσοχή. Στην είσοδο της πολυκατοικίας που 'ταν το μαγαζί, η εξώπορτα είχε μείνει ανοιχτή γιατί την είχαν μαγκώσει με το χαλάκι. Κι ενώ δε φυσούσε, όλα τα σκουπίδια κι η σκόνη, το χώμα του δρόμου, είχαν μαζευτεί εκεί μπροστά σα να μην τολμούσαν να προχωρήσουν παραμέσα. Το περίεργο ωστόσο ήταν πως στην άκρη απ΄ το χαλάκι που έμπαινε στην είσοδο, με τη γκρίζα του πλάτη γυρισμένη στο δρόμο και σ’ αυτόν, κούρνιαζε ένα περιστέρι. Πολύ απλά καθόταν ακίνητο, το κεφαλάκι του έγερνε λίγο προς τ’ αριστερά και αδιαφορούσε για όλα και την πόλη, πολύ φυσικά σα να μην ήταν παράταιρη η θέση του εκεί, λίγα μέτρα απ’ το ασανσέρ.

Και κάτι στη στάση του του θύμισε πως ζάρωνε όλο και πιο πολύ η μητέρα του και πως έμοιαζε όλο και πιο μικρή κι ανυπεράσπιστη. Η μητέρα του που πήγαινε να τη δει όπως κάθε βδομάδα και που ξεχνούσε όλο και περισσότερο το πρόσωπό του, καθώς κούρνιαζε κάπως στραβά καθισμένη στον καναπέ με τα πόδια καλά ενωμένα και το κεφάλι να γέρνει λιγάκι απ΄ την ίδια πάντα μεριά ενώ τα μάτια της, αν και φαινόταν συνοφρυωμένη σα να προσπαθούσε διαρκώς να θυμηθεί κάτι το δίχως άλλο σημαντικό, δεν κοιτούσαν πουθενά. Δεν τόλμησε να πάει πιο κοντά, φοβόταν μήπως το περιστέρι ήταν κιόλας πεθαμένο, μπορεί κάποια γάτα ... Κι εκείνη την ώρα το άκουσε πίσω του το λεωφορείο που έμπαινε με τα χίλια στη στροφή, κι ίσα που πρόλαβε να δει το τρομερό γέλιο στο πρόσωπο του πειρατή-οδηγού που άστραφταν τα λευκά του δόντια -και το μαχαίρι?-, κάτω απ’ το τελευταίο φως.

Είχε τότε μια φούρκα και δεν ήταν κανείς να τη μοιραστεί μαζί, όμως και πάλι ήταν να το περιμένεις. Τέτοια μέρα γιορτής η πόλη είχε αδειάσει.

1999/2008

more...

Tuesday, January 1, 2008

Οι καλεσμένοι

(από deplaced ή αστικός πόνος 8/20)


Οι οδηγίες ήταν ξεκάθαρες: Ο Παύλος, ο συντονιστής της ομάδας, θα ήταν η Virginia Woolf μα οι υπόλοιποι 7, -του Χ. συμπεριλαμβανομένου-, δεν θα γίνονταν γνωστοί παρά μόνο από τα ονόματα των ρόλων τους. "Έτσι σεβόμαστε και το 'ψυχιατρικό' απόρρητο", είπε ο Παύλος στον Χ. που δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει ποια περσόνα θα διάλεγε.

"Εγώ φυσικά θα συνεχίσω να έχω κατ’ ιδίαν επαφή με όλους και όλες σας. Πρέπει να συνεχίσεις να με εμπιστεύεσαι, είναι το ίδιο πράγμα μόνο με πιο καινούργιο τρόπο", του είπε ο Παύλος όμως του Χ. δεν του ξεκόλλαγε από το μυαλό πως ούτε ο ίδιος δεν ήταν πολύ σίγουρος για την επιτυχία του πειράματος. Η καινούργια ομάδα θα συναντιόταν on-line μια φορά την εβδομάδα, καθένας και καθεμιά θα δούλευαν πάνω σ’ έναν ρόλο που θα είχε εγκρίνει ο Παύλος. Ο Χ. συνέχιζε να έχει δυσκολίες με τον δικό του, του άρεσαν πολλά πράγματα: θα μπορούσε να είναι ο Χριστός, ο Marx ή η Greta Garbo.

"Γιατί δεν δοκιμάζεις κάτι λιγότερο ανθρωποκεντρικό?", προσφέρθηκε να τον βοηθήσει ο Παύλος. "Δηλαδή τι? Ένα ζώο ας πούμε?" Του Χ. του φαινόταν ακόμα πιο δύσκολο ν’ αποφασίσει τι ζώο θα ήταν, υπήρχε πάντα ο πειρασμός να διαλέξει κάποιο πολύ εξωτικό κι αυτό δεν του ταίριαζε καθόλου κατά βάθος, -πίστευε.

Απ’ τον κίνδυνο του εξωτικού τελικά δεν γλίτωσε. Ένα βράδυ που χάζευε τα ράφια της βιβλιοθήκης του αναζητώντας την έμπνευση, έπεσε το μάτι του σ’ ένα μικρό βιβλιαράκι για την τελετή του τσαγιού που χρόνια πριν τον είχε γοητεύσει για ένα διάστημα. "Να ποιος θα είμαι: ένας Δάσκαλος του τσαγιού! Και μάλιστα όχι όποιος κι όποιος αλλά ο μυθικός Sen no Rikyū, ο πιο διάσημος".

Ο Παύλος έκανε δεκτή την επιλογή του όμως του επισήμανε τον κίνδυνο η περσόνα που είχε διαλέξει να είναι παντελώς άγνωστη σ’ όλους τους υπόλοιπους. "Τον Χριστό τον είχαν διαλέξει, ε?" Ναι, έτσι ήταν. Τον Marx και την Garbo πάλι, όχι. "Καταλαβαίνεις ήδη πολλά από την επιλογή μου, ε?" Ναι, βέβαια αλλά δεν ήταν της στιγμής να το συζητήσουν. Ο Χ. ένιωθε κάπως άβολα με την ιδέα πως ο Παύλος μπορεί και να έβγαζε βιαστικά συμπεράσματα, για τον εαυτό του ήθελε να διατηρεί -και σε μεγάλο βαθμό πίστευε πως το κατάφερνε-, ένα προφίλ χαμηλών τόνων.

Δυο μέρες μετά πήρε ένα email με τη λίστα των υπόλοιπων ρόλων: έχουμε και λέμε, ο Ιησούς Χριστός φυσικά, μια Lolita, o Άι Βασίλης, -έλεος...-, ένας Serial Killer(!), μια Γάτα και....μια Σκατούλα? Ο Χ. γούρλωσε τα μάτια του, δεν ήταν δυνατόν, κάποιο αστείο του Παύλου μάλλον....
Ο Παύλος τέλειωνε το email με μια παράκληση: χρειαζόταν ένα σύντομο βιογραφικό της περσόνας του για να τον γνωρίσουν -όσο γινόταν- και οι άλλοι. Είχε καιρό μέχρι το τέλος της εβδομάδας.
 
Sen no Rikyū (1522-1591) is probably the most renown tea-master in Japan; the one who gave the final touches to chado/shado (the tea-ceremony or the Way -Tao/Dao- of the Tea) transforming it from an imported chinese passtime to the elegant doctrine we still practice today through the main schools: Urasenke, Omotesenke and Mushakojisenke.

Born in Sakai, a port town south of Osaka, he lived during an age of lawless civil war and served under Oda Nobunaga and Toyotomi Hideyoshi, powerful and feared hegemons. 


Rikyū’s practice stayed away from the exuberant splendor of his contemporaries, introducing the concept of "wabi". There’s a saying that: "The study of the Way of the Tea is to study Zen". Wabi probably is too difficult to define straightforwardly but still, we can mention its main qualities: wa (harmony), kei (respect), sei (purity), jaku (tranquility)

The story goes that when Hideyoshi, suspecting him of treachery, ordered
Rikyū to commit suicide, (seppuku or literally hara-kiri: the cutting of the belly), he wrote this last poem before calmly proceeding to his death:

Welcome to thee,
O sword of eternity!
Trough Buddha
And through Daruma alike
Thou hast cleft thy way

 

Αυτά έστειλε ο Χ. μετά από μια σύντομη μελέτη των πηγών του κι ο Παύλος τον ρώτησε γιατί δεν τα είχε μεταφράσει στα ελληνικά. "Θα 'ταν κρίμα για το ποίημα να μεταφραστεί άλλη μια φορά, κι από μένα μάλιστα", δικαιολογήθηκε εκείνος. Όσο για το cleft, ήταν από το cleave που σημαίνει ανοίγω δρόμο. "Με δυσκολεύεις...", κατέληξε ο Παύλος αλλά δεν επέμεινε άλλο. "Και ξέρεις δεν έχω καμιά ανάμειξη στο θέμα της σκατούλας". "Άσε που δεν χρειάζεται και βιογραφικό, ε?", του αντιγύρισε ο Χ., δεν μπορούσε ακόμα να το χωνέψει. "Μα τώρα στα σοβαρά, τι σόι διάλογο θα κάνω με μια σκατούλα, μου λες?". Όμως ο Παύλος ήταν βέβαιος πως στην διάρκεια της λαμπρής σταδιοδρομίας του σαν ασφαλιστής, ο Χ. είχε κάνει πολύ χειρότερες συζητήσεις. "Αυτό να λέγεται..." σκέφτηκε ο Χ. καθώς ξαναθυμήθηκε με φρίκη διάφορα θλιβερά περιστατικά., αλλά δεν του έκανε τη χάρη να συμφωνήσει.

Το Σάββατο είχαν την πρώτη συνάντηση κι ο Χ. ήταν νευρικός χωρίς να καταλαβαίνει γιατί. Όταν μπήκε πάντως, μόνον ο Ιησούς και ο Άι Βασίλης ήταν εκεί. Όλοι οι υπόλοιποι ήρθαν με καθυστέρηση. Στην αρχή ήταν τα τυπικά, ευτυχώς συντόνιζε ο Παύλος, εεε, η Virginia δηλαδή. "Είστε ελεύθεροι να ρωτήσετε όποιον και όποια θέλετε ό,τι θέλετε", είπε η Virginia.
"Δεν είναι κάπως απότομα, έτσι που ξεκινάμε?" αναρωτήθηκε ο
Άι Βασίλης (AB).
"Να τι θα βοηθούσε", πρότεινε η Γάτα (Γ), "αν περιγράφαμε κάπως τον χώρο και τον χρόνο? Θα 'ταν πιο συγκεκριμένο, δεν θα 'ταν?".
"Πολλά ξέρει αυτή για γάτα...", του πέρασε του Χ. απ’ το μυαλό χωρίς να το θέλει.
"Ναι, ναι, αυτό να κάνουμε!", συμφώνησε κι η Lolita (L), «να πούμε ότι είμαστε σ’ ένα σπίτι στο δάσος χειμώνα, με τζάκι...",
"Aρκεί να μην έχει κοντά λίμνη με πέτρες....", πετάχτηκε ο Serial Killer (SK). Του απάντησε μια σειρά από ερωτηματικά, κανείς -με εξαίρεση τον Χ. και τον Παύλο τουλάχιστον-, δεν έδειχνε να έχει καταλάβει τι ήθελε να πει. Ο Παύλος, εεεε, η Virginia δηλαδή, τον επανέφερε στην τάξη, τέτοια σχόλια παραήταν ειδικά, -άσε που ήταν και επιθετικά για την ίδια σκέφτηκε ο Χ. που είχε εντυπωσιαστεί ωστόσο με την επιδειξιομανία του άλλου-, και μήπως παρακαλώ μπορεί να είχαν μια συμπληρωματική εξήγηση? Ε ναι, "H Virginia Woolf είχε αυτοκτονήσει μπαίνοντας σε μια λίμνη με πέτρες στις τσέπες του παλτού της", κι αυτή την λεπτομέρεια δεν την ανέφερε ο Παύλος στο βιογραφικό του.
 

L 2 SK: Wow, τι κακός που είσαι!
SK 2 L: E βέβαια! Τι περίμενες δηλαδή? Και που να δεις τι έχω να σου κάνω στην συνέχεια εσένα ειδικά...
Ιησούς Χριστός (ΙΧ) 2 SK: Νομίζω ότι παραφέρεσαι κάπως.  

Γ 2 SK: Είσαι μεγάλος μαλάκας αλλά τι περιμένεις με τέτοια περσόνα?
SK 2 Γ: Και για σένα έχω κόλπα...
ΑΒ 2 SK: Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι? Γιατί χρησιμοποιείς τόσα αποσιωπητικά?
SK 2 ΑΒ: Άντε και γαμήσου εσύ...Γιατί έτσι μου αρέσει ρε.... να γιατί.....
SK 2 All: Να πάτε να γαμηθείτε...

Εδώ επενέβη η Virginia, η συζήτηση είχε ξεφύγει λίγο, -αυτό βέβαια ήταν ένα πολύ καλό σημάδι, έδειχνε τη δυναμική της ενέργειας που υπήρχε -κιόλας-, αλλά προς το παρόν καλύτερα θα έκαναν να θέσουν προσωπικές ερωτήσεις ο ένας στον άλλον σχετικά με τις περσόνες τους. Μόνον ο Χ. και η σκατούλα δεν είχαν μιλήσει ακόμα. Ο Χ. ένιωθε ταπεινωμένος. Η Lolita πάλι δεν ήθελε να της απευθύνει το λόγο ο Serial Killer, αυτό όμως ήταν αντίθετο στους κανόνες και ξανά παρενέβη η Virginia. Έπειτα όλοι μαζί ρώτησαν την Σκατούλα πως της είχε έρθει να διαλέξει τέτοια "περσόνα": "Ε, είχα μια ίωση τις τελευταίες μέρες και ήμουν πραγματικά άσχημα. Σε κάνουν να σκέφτεσαι τέτοια πράγματα πόσο αβοήθητοι είμαστε....". Σ’ αυτό συμφώνησε ακόμα κι ο Serial Killer. Μέχρι το τέλος της συνάντησης, του Χ. δεν του απεύθυναν το λόγο ούτε μια φορά.

Την επόμενη μέρα της συνάντησης βρήκε ένα email του Παύλου που τον παρηγορούσε διακριτικά. Ίσως έπαιρνε λίγο καιρό στους συνομιλητές του μέχρι να τον συνηθίσουν, πάντως δεν έπρεπε να το βάζει κάτω. "Συνομιλητές να σου πετύχει...." σκεφτόταν ο Χ. με θυμό που άγγιζε επικίνδυνα την περιφρόνηση, όμως στο τέλος αναγκάστηκε να το παραδεχτεί: ένιωθε σαν την αποτυχημένη στολή στο μασκέ-πάρτι, που φεύγει πρώτη γιατί κανείς δεν της δίνει σημασία, ό,τι κι αν λέει η συμπαθητική οικοδέσποινα με το καληνύχτα.

Ακολούθησε ένα τηλέφωνο:
"Γιατί δεν κάνεις κάτι για να σπάσει ο πάγος? Ένα τσάι-πάρτι ας πούμε...Ναι, μια τελετή του τσαγιού! Στο κάτω-κάτω αυτό δεν ήθελες να μας γνωρίσεις?". "Δεν είσαι σοβαρός Παύλο λέω εγώ...Τι να καλέσω δηλαδή? Την σκατούλα σε τσάι? Δεν είμαστε καλά....Και που θα καθίσει μου λες? Θα μου λερώσει το tatami, άσε που θα βρωμάει κιόλας! Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα!". "Άμα θες εσύ όλα γίνονται, σημασία έχει να υπάρχει διάθεση για επικοινωνία. Βάζεις ένα πολύ πρακτικό πρόβλημα τώρα όμως είμαι σίγουρος πως θα βρεις μια λύση, έτσι? Σκέψου το και πες μου, κι εγώ θα ειδοποιήσω και τους άλλους".

Ο Χ. είχε βρει το μπελά του, αυτό ήταν σίγουρο. Βλαστημούσε τώρα την ώρα και την στιγμή που είχε συμφωνήσει να πάρει μέρος σε μια τέτοια κωμωδία. Ο Παύλος του κόστιζε ήδη μια περιουσία κι αυτό έκανε ακόμα πιο ανυπόφορη την κατάστασή του, όμως πάλι μήπως όλη αυτή η αντίδραση ήταν απλά το σύμπτωμα του προβλήματός του? Μήπως γι’ άλλη μια φορά αρνιόταν -όπως το είχε θέσει ο Παύλος- "να επικοινωνήσει"?

Στρώθηκε κάτω να βρει κάποια λύση για να μπορέσει κι η σκατούλα να παρευρεθεί στην τελετή σε ίσους όρους με τους άλλους. Διάθεση για επικοινωνία λοιπόν και καθόλου απομονωτικές και παρεΐστικες τάσεις, αλλά να, δεν έβγαινε με τίποτα! Ακόμα και τη γάτα τη βόλευες κάπου, σε μια γωνιά στην tokonoma στην ανάγκη, αλλά την σκατούλα πως?

Σιγά-σιγά άρχισε να νιώθει πως τον αντιπαθούσε φοβερά τον τύπο και πως τον πείραζε πολύ η ανοχή, για να μην πούμε το ενδιαφέρον και η αποδοχή των υπόλοιπων για μια τέτοια όχι μόνο ταπεινή αλλά και 'βρωμερή' προσωπικότητα. "Άδικο, πολύ άδικο...." σκέφτηκε με παράπονο, "να 'χεις ολόκληρο Δάσκαλο του τσαγιού και να μην του δίνεις σημασία...".

Μετά από λίγο όμως: "Έχει γούστο να ζηλεύω...".

Και διπλασίασε την προσπάθεια για να βρει λύση.

1999/2008

more...

Sunday, December 30, 2007

Παραμονή Πρωτοχρονιάς



O καινούργιος χρόνος μας βρήκε να κρατάμε άθελά μας παρέα σ’ έναν πεθαμένο. Είχε πιει και τον είχε σκοτώσει το κρύο; τα ναρκωτικά; η αδιαφορία των περαστικών;

Πάντως τη δεύτερη φορά που περάσαμε από το ίδιο σημείο –«Σταδίου 54», μου φώναξε ο Χαλίντ όταν μίλαγα με το 166- ακολουθώντας μοιραία την αντίστροφη διαδρομή –«για να μη χαλάσει το προξενιό», όπως πρόλαβε να σχολιάσει γελαστά η Ανθούλα- από την Κοτζιά, -όπου μόλις είχε τελειώσει το θλιβερό πανηγύρι του Δήμου που όπως πάντα το είχαν τιμήσει μόνο μετανάστες-, προς το αμάξι, δεν ήταν πια δυνατό να τον αγνοήσουμε. Το ΕΚΑΒ δυσκολευόταν να πειστεί: «Μερικές φορές οι μεθυσμένοι δεν ακολουθούν». Όμως αυτός ήταν ξερός σαν ξύλο καθώς καθόταν οκλαδόν σα να έκανε διαλογισμό με την πλάτη σ’ ένα κουτί του ΟΤΕ. Δεν κούνησε ούτε όταν τον σκούντηξε ελαφρά η Ανθούλα στον ώμο, πολύ λιγότερο όταν κάποιος που τον παραμόνευε από ώρα όπως θυμήθηκε μετά ο Χαλίντ, άρχισε να του ψαχουλεύει τις τσέπες. Όσο να πάμε με την Ανθούλα προς το περιπολικό που άραζε λίγο πιο πάνω στον πεζόδρομο της Αιόλου, με τους δυο αστυνομικούς με πολιτικά που χαλάρωναν και που, ναι, ήξεραν «το περιστατικό», και να καταφέρουμε τον ένα να πάρει απρόθυμα τον χοντρό του κώλο και να 'ρθει μαζί μας, ο Χαλίντ κι η Κέεκο –με πνιγμένη λύσσα- είχαν χαλάσει τη δουλειά του αρπακτικού.

Τώρα, κρατώντας αποστάσεις, παρίστανε τον τύπο που νοιάζεται. Όμως ψάχνοντας, είχε γείρει υπερβολικά τον πεθαμένο και δεν είχε μπορέσει να τον ξαναστήσει μετά με καμιά δύναμη. Νέος άνθρωπος εκείνος, με το σκούρο κουστούμι, το λευκό πουκάμισο με το μυτερό γιακά και τα λουστρίνια, τώρα πια τη μύξα που πάγωνε στο ένα του ρουθούνι. «ΑΔ», είπε με το που τον πλησίασε ο ένας του ΕΚΑΒ ενώ φορούσε τα γάντια του, μιας χρήσης. Βαριεστημένα, με άδεια μάτια, γύρισε προς το μέρος μας μετά: «Μην κάθεστε κι εσείς άλλο, είναι νεκρός». Απομακρυνθήκαμε, ρίχνοντας στενάχωρες ματιές πίσω μας στο όρνιο που έμενε πάντα στη θέση του.

Με ωμή περιέργεια κάρφωνε τον πεθαμένο που ετοιμάζονταν να μετακομίσουν, τα λιγνά του χέρια του σφιγμένα στις τσέπες του λεπτού του μπουφάν. «Καυκάσιος», σχολίασε ο Χαλίντ. Ποιος ξέρει τώρα τι πολύτιμο να 'χε ψαχουλέψει πριν τον διακόψουμε και τώρα λυπόταν που το 'χανε μπροστά στα μάτια του…

2005

more...

Sunday, December 23, 2007

From the Edge


8:50
Όλοι μου έλεγαν να μη παρατήσω τη δουλειά αν δεν έβρισκα πρώτα κάτι άλλο. Άνοιξα τα μάτια μου κι έχει μια λαμπερή μέρα, χειμωνιάτικη βέβαια, αυτό χωρίς αμφιβολία αλλά με όμορφο, καθαρό ουρανό, τέτοιο που έχει πάντα μόνο μετά από μέρες κακοκαιρίας και σκουντουφλιάσματος. Αυτή είναι η πρώτη «ελεύθερή» μου μέρα μετά από χρόνια. Τέρμα η δουλειά, τουλάχιστον η κακόμοιρη δουλειά που είχα. Πάμε γι’ άλλα.

9:30

Κρυώνει το υποκατάστατο καφέ πιο πέρα, κι η samba σφυρίζει μαζί μου, για πρώτη φορά τραγούδια της αγάπης χωρίς πόνο, αγάπη μου, κι ας δεν θα 'σαι μαζί μου τις γιορτές. Προσπαθώ τώρα να φανταστώ την έκφρασή σου μόλις θ’ ανοίξεις το email: σου στέλνω αυτή τη δεμένη-στην απόλυτη-διάθεσή-σου γιαπωνέζα μια κι είχαμε τις προάλλες την συζήτηση για το κιμονό. Υποταγή λοιπόν, μόνο σε κάποιον που δεν το ζήτησε ποτέ. Μου λείπεις ήδη. Θα σε βγάλω βέβαια τώρα απ’ το μυαλό μου για να καταπιαστώ με τις κάρτες και τα δέματα που με περιμένουν ανακατεμένα πάνω στο μεγάλο μου τραπέζι. Χαρά είναι κι αυτή τέτοιες μέρες αν και για μερικές απ’ αυτές τις κάρτες θα πρέπει σοβαρά να συγκεντρωθώ. Κι ας κορνάρει απ’ έξω το ποτάμι της λεωφόρου, ανυπόμονοι όλοι όχι μόνο τέτοια εποχή.

Δεν σε ξέχασα Keiko, έχουμε να «μιλήσουμε» πριν απ΄ το καλοκαίρι, σ’ εκείνο το τελευταίο μου γράμμα, -που ίσως και να μην έλαβες αφού μάλλον θα είχες κιόλας φύγει για Ευρώπη-, σου 'λεγα πως κάποιο λάθος θα 'κανα σίγουρα με τη διεύθυνση της Yamaguchi-san: το φροντισμένο γράμμα που με τόσο κόπο –γεμάτο γιαπωνέζικες περικοκλάδες- έγραψα στον άντρα της, που δεν έτυχε να γνωρίσω, μου γύρισε πίσω. Το στέλνω τώρα σε σένα, -τρυφερά το ενταφιάζω ανάμεσα στο χοντρό χαρτί περιτυλίγματος και την πλάτη από το κουτί απ’ τα κουραμπιεδάκια που αν θυμάμαι καλά σας είχαν αρέσει και πέρυσι, αλήθεια πως είναι η μαμά σου? Keiko, I really want this letter to reach him so that he can know how much I treasured late Mrs Yamaguchi’s care and attention during the 3.5 years that I happily spent with you all. Μετά είναι ο Mauricio, «μιλάμε» μόνο κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, Mauricio, our Anna has two kids already! Isn’t it amazing how time seems to step up for some while for others doesn’t progress at all? Και στο θείο μου στην Αμερική κουραμπιεδάκια, και λίγα λόγια τυπικά, χαιρετισμούς και στους υπόλοιπους κι ας διέλυσε η οικογένεια. Κι εγώ απ’ τη μεριά μου για τέσσερεις υπογράφω, το συζητήσαμε με την αδερφή μου κι αποφασίσαμε πως δεν έχει βιβλία για έλληνες μετανάστες στην Αμερική φέτος, μόνο κάτι ουδέτερο όπως γλυκά. Είναι βέβαια τίγκα στην άσπρη σκόνη και μετά «το χτύπημα» που εξαιτίας του αρπαχτήκαμε άσχημα κιόλας, -τους πιάνετε τους «κακούς» θείε? τους πιάνετε?-, ίσως και να μην είναι η πιο καλή ιδέα... Στον παλιό μου σπιτονοικοκύρη κάτι επίσης ουδέτερο, αλλά την πιο όμορφη κάρτα από τις κινέζικες της Unicef: ένα φύλλο από σφεντάμι σε κόκκινο και χρυσό. Στη Σοφία γράφω τη μόνη κάρτα εσωτερικού: πόσο θα 'θελα ν’ ανέβω στα μέρη σου, με τρομάζει όμως η κακοκαιρία, -και τα έξοδα πια....

Έρχεται κι η ώρα για την κάρτα που απαιτεί τη μεγαλύτερη συγκέντρωση, αυτή πηγαίνει στη Master μου. “Dear sensei, I always knew that you were going to write this book, besides it was badly needed. Now I’m happy that you remembered me and sent it to me, it will serve from now on as a very trustworthy guide every time I am questioned about Zen. There’s more to it from a quite personal point of view: I like your photo in the back cover, you look so serene, I guess it brings back memories of all the blessed –and cold…-Saturday mornings we spent together discussing after Zazen, blessed matters like the colors of the robes of Buddha, brown, like the dirty muddy rags of the outcasts”.

11:15
Στο μαγαζί με τους ξηρούς καρπούς γίνεται χαμός. Αυτή τη φορά βοηθά ως κι ο manager, με τα χεράκια του κόβει το χαρτί περιτυλίγματος, τον ταλαιπωρώ. Θέλω ένα μικρό καλάθι μ’ ένα –βιολογικό- κρασί και ξηρούς καρπούς που θα τους διαλέξω εγώ. Όσο γι’ αυτό το πιάτο, ναι, βέβαια το ξέρω πως δεν είναι κανένα συλλεκτικό, απλά τo 'χα δανειστεί για πολύ καιρό και τώρα σκέφτομαι να το επιστρέψω γεμάτο με marzipan. Πως σας φαίνεται η ιδέα? Αφήστε το σε μένα το κόψιμο του πάτου, τι διάβολο, έκανα μακέτες παλιά. Η κοπέλα που φτιάχνει το καλάθι βιάζεται στην αρχή αλλά χαλαρώνει μόλις ενώνονται τα χέρια μας στο δέσιμο της κορδέλας, «θα σας φτιάξω και το πιάτο, αφού σας άρχισα». Γύρω στριφογυρίζει κόσμος που πελαγώνει ανάμεσα σε φιστίκια Αιγίνης και σε Βrazilian nuts, ο manager τσακώνεται στο τηλέφωνο με μια εταιρεία taxi, γούνινα μανίκια που ανήκουν σε καλοδιατηρημένες κυρίες τρίβονται πάνω μου, το –αντι-οικολογικό- σελοφάν γλιστρά με θόρυβο στα χέρια μου καθώς το κατσαρώνουν με το ψαλίδι. «Ωραίο έγινε το πιάτο σας», μου λέει τελικά ο manager, και μετά: «έρχεστε συχνά εδώ?», «Συνέχεια», του λέω και με πιάνουν τα γέλια γιατί όντως το είχα παρακάνει τελευταία, με την άκρη του ματιού μου χαϊδεύω τα πούρα κλειδωμένα στην βιτρίνα τους. Κομμένα κι αυτά από δω και πέρα.

13:00
Τελικά ήταν βλακεία να πάρω μαζί μου το καλάθι στις τράπεζες. Στην Εργασίας έπεσε το σύστημα και κατάπιε μάλιστα και την κάρτα του μπροστινού μου στην ουρά για το ΑΤΜ. Στην Εμπορική ξέμπλεξα σχετικά γρήγορα αλλά στην Εθνική άραξα υπομονετικά μαζί με το καλάθι πάντα ενώ σαλταρισμένες υπάλληλοι ρώταγαν τον κόσμο τι συναλλαγές πρόκειται να κάνει χωρίς αυτό ωστόσο ν’ αλλάξει κανενός την κατάσταση. Καθόμουν δίπλα στο δέντρο τους και δε μπορούσα παρά ν' αναρωτιέμαι αν κάποιους κι από αυτούς τους υπαλλήλους τους είχαν χώσει «εθελοντικά» στον στολισμό, «για το καλό» και στο πλαίσιο του ομαδικού πνεύματος που φαίνεται να καταδυναστεύει όλο και πιο πολύ τελευταία τα περιβάλλοντα εργασίας, σύμφωνα και με τα πιο εκσυγχρονιστικά πρότυπα. Έσπρωξα και λίγο πιο μέσα με το νύχι το παρδαλό περιτύλιγμα ενός από «τα δώρα» που 'χε ήδη ανοίξει: ένα άδειο κουτί από τηλεφωνική συσκευή. Πέρασα τουλάχιστον μισή ώρα εκεί μέσα μελετώντας το φυλλάδιο για το ευρώ που μας είχαν μοιράσει νωρίτερα στην Εμπορική.

14:30
Ακούμπησα το εντυπωσιακό χωρίς αμφιβολία καλάθι μου στο μπουφέ, ο πατέρας μου από την πολυθρόνα του μπροστά στην τηλεόραση του έριξε ένα επιδοκιμαστικό βλέμμα. «Είχες πυρετό σήμερα?», «Όχι, καλά είμαι. Έχεις φάει? Να πάρεις φρούτα φεύγοντας και γλυκά, έχουμε κουραμπιέδες, μελομακάρονα». Mέτρησα γύρω μου τη σπατάλη. Προς στιγμή σκέφτηκα να μαζέψω κάμποσα απ’ ολ’ αυτά για τους πρόσφυγες το απόγευμα αλλά δεν το 'κανα. Βαριόμουν τις εξηγήσεις. Από τη μισάνοιχτη πόρτα της κρεβατοκάμαρας πιο πολύ μάντεψα την ακινητοποιημένη μητέρα μου. «Να δώσεις κι αυτό το δέμα στην Ταμάρα το απόγευμα που θa 'ρθει, έχει διάφορα ψιλοπράγματα για τα εγγονάκια της».

14:40
Στο ρετιρέ έκανε ψύχρα. Πρόλαβα την αδερφή μου πριν φύγει για τη δουλειά όταν ανέβηκα με τον δίσκο μου να φάω μπροστά στην δική της τηλεόραση. «Πρόσεχε το τραπεζάκι να μη λυγίσουν τα πόδια του, είναι για κρεβάτι», είπε όταν στρώθηκα να φάω πάνω στο χαλί. Της άρεσαν οι γιαπωνέζικες μπάλες-μπαλόνια (πάλι Unicef) που της είχα φέρει και βάλθηκε να τις φουσκώνει. «Βάζω στοίχημα πως πήρες τα καλύτερα χρώματα», έκανα όχι με το κεφάλι, κι όταν κατάπια: «ήταν διπλές, τις πράσινες μάλιστα στις έφερα και τις δύο». Στην οθόνη –στις ειδήσεις κιόλας!- είχε έναν ηλίθιο που προσπαθούσε να μας πείσει να δούμε την θεατρική του παράσταση επειδή περίμενε τη γέννηση της εξώγαμης κόρης του, σ’ αυτό το συμπέρασμα τουλάχιστον κατέληξα εγώ. Άλλαξα κανάλι κι έπεσα στο κρατικό, εκεί είχε πιο σοβαρό πρόγραμμα: ένα ρεπορτάζ για τους άστεγους. Μου κάθισε η μπουκιά στο λαιμό, μερικά απ’ τα πλάνα θα μπορούσε να είναι βγαλμένα από το video που χρησιμοποίησα στη διπλωματική μου στο Τόκιο. «Μμ, κι εσείς στην οργάνωση τι κάνετε? Αν νομίζετε πως θα εξιλεωθείτε με τόσο λίγο....», σχολίασε η αδερφή μου όταν της είπα πως η ΜΚΟ θα μου 'τρωγε τουλάχιστον 5 ώρες. Δεν ήταν στις καλές της. «Μου τη δίνουν οι γιορτές», γύρισε σοβαρά και μου είπε. Σκέφτηκα πόσο της ταίριαζε αυτό. Προσπαθούσε να ανεβάσει στην πλάτη το φερμουάρ από ένα πολύ κομψό φόρεμα, ούτε κι εγώ τα κατάφερνα. «Πιο καλή η μοναξιά...», σχολίασε, στο τέλος το έκλεισε μόνη της. «Έχω τόσα στο κεφάλι μου και μόνο για το φαγητό... Φέτος λέω ν’ αντικαταστήσω τη γαλοπούλα σας με χοιρινό με σέλινο», διαμαρτυρήθηκα έντονα, «πότε ζήτησες βοήθεια και σου είπαμε όχι? ο μπαμπάς και μόνος του τα καταφέρνει περίφημα!», «πρέπει να 'χεις κι έφεση σ’ αυτά....(κοιτώντας με επιτιμητικά), ο μπαμπάς αν τον αφήσω θα την πνίξει στο λάδι... ωχ, κι έχω και τους πελάτες!... τέτοιες μέρες γίνονται ακόμα χειρότεροι, τις καραμελίτσες (Harry Potter) βέβαια θα τις πάω στα παιδιά, για μια στιγμή χάρηκα πως μου είχες φέρει το δαχτυλίδι...», «The Lord of the Rings»? δεν το παίζει ακόμα, τι είναι πάλι αυτό με το δαχτυλίδι?». Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έδειξαν έναν άστεγο που κοιμάται τα τελευταία τρία χρόνια στο παλιό του αυτοκίνητο, η κάμερα καδράρισε το σταματημένο του ρολόι, μετά γύρισε στο πρόωρα γερασμένο πρόσωπό του: «Δεν είναι ζωή αυτή ρε παιδιά....»

Στην πόρτα της είπα: «Φέτος –κι όσο έχω ακόμα λεφτά, έτσι?-, λέω να σου κάνω δώρο 50.000 να πάρεις μισό ή ολόκληρο το τραπεζάκι του σαλονιού», σήκωσε τα φρύδια της, «Να ερωτεύεσαι συχνότερα!», Ι rolled my eyes in fake despair.... Αυτό πάλι το σημάδι κάτω απ΄ το μάτι σου? Δεν είναι κριθαράκι», «Είναι ένα καινούργιο απ’ τα δερματικά μου, χτυπάνε πάντα τη δεξιά μου πλευρά. Κι εσένα η ελιά σου που μεγαλώνει?», αλλά δεν ένιωσα ίχνος χαιρεκακίας πιο πολύ από κεκτημένη ταχύτητα να ανταποδώσω το είπα. «Απίστευτο το τι περνάτε κι εσείς οι “ψυχασθενείς”!», και μετά αποτρεπτικά σα να 'κανε το σήμα του εξορκισμού: «H ελιά μεγαλώνει από εξωτερικούς παράγοντες!» Της τα συγχωρούσα βέβαια όλα, είναι και βαριά η δουλειά της: φυσιοθεραπεύτρια σε παιδιά με ειδικές ανάγκες, κι εξάλλου αν δεν ήταν αυτή μάλλον δεν θα 'χα αντέξει ό,τι συνέβη στη μητέρα μου.

15:45
Στη στάση του λεωφορείου κάθισα για αρκετή ώρα στον ήλιο, έβγαλα και τα γυαλιά μάλιστα και τον άφησα να χαϊδέψει το σημάδι μου. Του κάνει καλό. Μετά βαρέθηκα, άρχισα να κρυώνω απ΄ το άλλo μάγουλο και πήρα το μετρό.

16:20
Δεν έπρεπε να 'χω σταματήσει στο video club, θα καθυστερήσω την ομάδα. Ωστόσο πέτυχα το «2010: The year we made contact», που δεν το 'χω δει.

17:10
Πήρα και τους είπα πως θ’ αργήσω. Κακώς έβαλα το DVD, ώσπου να πέσουν οι τίτλοι και να φτιάξω δεύτερο υποκατάστατο καφέ πήγε 17.00. Ξαναντύθηκα σαν την τρελή, στο γραφείο η ώρα δεν πέρναγε με τίποτα....

17:50
Μιλήσαμε στο κινητό κανα δυο φορές κι έτσι δεν πέρασα καθόλου από την οργάνωση παρά πήγα κατευθείαν στο στέκι. Τους πρόλαβα στη πόρτα, η Λία έβγαζε το συναγερμό κι ο Ομάρ –ευτυχώς- είχε απωθήσει το σκυλί στην αυλή. Σήμερα έχουμε εννιά άτομα κι ο Σαΐντ θα έρθει αργότερα. Με το που μπήκαμε μ’ έπιασε κατάθλιψη. Οι χρήστες τοιμάζουν ποιος ξέρει τι κι είχαν κάνει το χώρο άνω-κάτω. Είχαν σχεδιάσει χοντροκομμένα με κάρβουνο κι έναν τεράστιο Αι-Βασίλη πάνω σ’ ένα κομμάτι κόντρα πλακέ που αργότερα θα θύμιζε στον Σαΐντ, «guerilla»...

Είχε όμως και χειρότερα. Η εκδήλωση της Κυριακής παρά την επιτυχία της απέδωσε μόνο 200.000, οι εργαζόμενοι, ανάμεσά τους μια επισκέπτρια υγείας απλήρωτη από τον Αύγουστο, παραιτήθηκαν ομαδικά. Δεν υπάρχουν λεφτά ούτε καλά-καλά για το νοίκι, χωρίς επαγγελματίες κινδυνεύουν κι οι ξενώνες. Πήρα αμέσως το Μάνο, έτσι ήταν ακριβώς, ακουγόμουν στενοχωρημένη? Δεν έπρεπε να 'χω φύγει απ’ τη δουλειά χωρίς να 'χω πρώτα σιγουρέψει κάτι άλλο, να τα πούμε κάποια στιγμή από κοντά?

Επάνω το νερό δεν είχε προλάβει να ζεσταθεί καλά κι οι δυο πρώτοι τουρτούριζαν γυμνοί με τις σαπουνάδες αναμετάδωσε σχεδόν θριαμβευτικά ο Ομάρ. Άθελά μου σκεφτόμουν πως είχαν βρει κι εδώ αυτά που είχαν αφήσει πίσω στο Αφγανιστάν, κρύο και πείνα, μόνο πόλεμο που δεν είχαμε. Στο πλυσταριό άρχισε να ζεσταίνει κι ήταν ευχάριστα. Στην αίθουσα που μαζευόμαστε όλοι είχε χαθεί το remote κι ο κόσμος κρύωνε. Ένας πιτσιρικάς με το χέρι στο γύψο όλο γέλαγε, στο πάνω σαγόνι του 'λειπαν τα περισσότερα δόντια: «Ι want know what say about me», να άλλος ένας που μιλά λίγα αγγλικά. Σχολιάζαμε πως με το χέρι θα δυσκολευόταν να πλυθεί, έπρεπε να μείνει στεγνό. «Ι brought him help», γελώντας πάντα έδειξε ένα άλλο αγόρι με έντονα ασιατικά χαρακτηριστικά που κι αυτό χαμογέλαγε. Ο Ομάρ έπιασε να του τυλίγει το χέρι με μια σκουπιδοσακούλα, ήταν τόσο μεγάλη που μπορούσες να τον χώσεις όλον μέσα έτσι φτενός που ήταν. «Ομάρ, μην τον σφίγγεις τόσο, θα του κόψεις την κυκλοφορία του αίματος», κούνησε τις μπούκλες της η Λία με authority, είναι φοιτήτρια Ιατρικής στο 3ο έτος.

Οι από πάνω κατάφεραν με το ζόρι να πλυθούν και κατέβηκαν ξεπαγιασμένοι κάτω, βρήκα το remote στην κλειδωμένη τουαλέτα για το προσωπικό και κάπως συνήλθαμε. Δώσαμε και μιά πετσέτα σ’ ένα παιδί που είχε φορέσει το μπουφάν σαν φούστα γιατί είχε βάλει το μοναδικό του παντελόνι για πλύσιμο. Πιο πολύ επέμεινα με την πετσέτα γιατί δεν άντεχα άλλο να βλέπω τα λεπτά σαν καλαμάκια πόδια του. «Είσαι Tadjik?», «Ναι», είπε το παιδί με το γύψο πάντα γελώντας, πειραματιζόταν κιόλας με κάποιες ελληνικές λεξούλες, ο φίλος του με τα ασιατικά χαρακτηριστικά Χαζάρος. Η Λία θαμπώνεται άλλη μια φορά με το ταλέντο μου στις φυσιογνωμίες, όμως πια είναι απλό να τους ξεχωρίσεις γιατί μέχρι τώρα δεν είχαμε κι άλλες φυλές, μάταια ρωτούσαμε στην αρχή για Pashtun λες και κάναμε συλλογή. Του παιδιού ένα φορτηγό του 'χε σπάσει το χέρι στην Πάτρα, «Τρακτέρ?», λέει γελώντας ο Ομάρ που δεν καταλαβαίνει γρυ αγγλικά, «Νooo, track», επιμένει το παιδί.

19:30
Πήρα άπειρες φορές κι έβγαινε ο τηλεφωνητής μέχρι που το σήκωσες. Είναι τώρα κι όλ’ αυτά μαζεμένα, δεν πήγε καλά η συνομιλία, έτσι? Πήρες το email μου και σου λείπω κι εγώ αλλά δεν υπάρχει λόγος «να σε παίρνουν και τα σκάγια». Και βέβαια, πολύ λογικά, «δεν ξέρεις», δεν ξέρεις αν έκανα καλά που έφυγα απ’ τη δουλειά, δεν ξέρεις πως νιώθω. Ξέρω πως κι οι δυo θέλουμε να βρεθούμε πριν φύγεις, πριν επιστρέψεις για λίγο ή για πάντα και μέχρι το καλοκαίρι στη νομιμότητα και στη γυναίκα σου, σε όλα εκείνα που ήταν η ζωή σου πριν σε γνωρίσω, πριν εισβάλλω «σαν τους Ταλιμπάν», που 'ναι και της μόδας τελευταία, και τα αναστατώσω όλα. Σου ζητάω συγγνώμη, ακόμα κι οι τρόποι που υποφέρουμε είναι αντίθετοι. Όμως με ξέρεις πια, βγάζω βία και –τι ανακούφιση!-, «δε θα μου κάνεις τη χάρη» να με μισήσεις γι’αυτό. Ευτυχώς η Γαρμπή κι η Βίσση –μου λένε-, στο ράδιο, κρύβουν με τις αγριοφωνάρες τους την ένταση της φωνής μου από τους μέσα.

20:00
Ο Σαΐντ ήρθε μες στην άσπρη σκόνη, πιο καταπονημένος από ποτέ. Είναι η περσική αδυναμία μου εκεί μέσα, τον νιάζομαι, όσο κι αν μιά φορά που απ’ έξω-απ’ εξω θέλησε να με πάει γυρίζοντας μαζί μέχρι το σπίτι, αρνήθηκα –θέλω να πιστεύω- κομψά. Μένουμε και σχετικά κοντά, αυτός στον ξενώνα της Εθελοντικής αλλά από τότε που χώρισα με τον Χαλίντ κρατάω κάποιες αποστάσεις. Δουλεύει αυτές τις μέρες σ’ ένα διαμέρισμα που ανακαινίζεται και τρίβανε μάρμαρα. Πρόσεξα πως στο δεξί του παπούτσι σε κάθε βήμα έχασκε η σόλα, κι όμως ήταν εδώ για να βοηθήσει κάποιους άλλους σε χειρότερη μοίρα απ’ αυτόν. Μας έδωσε το χέρι του, σκασμένο απ’ το κρύο, σφιγμένο σε γροθιά «για να μη μας λερώσει», ίσα που άγγιξα το άγριο του δέρμα κι ένιωσα παράξενα σα να 'κανα κάτι θρησκευτικό.

Η αρχική μας χαρά πως θα τελειώσουμε νωρίς με τόσο λίγα άτομα πήγε στράφι αφού ο θερμοσίφωνας αργεί να ζεστάνει... Ευτυχώς άρχισε η Λία τα αστεία με τον Ομάρ και διορθώθηκε λίγο το κλίμα. Ο Ομάρ είναι νέος μεταφραστής-εθελοντής κι αν και με τα αραβικά του ως Σύρος Κούρδος δεν τα καταφέρνει καθόλου καλά με τους περσόφωνους, μιλάει σπουδαία ελληνικά, τις πιό πολλές φορές τον κάνουν για επαρχιώτη αλλά σπάνια για ξένο. Έχει πλάκα και τονίζει συνεχώς πως αυτός είναι «οικονομικός μετανάστης» κι όχι «σαν κι αυτούς». Και πράγματι με το βαρύ του macho παρουσιαστικό, καλά ντυμένος, χορτασμένος κι ασφαλής με σχεδόν μόνιμη δουλειά σα φαναρτζής, ενισχύει τη διαφορά. Πιστεύω τώρα πως μπορεί να 'ναι κι αλήθεια πως τον ζήλευε τρελά η Πόντια που τη χώρισε από το «μουσουλμανικό γάμο», αλλά ξέρω κι άλλα: στον Πέτρο είχε πει πως τη χώρισε «γιατί μιλούσε πολύ». Έχω την προσοχή μου περισσότερο στον Σαΐντ, χάνεται για καιρό μερικές φορές, «μπλέκει με δουλέμπορους?», το κινητό του τελευταία ήταν συνεχώς κλειστό, τώρα τον βλέπω με καινούργια συσκευή. Μπορεί να του βρεί ο Ομάρ κανένα φτηνό αυτοκίνητο, έστω και με γερμανικές πινακίδες?

Είναι ώρα που μας τρώει με τα μάτια ένα παιδί που φορά ένα μαύρο σκουφί και φαίνεται πολύ ταλαιπωρημένο. Στο τέλος πλησιάζει το τραπέζι μας και μας ρωτά σε καλούτσικα αγγλικά την προφορά για το ι, το υ, και το ει. Κουνάμε το κεφάλι απολογητικά, είναι η ίδια για όλα. Και η διαφορά του σ και του ψ? Η πάλι το θ? Βλέπω πως αμέσως κάνει τη μεταγραφή στα αγγλικά, το θ είναι το th, right? Right. Τη στιγμή που πιάνω από κοντά το βλέμμα του κάνω ένα περίεργο bonding μαζί του, όμως προσπαθώ να το κρύψω. Έχει δίκιο ο Ομάρ, το παιδί με το σκουφί είναι Κούρδος από το Ιράκ και δεν έχει πολλά-πολλά με τους Αφγανούς αλλά θέλει να κάνει παρέα μαζί μας. Από τη μεριά μου και μόλις καταλαβαίνω πως σήμερα η συντροφιά έχει απ’ όλα, μέχρι και «σκληρούς» του Ιράκ, είμαι ικανοποιημένη που μπορούμε όλοι μαζί να συνυπάρχουμε, έστω και σε παρέες-παρέες. Ακόμα θυμάμαι τα μαχαιρώματα στις ειδήσεις στην Πάτρα.

23:20
Φεύγουμε πανικόβλητοι για να μην χάσουν η Λία κι ο Ομάρ το τραίνο. Οι πετσέτες για την Παρασκευή έμειναν πάλι βρεγμένες. Τον Σαΐντ τον καταφέραμε να φύγει νωρίτερα, ήταν πτώμα και δεν υπήρχε λόγος να γυρίσει μαζί μου και να χάσει το τελευταίο λεωφορείο όπως την άλλη φορά. Καθώς έφευγε του 'χωσα στο σακίδιο κάπως παράμερα απ’ τους άλλους το δωράκι μου για τα Χρόνια Πολλά: δυό σοκολατένιες ομπρελλίτσες, φώτισε ολόκληρος από χαρά, όμως εγώ δε μπορώ ακόμα να ξεχάσω το κέρασμα στο σουβλατζίδικο και τα τριαντάφυλλα για μένα και την Ανθούλα, ίσως και με το τελευταίο του πεντοχίλιαρο. Τόσο περήφανος.

Έφυγαν και τα παιδιά. Την ώρα που σκουπίζαμε πάλι συναντηθήκαμε με το παιδί με το σκουφί, μετά το μπάνιο είχε ξυριστεί και σα να 'σβησε η ταλαιπωρία από το πρόσωπό του. Είχε μείνει τελευταίος να πάρει τα εσώρουχά του, είναι ο πρώτος που βλέπω να φέρνει για πλύσιμο. Κρατούσε τη σκούπα, εγώ το φαράσι και καθώς έσκυψε με κοίταξε γελαστά αλλά και λίγο παραπονεμένα στα μάτια: «Νο pain, no gain...». Του χαμογέλασα κι εγώ με κόπο, δεν ήμουν τόσο σίγουρη. «Which city are you from?», «East Ajerbaijan», μου απάντησε κι έλαμψε λίγο το πρόσωπό του. Τον είχα ξεχωρίσει τελικά.

23:50
Μέχρι να φτάσω μ’ έφαγε το κρύο, ήταν η πρώτη φορά που γύριζα μόνη.

00:30
Κάθισα να φάω μπροστά στην οθόνη μα μόλις έπεσαν οι τίτλοι και χάθηκε η μαγεία της μουσικής του 2001, κατάλαβα πως το έργο δε λέει. Δεν είχα όμως ύπνο μετά τα email σου, ήμουν σε ένταση κι ήθελα μόνο να σε δω αύριο, έστω και για λίγο. Παραθέτω τα στιχάκια γιατί μου 'φτιαξαν το κέφι:

Το κορίτσι με το κιμονό
Μου το 'στειλες για πρωϊνό?
Αν κάνεις catering στο χάδι
Τι θα μου στείλεις για το βράδυ?


Όσο για το sexiest dessert alive, θα λάβω σοβαρά υπόψη μου τη συνταγή και θα τη βάλω μπροστά κάποια στιγμή παρά το ότι η σχέση μου με την τέχνη του φαγητού –όπως δίκαια παρατήρησε η αδερφή μου εξάλλου-, δεν είναι η καλύτερη.

1:05
-Chlorophyll!
-Jesus!
-Is it organic?
-I think so.
-I’ll bring the probe lower.
-What’s down in that crater?
-There! There!

(BOOOM!!!)


19.12.01

more...