Tuesday, January 1, 2008

Οι καλεσμένοι

(από deplaced ή αστικός πόνος 8/20)


Οι οδηγίες ήταν ξεκάθαρες: Ο Παύλος, ο συντονιστής της ομάδας, θα ήταν η Virginia Woolf μα οι υπόλοιποι 7, -του Χ. συμπεριλαμβανομένου-, δεν θα γίνονταν γνωστοί παρά μόνο από τα ονόματα των ρόλων τους. "Έτσι σεβόμαστε και το 'ψυχιατρικό' απόρρητο", είπε ο Παύλος στον Χ. που δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει ποια περσόνα θα διάλεγε.

"Εγώ φυσικά θα συνεχίσω να έχω κατ’ ιδίαν επαφή με όλους και όλες σας. Πρέπει να συνεχίσεις να με εμπιστεύεσαι, είναι το ίδιο πράγμα μόνο με πιο καινούργιο τρόπο", του είπε ο Παύλος όμως του Χ. δεν του ξεκόλλαγε από το μυαλό πως ούτε ο ίδιος δεν ήταν πολύ σίγουρος για την επιτυχία του πειράματος. Η καινούργια ομάδα θα συναντιόταν on-line μια φορά την εβδομάδα, καθένας και καθεμιά θα δούλευαν πάνω σ’ έναν ρόλο που θα είχε εγκρίνει ο Παύλος. Ο Χ. συνέχιζε να έχει δυσκολίες με τον δικό του, του άρεσαν πολλά πράγματα: θα μπορούσε να είναι ο Χριστός, ο Marx ή η Greta Garbo.

"Γιατί δεν δοκιμάζεις κάτι λιγότερο ανθρωποκεντρικό?", προσφέρθηκε να τον βοηθήσει ο Παύλος. "Δηλαδή τι? Ένα ζώο ας πούμε?" Του Χ. του φαινόταν ακόμα πιο δύσκολο ν’ αποφασίσει τι ζώο θα ήταν, υπήρχε πάντα ο πειρασμός να διαλέξει κάποιο πολύ εξωτικό κι αυτό δεν του ταίριαζε καθόλου κατά βάθος, -πίστευε.

Απ’ τον κίνδυνο του εξωτικού τελικά δεν γλίτωσε. Ένα βράδυ που χάζευε τα ράφια της βιβλιοθήκης του αναζητώντας την έμπνευση, έπεσε το μάτι του σ’ ένα μικρό βιβλιαράκι για την τελετή του τσαγιού που χρόνια πριν τον είχε γοητεύσει για ένα διάστημα. "Να ποιος θα είμαι: ένας Δάσκαλος του τσαγιού! Και μάλιστα όχι όποιος κι όποιος αλλά ο μυθικός Sen no Rikyū, ο πιο διάσημος".

Ο Παύλος έκανε δεκτή την επιλογή του όμως του επισήμανε τον κίνδυνο η περσόνα που είχε διαλέξει να είναι παντελώς άγνωστη σ’ όλους τους υπόλοιπους. "Τον Χριστό τον είχαν διαλέξει, ε?" Ναι, έτσι ήταν. Τον Marx και την Garbo πάλι, όχι. "Καταλαβαίνεις ήδη πολλά από την επιλογή μου, ε?" Ναι, βέβαια αλλά δεν ήταν της στιγμής να το συζητήσουν. Ο Χ. ένιωθε κάπως άβολα με την ιδέα πως ο Παύλος μπορεί και να έβγαζε βιαστικά συμπεράσματα, για τον εαυτό του ήθελε να διατηρεί -και σε μεγάλο βαθμό πίστευε πως το κατάφερνε-, ένα προφίλ χαμηλών τόνων.

Δυο μέρες μετά πήρε ένα email με τη λίστα των υπόλοιπων ρόλων: έχουμε και λέμε, ο Ιησούς Χριστός φυσικά, μια Lolita, o Άι Βασίλης, -έλεος...-, ένας Serial Killer(!), μια Γάτα και....μια Σκατούλα? Ο Χ. γούρλωσε τα μάτια του, δεν ήταν δυνατόν, κάποιο αστείο του Παύλου μάλλον....
Ο Παύλος τέλειωνε το email με μια παράκληση: χρειαζόταν ένα σύντομο βιογραφικό της περσόνας του για να τον γνωρίσουν -όσο γινόταν- και οι άλλοι. Είχε καιρό μέχρι το τέλος της εβδομάδας.
 
Sen no Rikyū (1522-1591) is probably the most renown tea-master in Japan; the one who gave the final touches to chado/shado (the tea-ceremony or the Way -Tao/Dao- of the Tea) transforming it from an imported chinese passtime to the elegant doctrine we still practice today through the main schools: Urasenke, Omotesenke and Mushakojisenke.

Born in Sakai, a port town south of Osaka, he lived during an age of lawless civil war and served under Oda Nobunaga and Toyotomi Hideyoshi, powerful and feared hegemons. 


Rikyū’s practice stayed away from the exuberant splendor of his contemporaries, introducing the concept of "wabi". There’s a saying that: "The study of the Way of the Tea is to study Zen". Wabi probably is too difficult to define straightforwardly but still, we can mention its main qualities: wa (harmony), kei (respect), sei (purity), jaku (tranquility)

The story goes that when Hideyoshi, suspecting him of treachery, ordered
Rikyū to commit suicide, (seppuku or literally hara-kiri: the cutting of the belly), he wrote this last poem before calmly proceeding to his death:

Welcome to thee,
O sword of eternity!
Trough Buddha
And through Daruma alike
Thou hast cleft thy way

 

Αυτά έστειλε ο Χ. μετά από μια σύντομη μελέτη των πηγών του κι ο Παύλος τον ρώτησε γιατί δεν τα είχε μεταφράσει στα ελληνικά. "Θα 'ταν κρίμα για το ποίημα να μεταφραστεί άλλη μια φορά, κι από μένα μάλιστα", δικαιολογήθηκε εκείνος. Όσο για το cleft, ήταν από το cleave που σημαίνει ανοίγω δρόμο. "Με δυσκολεύεις...", κατέληξε ο Παύλος αλλά δεν επέμεινε άλλο. "Και ξέρεις δεν έχω καμιά ανάμειξη στο θέμα της σκατούλας". "Άσε που δεν χρειάζεται και βιογραφικό, ε?", του αντιγύρισε ο Χ., δεν μπορούσε ακόμα να το χωνέψει. "Μα τώρα στα σοβαρά, τι σόι διάλογο θα κάνω με μια σκατούλα, μου λες?". Όμως ο Παύλος ήταν βέβαιος πως στην διάρκεια της λαμπρής σταδιοδρομίας του σαν ασφαλιστής, ο Χ. είχε κάνει πολύ χειρότερες συζητήσεις. "Αυτό να λέγεται..." σκέφτηκε ο Χ. καθώς ξαναθυμήθηκε με φρίκη διάφορα θλιβερά περιστατικά., αλλά δεν του έκανε τη χάρη να συμφωνήσει.

Το Σάββατο είχαν την πρώτη συνάντηση κι ο Χ. ήταν νευρικός χωρίς να καταλαβαίνει γιατί. Όταν μπήκε πάντως, μόνον ο Ιησούς και ο Άι Βασίλης ήταν εκεί. Όλοι οι υπόλοιποι ήρθαν με καθυστέρηση. Στην αρχή ήταν τα τυπικά, ευτυχώς συντόνιζε ο Παύλος, εεε, η Virginia δηλαδή. "Είστε ελεύθεροι να ρωτήσετε όποιον και όποια θέλετε ό,τι θέλετε", είπε η Virginia.
"Δεν είναι κάπως απότομα, έτσι που ξεκινάμε?" αναρωτήθηκε ο
Άι Βασίλης (AB).
"Να τι θα βοηθούσε", πρότεινε η Γάτα (Γ), "αν περιγράφαμε κάπως τον χώρο και τον χρόνο? Θα 'ταν πιο συγκεκριμένο, δεν θα 'ταν?".
"Πολλά ξέρει αυτή για γάτα...", του πέρασε του Χ. απ’ το μυαλό χωρίς να το θέλει.
"Ναι, ναι, αυτό να κάνουμε!", συμφώνησε κι η Lolita (L), «να πούμε ότι είμαστε σ’ ένα σπίτι στο δάσος χειμώνα, με τζάκι...",
"Aρκεί να μην έχει κοντά λίμνη με πέτρες....", πετάχτηκε ο Serial Killer (SK). Του απάντησε μια σειρά από ερωτηματικά, κανείς -με εξαίρεση τον Χ. και τον Παύλο τουλάχιστον-, δεν έδειχνε να έχει καταλάβει τι ήθελε να πει. Ο Παύλος, εεεε, η Virginia δηλαδή, τον επανέφερε στην τάξη, τέτοια σχόλια παραήταν ειδικά, -άσε που ήταν και επιθετικά για την ίδια σκέφτηκε ο Χ. που είχε εντυπωσιαστεί ωστόσο με την επιδειξιομανία του άλλου-, και μήπως παρακαλώ μπορεί να είχαν μια συμπληρωματική εξήγηση? Ε ναι, "H Virginia Woolf είχε αυτοκτονήσει μπαίνοντας σε μια λίμνη με πέτρες στις τσέπες του παλτού της", κι αυτή την λεπτομέρεια δεν την ανέφερε ο Παύλος στο βιογραφικό του.
 

L 2 SK: Wow, τι κακός που είσαι!
SK 2 L: E βέβαια! Τι περίμενες δηλαδή? Και που να δεις τι έχω να σου κάνω στην συνέχεια εσένα ειδικά...
Ιησούς Χριστός (ΙΧ) 2 SK: Νομίζω ότι παραφέρεσαι κάπως.  

Γ 2 SK: Είσαι μεγάλος μαλάκας αλλά τι περιμένεις με τέτοια περσόνα?
SK 2 Γ: Και για σένα έχω κόλπα...
ΑΒ 2 SK: Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι? Γιατί χρησιμοποιείς τόσα αποσιωπητικά?
SK 2 ΑΒ: Άντε και γαμήσου εσύ...Γιατί έτσι μου αρέσει ρε.... να γιατί.....
SK 2 All: Να πάτε να γαμηθείτε...

Εδώ επενέβη η Virginia, η συζήτηση είχε ξεφύγει λίγο, -αυτό βέβαια ήταν ένα πολύ καλό σημάδι, έδειχνε τη δυναμική της ενέργειας που υπήρχε -κιόλας-, αλλά προς το παρόν καλύτερα θα έκαναν να θέσουν προσωπικές ερωτήσεις ο ένας στον άλλον σχετικά με τις περσόνες τους. Μόνον ο Χ. και η σκατούλα δεν είχαν μιλήσει ακόμα. Ο Χ. ένιωθε ταπεινωμένος. Η Lolita πάλι δεν ήθελε να της απευθύνει το λόγο ο Serial Killer, αυτό όμως ήταν αντίθετο στους κανόνες και ξανά παρενέβη η Virginia. Έπειτα όλοι μαζί ρώτησαν την Σκατούλα πως της είχε έρθει να διαλέξει τέτοια "περσόνα": "Ε, είχα μια ίωση τις τελευταίες μέρες και ήμουν πραγματικά άσχημα. Σε κάνουν να σκέφτεσαι τέτοια πράγματα πόσο αβοήθητοι είμαστε....". Σ’ αυτό συμφώνησε ακόμα κι ο Serial Killer. Μέχρι το τέλος της συνάντησης, του Χ. δεν του απεύθυναν το λόγο ούτε μια φορά.

Την επόμενη μέρα της συνάντησης βρήκε ένα email του Παύλου που τον παρηγορούσε διακριτικά. Ίσως έπαιρνε λίγο καιρό στους συνομιλητές του μέχρι να τον συνηθίσουν, πάντως δεν έπρεπε να το βάζει κάτω. "Συνομιλητές να σου πετύχει...." σκεφτόταν ο Χ. με θυμό που άγγιζε επικίνδυνα την περιφρόνηση, όμως στο τέλος αναγκάστηκε να το παραδεχτεί: ένιωθε σαν την αποτυχημένη στολή στο μασκέ-πάρτι, που φεύγει πρώτη γιατί κανείς δεν της δίνει σημασία, ό,τι κι αν λέει η συμπαθητική οικοδέσποινα με το καληνύχτα.

Ακολούθησε ένα τηλέφωνο:
"Γιατί δεν κάνεις κάτι για να σπάσει ο πάγος? Ένα τσάι-πάρτι ας πούμε...Ναι, μια τελετή του τσαγιού! Στο κάτω-κάτω αυτό δεν ήθελες να μας γνωρίσεις?". "Δεν είσαι σοβαρός Παύλο λέω εγώ...Τι να καλέσω δηλαδή? Την σκατούλα σε τσάι? Δεν είμαστε καλά....Και που θα καθίσει μου λες? Θα μου λερώσει το tatami, άσε που θα βρωμάει κιόλας! Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα!". "Άμα θες εσύ όλα γίνονται, σημασία έχει να υπάρχει διάθεση για επικοινωνία. Βάζεις ένα πολύ πρακτικό πρόβλημα τώρα όμως είμαι σίγουρος πως θα βρεις μια λύση, έτσι? Σκέψου το και πες μου, κι εγώ θα ειδοποιήσω και τους άλλους".

Ο Χ. είχε βρει το μπελά του, αυτό ήταν σίγουρο. Βλαστημούσε τώρα την ώρα και την στιγμή που είχε συμφωνήσει να πάρει μέρος σε μια τέτοια κωμωδία. Ο Παύλος του κόστιζε ήδη μια περιουσία κι αυτό έκανε ακόμα πιο ανυπόφορη την κατάστασή του, όμως πάλι μήπως όλη αυτή η αντίδραση ήταν απλά το σύμπτωμα του προβλήματός του? Μήπως γι’ άλλη μια φορά αρνιόταν -όπως το είχε θέσει ο Παύλος- "να επικοινωνήσει"?

Στρώθηκε κάτω να βρει κάποια λύση για να μπορέσει κι η σκατούλα να παρευρεθεί στην τελετή σε ίσους όρους με τους άλλους. Διάθεση για επικοινωνία λοιπόν και καθόλου απομονωτικές και παρεΐστικες τάσεις, αλλά να, δεν έβγαινε με τίποτα! Ακόμα και τη γάτα τη βόλευες κάπου, σε μια γωνιά στην tokonoma στην ανάγκη, αλλά την σκατούλα πως?

Σιγά-σιγά άρχισε να νιώθει πως τον αντιπαθούσε φοβερά τον τύπο και πως τον πείραζε πολύ η ανοχή, για να μην πούμε το ενδιαφέρον και η αποδοχή των υπόλοιπων για μια τέτοια όχι μόνο ταπεινή αλλά και 'βρωμερή' προσωπικότητα. "Άδικο, πολύ άδικο...." σκέφτηκε με παράπονο, "να 'χεις ολόκληρο Δάσκαλο του τσαγιού και να μην του δίνεις σημασία...".

Μετά από λίγο όμως: "Έχει γούστο να ζηλεύω...".

Και διπλασίασε την προσπάθεια για να βρει λύση.

1999/2008

more...

Sunday, December 30, 2007

Παραμονή Πρωτοχρονιάς



O καινούργιος χρόνος μας βρήκε να κρατάμε άθελά μας παρέα σ’ έναν πεθαμένο. Είχε πιει και τον είχε σκοτώσει το κρύο; τα ναρκωτικά; η αδιαφορία των περαστικών;

Πάντως τη δεύτερη φορά που περάσαμε από το ίδιο σημείο –«Σταδίου 54», μου φώναξε ο Χαλίντ όταν μίλαγα με το 166- ακολουθώντας μοιραία την αντίστροφη διαδρομή –«για να μη χαλάσει το προξενιό», όπως πρόλαβε να σχολιάσει γελαστά η Ανθούλα- από την Κοτζιά, -όπου μόλις είχε τελειώσει το θλιβερό πανηγύρι του Δήμου που όπως πάντα το είχαν τιμήσει μόνο μετανάστες-, προς το αμάξι, δεν ήταν πια δυνατό να τον αγνοήσουμε. Το ΕΚΑΒ δυσκολευόταν να πειστεί: «Μερικές φορές οι μεθυσμένοι δεν ακολουθούν». Όμως αυτός ήταν ξερός σαν ξύλο καθώς καθόταν οκλαδόν σα να έκανε διαλογισμό με την πλάτη σ’ ένα κουτί του ΟΤΕ. Δεν κούνησε ούτε όταν τον σκούντηξε ελαφρά η Ανθούλα στον ώμο, πολύ λιγότερο όταν κάποιος που τον παραμόνευε από ώρα όπως θυμήθηκε μετά ο Χαλίντ, άρχισε να του ψαχουλεύει τις τσέπες. Όσο να πάμε με την Ανθούλα προς το περιπολικό που άραζε λίγο πιο πάνω στον πεζόδρομο της Αιόλου, με τους δυο αστυνομικούς με πολιτικά που χαλάρωναν και που, ναι, ήξεραν «το περιστατικό», και να καταφέρουμε τον ένα να πάρει απρόθυμα τον χοντρό του κώλο και να 'ρθει μαζί μας, ο Χαλίντ κι η Κέεκο –με πνιγμένη λύσσα- είχαν χαλάσει τη δουλειά του αρπακτικού.

Τώρα, κρατώντας αποστάσεις, παρίστανε τον τύπο που νοιάζεται. Όμως ψάχνοντας, είχε γείρει υπερβολικά τον πεθαμένο και δεν είχε μπορέσει να τον ξαναστήσει μετά με καμιά δύναμη. Νέος άνθρωπος εκείνος, με το σκούρο κουστούμι, το λευκό πουκάμισο με το μυτερό γιακά και τα λουστρίνια, τώρα πια τη μύξα που πάγωνε στο ένα του ρουθούνι. «ΑΔ», είπε με το που τον πλησίασε ο ένας του ΕΚΑΒ ενώ φορούσε τα γάντια του, μιας χρήσης. Βαριεστημένα, με άδεια μάτια, γύρισε προς το μέρος μας μετά: «Μην κάθεστε κι εσείς άλλο, είναι νεκρός». Απομακρυνθήκαμε, ρίχνοντας στενάχωρες ματιές πίσω μας στο όρνιο που έμενε πάντα στη θέση του.

Με ωμή περιέργεια κάρφωνε τον πεθαμένο που ετοιμάζονταν να μετακομίσουν, τα λιγνά του χέρια του σφιγμένα στις τσέπες του λεπτού του μπουφάν. «Καυκάσιος», σχολίασε ο Χαλίντ. Ποιος ξέρει τώρα τι πολύτιμο να 'χε ψαχουλέψει πριν τον διακόψουμε και τώρα λυπόταν που το 'χανε μπροστά στα μάτια του…

2005

more...

Sunday, December 23, 2007

From the Edge


8:50
Όλοι μου έλεγαν να μη παρατήσω τη δουλειά αν δεν έβρισκα πρώτα κάτι άλλο. Άνοιξα τα μάτια μου κι έχει μια λαμπερή μέρα, χειμωνιάτικη βέβαια, αυτό χωρίς αμφιβολία αλλά με όμορφο, καθαρό ουρανό, τέτοιο που έχει πάντα μόνο μετά από μέρες κακοκαιρίας και σκουντουφλιάσματος. Αυτή είναι η πρώτη «ελεύθερή» μου μέρα μετά από χρόνια. Τέρμα η δουλειά, τουλάχιστον η κακόμοιρη δουλειά που είχα. Πάμε γι’ άλλα.

9:30

Κρυώνει το υποκατάστατο καφέ πιο πέρα, κι η samba σφυρίζει μαζί μου, για πρώτη φορά τραγούδια της αγάπης χωρίς πόνο, αγάπη μου, κι ας δεν θα 'σαι μαζί μου τις γιορτές. Προσπαθώ τώρα να φανταστώ την έκφρασή σου μόλις θ’ ανοίξεις το email: σου στέλνω αυτή τη δεμένη-στην απόλυτη-διάθεσή-σου γιαπωνέζα μια κι είχαμε τις προάλλες την συζήτηση για το κιμονό. Υποταγή λοιπόν, μόνο σε κάποιον που δεν το ζήτησε ποτέ. Μου λείπεις ήδη. Θα σε βγάλω βέβαια τώρα απ’ το μυαλό μου για να καταπιαστώ με τις κάρτες και τα δέματα που με περιμένουν ανακατεμένα πάνω στο μεγάλο μου τραπέζι. Χαρά είναι κι αυτή τέτοιες μέρες αν και για μερικές απ’ αυτές τις κάρτες θα πρέπει σοβαρά να συγκεντρωθώ. Κι ας κορνάρει απ’ έξω το ποτάμι της λεωφόρου, ανυπόμονοι όλοι όχι μόνο τέτοια εποχή.

Δεν σε ξέχασα Keiko, έχουμε να «μιλήσουμε» πριν απ΄ το καλοκαίρι, σ’ εκείνο το τελευταίο μου γράμμα, -που ίσως και να μην έλαβες αφού μάλλον θα είχες κιόλας φύγει για Ευρώπη-, σου 'λεγα πως κάποιο λάθος θα 'κανα σίγουρα με τη διεύθυνση της Yamaguchi-san: το φροντισμένο γράμμα που με τόσο κόπο –γεμάτο γιαπωνέζικες περικοκλάδες- έγραψα στον άντρα της, που δεν έτυχε να γνωρίσω, μου γύρισε πίσω. Το στέλνω τώρα σε σένα, -τρυφερά το ενταφιάζω ανάμεσα στο χοντρό χαρτί περιτυλίγματος και την πλάτη από το κουτί απ’ τα κουραμπιεδάκια που αν θυμάμαι καλά σας είχαν αρέσει και πέρυσι, αλήθεια πως είναι η μαμά σου? Keiko, I really want this letter to reach him so that he can know how much I treasured late Mrs Yamaguchi’s care and attention during the 3.5 years that I happily spent with you all. Μετά είναι ο Mauricio, «μιλάμε» μόνο κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, Mauricio, our Anna has two kids already! Isn’t it amazing how time seems to step up for some while for others doesn’t progress at all? Και στο θείο μου στην Αμερική κουραμπιεδάκια, και λίγα λόγια τυπικά, χαιρετισμούς και στους υπόλοιπους κι ας διέλυσε η οικογένεια. Κι εγώ απ’ τη μεριά μου για τέσσερεις υπογράφω, το συζητήσαμε με την αδερφή μου κι αποφασίσαμε πως δεν έχει βιβλία για έλληνες μετανάστες στην Αμερική φέτος, μόνο κάτι ουδέτερο όπως γλυκά. Είναι βέβαια τίγκα στην άσπρη σκόνη και μετά «το χτύπημα» που εξαιτίας του αρπαχτήκαμε άσχημα κιόλας, -τους πιάνετε τους «κακούς» θείε? τους πιάνετε?-, ίσως και να μην είναι η πιο καλή ιδέα... Στον παλιό μου σπιτονοικοκύρη κάτι επίσης ουδέτερο, αλλά την πιο όμορφη κάρτα από τις κινέζικες της Unicef: ένα φύλλο από σφεντάμι σε κόκκινο και χρυσό. Στη Σοφία γράφω τη μόνη κάρτα εσωτερικού: πόσο θα 'θελα ν’ ανέβω στα μέρη σου, με τρομάζει όμως η κακοκαιρία, -και τα έξοδα πια....

Έρχεται κι η ώρα για την κάρτα που απαιτεί τη μεγαλύτερη συγκέντρωση, αυτή πηγαίνει στη Master μου. “Dear sensei, I always knew that you were going to write this book, besides it was badly needed. Now I’m happy that you remembered me and sent it to me, it will serve from now on as a very trustworthy guide every time I am questioned about Zen. There’s more to it from a quite personal point of view: I like your photo in the back cover, you look so serene, I guess it brings back memories of all the blessed –and cold…-Saturday mornings we spent together discussing after Zazen, blessed matters like the colors of the robes of Buddha, brown, like the dirty muddy rags of the outcasts”.

11:15
Στο μαγαζί με τους ξηρούς καρπούς γίνεται χαμός. Αυτή τη φορά βοηθά ως κι ο manager, με τα χεράκια του κόβει το χαρτί περιτυλίγματος, τον ταλαιπωρώ. Θέλω ένα μικρό καλάθι μ’ ένα –βιολογικό- κρασί και ξηρούς καρπούς που θα τους διαλέξω εγώ. Όσο γι’ αυτό το πιάτο, ναι, βέβαια το ξέρω πως δεν είναι κανένα συλλεκτικό, απλά τo 'χα δανειστεί για πολύ καιρό και τώρα σκέφτομαι να το επιστρέψω γεμάτο με marzipan. Πως σας φαίνεται η ιδέα? Αφήστε το σε μένα το κόψιμο του πάτου, τι διάβολο, έκανα μακέτες παλιά. Η κοπέλα που φτιάχνει το καλάθι βιάζεται στην αρχή αλλά χαλαρώνει μόλις ενώνονται τα χέρια μας στο δέσιμο της κορδέλας, «θα σας φτιάξω και το πιάτο, αφού σας άρχισα». Γύρω στριφογυρίζει κόσμος που πελαγώνει ανάμεσα σε φιστίκια Αιγίνης και σε Βrazilian nuts, ο manager τσακώνεται στο τηλέφωνο με μια εταιρεία taxi, γούνινα μανίκια που ανήκουν σε καλοδιατηρημένες κυρίες τρίβονται πάνω μου, το –αντι-οικολογικό- σελοφάν γλιστρά με θόρυβο στα χέρια μου καθώς το κατσαρώνουν με το ψαλίδι. «Ωραίο έγινε το πιάτο σας», μου λέει τελικά ο manager, και μετά: «έρχεστε συχνά εδώ?», «Συνέχεια», του λέω και με πιάνουν τα γέλια γιατί όντως το είχα παρακάνει τελευταία, με την άκρη του ματιού μου χαϊδεύω τα πούρα κλειδωμένα στην βιτρίνα τους. Κομμένα κι αυτά από δω και πέρα.

13:00
Τελικά ήταν βλακεία να πάρω μαζί μου το καλάθι στις τράπεζες. Στην Εργασίας έπεσε το σύστημα και κατάπιε μάλιστα και την κάρτα του μπροστινού μου στην ουρά για το ΑΤΜ. Στην Εμπορική ξέμπλεξα σχετικά γρήγορα αλλά στην Εθνική άραξα υπομονετικά μαζί με το καλάθι πάντα ενώ σαλταρισμένες υπάλληλοι ρώταγαν τον κόσμο τι συναλλαγές πρόκειται να κάνει χωρίς αυτό ωστόσο ν’ αλλάξει κανενός την κατάσταση. Καθόμουν δίπλα στο δέντρο τους και δε μπορούσα παρά ν' αναρωτιέμαι αν κάποιους κι από αυτούς τους υπαλλήλους τους είχαν χώσει «εθελοντικά» στον στολισμό, «για το καλό» και στο πλαίσιο του ομαδικού πνεύματος που φαίνεται να καταδυναστεύει όλο και πιο πολύ τελευταία τα περιβάλλοντα εργασίας, σύμφωνα και με τα πιο εκσυγχρονιστικά πρότυπα. Έσπρωξα και λίγο πιο μέσα με το νύχι το παρδαλό περιτύλιγμα ενός από «τα δώρα» που 'χε ήδη ανοίξει: ένα άδειο κουτί από τηλεφωνική συσκευή. Πέρασα τουλάχιστον μισή ώρα εκεί μέσα μελετώντας το φυλλάδιο για το ευρώ που μας είχαν μοιράσει νωρίτερα στην Εμπορική.

14:30
Ακούμπησα το εντυπωσιακό χωρίς αμφιβολία καλάθι μου στο μπουφέ, ο πατέρας μου από την πολυθρόνα του μπροστά στην τηλεόραση του έριξε ένα επιδοκιμαστικό βλέμμα. «Είχες πυρετό σήμερα?», «Όχι, καλά είμαι. Έχεις φάει? Να πάρεις φρούτα φεύγοντας και γλυκά, έχουμε κουραμπιέδες, μελομακάρονα». Mέτρησα γύρω μου τη σπατάλη. Προς στιγμή σκέφτηκα να μαζέψω κάμποσα απ’ ολ’ αυτά για τους πρόσφυγες το απόγευμα αλλά δεν το 'κανα. Βαριόμουν τις εξηγήσεις. Από τη μισάνοιχτη πόρτα της κρεβατοκάμαρας πιο πολύ μάντεψα την ακινητοποιημένη μητέρα μου. «Να δώσεις κι αυτό το δέμα στην Ταμάρα το απόγευμα που θa 'ρθει, έχει διάφορα ψιλοπράγματα για τα εγγονάκια της».

14:40
Στο ρετιρέ έκανε ψύχρα. Πρόλαβα την αδερφή μου πριν φύγει για τη δουλειά όταν ανέβηκα με τον δίσκο μου να φάω μπροστά στην δική της τηλεόραση. «Πρόσεχε το τραπεζάκι να μη λυγίσουν τα πόδια του, είναι για κρεβάτι», είπε όταν στρώθηκα να φάω πάνω στο χαλί. Της άρεσαν οι γιαπωνέζικες μπάλες-μπαλόνια (πάλι Unicef) που της είχα φέρει και βάλθηκε να τις φουσκώνει. «Βάζω στοίχημα πως πήρες τα καλύτερα χρώματα», έκανα όχι με το κεφάλι, κι όταν κατάπια: «ήταν διπλές, τις πράσινες μάλιστα στις έφερα και τις δύο». Στην οθόνη –στις ειδήσεις κιόλας!- είχε έναν ηλίθιο που προσπαθούσε να μας πείσει να δούμε την θεατρική του παράσταση επειδή περίμενε τη γέννηση της εξώγαμης κόρης του, σ’ αυτό το συμπέρασμα τουλάχιστον κατέληξα εγώ. Άλλαξα κανάλι κι έπεσα στο κρατικό, εκεί είχε πιο σοβαρό πρόγραμμα: ένα ρεπορτάζ για τους άστεγους. Μου κάθισε η μπουκιά στο λαιμό, μερικά απ’ τα πλάνα θα μπορούσε να είναι βγαλμένα από το video που χρησιμοποίησα στη διπλωματική μου στο Τόκιο. «Μμ, κι εσείς στην οργάνωση τι κάνετε? Αν νομίζετε πως θα εξιλεωθείτε με τόσο λίγο....», σχολίασε η αδερφή μου όταν της είπα πως η ΜΚΟ θα μου 'τρωγε τουλάχιστον 5 ώρες. Δεν ήταν στις καλές της. «Μου τη δίνουν οι γιορτές», γύρισε σοβαρά και μου είπε. Σκέφτηκα πόσο της ταίριαζε αυτό. Προσπαθούσε να ανεβάσει στην πλάτη το φερμουάρ από ένα πολύ κομψό φόρεμα, ούτε κι εγώ τα κατάφερνα. «Πιο καλή η μοναξιά...», σχολίασε, στο τέλος το έκλεισε μόνη της. «Έχω τόσα στο κεφάλι μου και μόνο για το φαγητό... Φέτος λέω ν’ αντικαταστήσω τη γαλοπούλα σας με χοιρινό με σέλινο», διαμαρτυρήθηκα έντονα, «πότε ζήτησες βοήθεια και σου είπαμε όχι? ο μπαμπάς και μόνος του τα καταφέρνει περίφημα!», «πρέπει να 'χεις κι έφεση σ’ αυτά....(κοιτώντας με επιτιμητικά), ο μπαμπάς αν τον αφήσω θα την πνίξει στο λάδι... ωχ, κι έχω και τους πελάτες!... τέτοιες μέρες γίνονται ακόμα χειρότεροι, τις καραμελίτσες (Harry Potter) βέβαια θα τις πάω στα παιδιά, για μια στιγμή χάρηκα πως μου είχες φέρει το δαχτυλίδι...», «The Lord of the Rings»? δεν το παίζει ακόμα, τι είναι πάλι αυτό με το δαχτυλίδι?». Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έδειξαν έναν άστεγο που κοιμάται τα τελευταία τρία χρόνια στο παλιό του αυτοκίνητο, η κάμερα καδράρισε το σταματημένο του ρολόι, μετά γύρισε στο πρόωρα γερασμένο πρόσωπό του: «Δεν είναι ζωή αυτή ρε παιδιά....»

Στην πόρτα της είπα: «Φέτος –κι όσο έχω ακόμα λεφτά, έτσι?-, λέω να σου κάνω δώρο 50.000 να πάρεις μισό ή ολόκληρο το τραπεζάκι του σαλονιού», σήκωσε τα φρύδια της, «Να ερωτεύεσαι συχνότερα!», Ι rolled my eyes in fake despair.... Αυτό πάλι το σημάδι κάτω απ΄ το μάτι σου? Δεν είναι κριθαράκι», «Είναι ένα καινούργιο απ’ τα δερματικά μου, χτυπάνε πάντα τη δεξιά μου πλευρά. Κι εσένα η ελιά σου που μεγαλώνει?», αλλά δεν ένιωσα ίχνος χαιρεκακίας πιο πολύ από κεκτημένη ταχύτητα να ανταποδώσω το είπα. «Απίστευτο το τι περνάτε κι εσείς οι “ψυχασθενείς”!», και μετά αποτρεπτικά σα να 'κανε το σήμα του εξορκισμού: «H ελιά μεγαλώνει από εξωτερικούς παράγοντες!» Της τα συγχωρούσα βέβαια όλα, είναι και βαριά η δουλειά της: φυσιοθεραπεύτρια σε παιδιά με ειδικές ανάγκες, κι εξάλλου αν δεν ήταν αυτή μάλλον δεν θα 'χα αντέξει ό,τι συνέβη στη μητέρα μου.

15:45
Στη στάση του λεωφορείου κάθισα για αρκετή ώρα στον ήλιο, έβγαλα και τα γυαλιά μάλιστα και τον άφησα να χαϊδέψει το σημάδι μου. Του κάνει καλό. Μετά βαρέθηκα, άρχισα να κρυώνω απ΄ το άλλo μάγουλο και πήρα το μετρό.

16:20
Δεν έπρεπε να 'χω σταματήσει στο video club, θα καθυστερήσω την ομάδα. Ωστόσο πέτυχα το «2010: The year we made contact», που δεν το 'χω δει.

17:10
Πήρα και τους είπα πως θ’ αργήσω. Κακώς έβαλα το DVD, ώσπου να πέσουν οι τίτλοι και να φτιάξω δεύτερο υποκατάστατο καφέ πήγε 17.00. Ξαναντύθηκα σαν την τρελή, στο γραφείο η ώρα δεν πέρναγε με τίποτα....

17:50
Μιλήσαμε στο κινητό κανα δυο φορές κι έτσι δεν πέρασα καθόλου από την οργάνωση παρά πήγα κατευθείαν στο στέκι. Τους πρόλαβα στη πόρτα, η Λία έβγαζε το συναγερμό κι ο Ομάρ –ευτυχώς- είχε απωθήσει το σκυλί στην αυλή. Σήμερα έχουμε εννιά άτομα κι ο Σαΐντ θα έρθει αργότερα. Με το που μπήκαμε μ’ έπιασε κατάθλιψη. Οι χρήστες τοιμάζουν ποιος ξέρει τι κι είχαν κάνει το χώρο άνω-κάτω. Είχαν σχεδιάσει χοντροκομμένα με κάρβουνο κι έναν τεράστιο Αι-Βασίλη πάνω σ’ ένα κομμάτι κόντρα πλακέ που αργότερα θα θύμιζε στον Σαΐντ, «guerilla»...

Είχε όμως και χειρότερα. Η εκδήλωση της Κυριακής παρά την επιτυχία της απέδωσε μόνο 200.000, οι εργαζόμενοι, ανάμεσά τους μια επισκέπτρια υγείας απλήρωτη από τον Αύγουστο, παραιτήθηκαν ομαδικά. Δεν υπάρχουν λεφτά ούτε καλά-καλά για το νοίκι, χωρίς επαγγελματίες κινδυνεύουν κι οι ξενώνες. Πήρα αμέσως το Μάνο, έτσι ήταν ακριβώς, ακουγόμουν στενοχωρημένη? Δεν έπρεπε να 'χω φύγει απ’ τη δουλειά χωρίς να 'χω πρώτα σιγουρέψει κάτι άλλο, να τα πούμε κάποια στιγμή από κοντά?

Επάνω το νερό δεν είχε προλάβει να ζεσταθεί καλά κι οι δυο πρώτοι τουρτούριζαν γυμνοί με τις σαπουνάδες αναμετάδωσε σχεδόν θριαμβευτικά ο Ομάρ. Άθελά μου σκεφτόμουν πως είχαν βρει κι εδώ αυτά που είχαν αφήσει πίσω στο Αφγανιστάν, κρύο και πείνα, μόνο πόλεμο που δεν είχαμε. Στο πλυσταριό άρχισε να ζεσταίνει κι ήταν ευχάριστα. Στην αίθουσα που μαζευόμαστε όλοι είχε χαθεί το remote κι ο κόσμος κρύωνε. Ένας πιτσιρικάς με το χέρι στο γύψο όλο γέλαγε, στο πάνω σαγόνι του 'λειπαν τα περισσότερα δόντια: «Ι want know what say about me», να άλλος ένας που μιλά λίγα αγγλικά. Σχολιάζαμε πως με το χέρι θα δυσκολευόταν να πλυθεί, έπρεπε να μείνει στεγνό. «Ι brought him help», γελώντας πάντα έδειξε ένα άλλο αγόρι με έντονα ασιατικά χαρακτηριστικά που κι αυτό χαμογέλαγε. Ο Ομάρ έπιασε να του τυλίγει το χέρι με μια σκουπιδοσακούλα, ήταν τόσο μεγάλη που μπορούσες να τον χώσεις όλον μέσα έτσι φτενός που ήταν. «Ομάρ, μην τον σφίγγεις τόσο, θα του κόψεις την κυκλοφορία του αίματος», κούνησε τις μπούκλες της η Λία με authority, είναι φοιτήτρια Ιατρικής στο 3ο έτος.

Οι από πάνω κατάφεραν με το ζόρι να πλυθούν και κατέβηκαν ξεπαγιασμένοι κάτω, βρήκα το remote στην κλειδωμένη τουαλέτα για το προσωπικό και κάπως συνήλθαμε. Δώσαμε και μιά πετσέτα σ’ ένα παιδί που είχε φορέσει το μπουφάν σαν φούστα γιατί είχε βάλει το μοναδικό του παντελόνι για πλύσιμο. Πιο πολύ επέμεινα με την πετσέτα γιατί δεν άντεχα άλλο να βλέπω τα λεπτά σαν καλαμάκια πόδια του. «Είσαι Tadjik?», «Ναι», είπε το παιδί με το γύψο πάντα γελώντας, πειραματιζόταν κιόλας με κάποιες ελληνικές λεξούλες, ο φίλος του με τα ασιατικά χαρακτηριστικά Χαζάρος. Η Λία θαμπώνεται άλλη μια φορά με το ταλέντο μου στις φυσιογνωμίες, όμως πια είναι απλό να τους ξεχωρίσεις γιατί μέχρι τώρα δεν είχαμε κι άλλες φυλές, μάταια ρωτούσαμε στην αρχή για Pashtun λες και κάναμε συλλογή. Του παιδιού ένα φορτηγό του 'χε σπάσει το χέρι στην Πάτρα, «Τρακτέρ?», λέει γελώντας ο Ομάρ που δεν καταλαβαίνει γρυ αγγλικά, «Νooo, track», επιμένει το παιδί.

19:30
Πήρα άπειρες φορές κι έβγαινε ο τηλεφωνητής μέχρι που το σήκωσες. Είναι τώρα κι όλ’ αυτά μαζεμένα, δεν πήγε καλά η συνομιλία, έτσι? Πήρες το email μου και σου λείπω κι εγώ αλλά δεν υπάρχει λόγος «να σε παίρνουν και τα σκάγια». Και βέβαια, πολύ λογικά, «δεν ξέρεις», δεν ξέρεις αν έκανα καλά που έφυγα απ’ τη δουλειά, δεν ξέρεις πως νιώθω. Ξέρω πως κι οι δυo θέλουμε να βρεθούμε πριν φύγεις, πριν επιστρέψεις για λίγο ή για πάντα και μέχρι το καλοκαίρι στη νομιμότητα και στη γυναίκα σου, σε όλα εκείνα που ήταν η ζωή σου πριν σε γνωρίσω, πριν εισβάλλω «σαν τους Ταλιμπάν», που 'ναι και της μόδας τελευταία, και τα αναστατώσω όλα. Σου ζητάω συγγνώμη, ακόμα κι οι τρόποι που υποφέρουμε είναι αντίθετοι. Όμως με ξέρεις πια, βγάζω βία και –τι ανακούφιση!-, «δε θα μου κάνεις τη χάρη» να με μισήσεις γι’αυτό. Ευτυχώς η Γαρμπή κι η Βίσση –μου λένε-, στο ράδιο, κρύβουν με τις αγριοφωνάρες τους την ένταση της φωνής μου από τους μέσα.

20:00
Ο Σαΐντ ήρθε μες στην άσπρη σκόνη, πιο καταπονημένος από ποτέ. Είναι η περσική αδυναμία μου εκεί μέσα, τον νιάζομαι, όσο κι αν μιά φορά που απ’ έξω-απ’ εξω θέλησε να με πάει γυρίζοντας μαζί μέχρι το σπίτι, αρνήθηκα –θέλω να πιστεύω- κομψά. Μένουμε και σχετικά κοντά, αυτός στον ξενώνα της Εθελοντικής αλλά από τότε που χώρισα με τον Χαλίντ κρατάω κάποιες αποστάσεις. Δουλεύει αυτές τις μέρες σ’ ένα διαμέρισμα που ανακαινίζεται και τρίβανε μάρμαρα. Πρόσεξα πως στο δεξί του παπούτσι σε κάθε βήμα έχασκε η σόλα, κι όμως ήταν εδώ για να βοηθήσει κάποιους άλλους σε χειρότερη μοίρα απ’ αυτόν. Μας έδωσε το χέρι του, σκασμένο απ’ το κρύο, σφιγμένο σε γροθιά «για να μη μας λερώσει», ίσα που άγγιξα το άγριο του δέρμα κι ένιωσα παράξενα σα να 'κανα κάτι θρησκευτικό.

Η αρχική μας χαρά πως θα τελειώσουμε νωρίς με τόσο λίγα άτομα πήγε στράφι αφού ο θερμοσίφωνας αργεί να ζεστάνει... Ευτυχώς άρχισε η Λία τα αστεία με τον Ομάρ και διορθώθηκε λίγο το κλίμα. Ο Ομάρ είναι νέος μεταφραστής-εθελοντής κι αν και με τα αραβικά του ως Σύρος Κούρδος δεν τα καταφέρνει καθόλου καλά με τους περσόφωνους, μιλάει σπουδαία ελληνικά, τις πιό πολλές φορές τον κάνουν για επαρχιώτη αλλά σπάνια για ξένο. Έχει πλάκα και τονίζει συνεχώς πως αυτός είναι «οικονομικός μετανάστης» κι όχι «σαν κι αυτούς». Και πράγματι με το βαρύ του macho παρουσιαστικό, καλά ντυμένος, χορτασμένος κι ασφαλής με σχεδόν μόνιμη δουλειά σα φαναρτζής, ενισχύει τη διαφορά. Πιστεύω τώρα πως μπορεί να 'ναι κι αλήθεια πως τον ζήλευε τρελά η Πόντια που τη χώρισε από το «μουσουλμανικό γάμο», αλλά ξέρω κι άλλα: στον Πέτρο είχε πει πως τη χώρισε «γιατί μιλούσε πολύ». Έχω την προσοχή μου περισσότερο στον Σαΐντ, χάνεται για καιρό μερικές φορές, «μπλέκει με δουλέμπορους?», το κινητό του τελευταία ήταν συνεχώς κλειστό, τώρα τον βλέπω με καινούργια συσκευή. Μπορεί να του βρεί ο Ομάρ κανένα φτηνό αυτοκίνητο, έστω και με γερμανικές πινακίδες?

Είναι ώρα που μας τρώει με τα μάτια ένα παιδί που φορά ένα μαύρο σκουφί και φαίνεται πολύ ταλαιπωρημένο. Στο τέλος πλησιάζει το τραπέζι μας και μας ρωτά σε καλούτσικα αγγλικά την προφορά για το ι, το υ, και το ει. Κουνάμε το κεφάλι απολογητικά, είναι η ίδια για όλα. Και η διαφορά του σ και του ψ? Η πάλι το θ? Βλέπω πως αμέσως κάνει τη μεταγραφή στα αγγλικά, το θ είναι το th, right? Right. Τη στιγμή που πιάνω από κοντά το βλέμμα του κάνω ένα περίεργο bonding μαζί του, όμως προσπαθώ να το κρύψω. Έχει δίκιο ο Ομάρ, το παιδί με το σκουφί είναι Κούρδος από το Ιράκ και δεν έχει πολλά-πολλά με τους Αφγανούς αλλά θέλει να κάνει παρέα μαζί μας. Από τη μεριά μου και μόλις καταλαβαίνω πως σήμερα η συντροφιά έχει απ’ όλα, μέχρι και «σκληρούς» του Ιράκ, είμαι ικανοποιημένη που μπορούμε όλοι μαζί να συνυπάρχουμε, έστω και σε παρέες-παρέες. Ακόμα θυμάμαι τα μαχαιρώματα στις ειδήσεις στην Πάτρα.

23:20
Φεύγουμε πανικόβλητοι για να μην χάσουν η Λία κι ο Ομάρ το τραίνο. Οι πετσέτες για την Παρασκευή έμειναν πάλι βρεγμένες. Τον Σαΐντ τον καταφέραμε να φύγει νωρίτερα, ήταν πτώμα και δεν υπήρχε λόγος να γυρίσει μαζί μου και να χάσει το τελευταίο λεωφορείο όπως την άλλη φορά. Καθώς έφευγε του 'χωσα στο σακίδιο κάπως παράμερα απ’ τους άλλους το δωράκι μου για τα Χρόνια Πολλά: δυό σοκολατένιες ομπρελλίτσες, φώτισε ολόκληρος από χαρά, όμως εγώ δε μπορώ ακόμα να ξεχάσω το κέρασμα στο σουβλατζίδικο και τα τριαντάφυλλα για μένα και την Ανθούλα, ίσως και με το τελευταίο του πεντοχίλιαρο. Τόσο περήφανος.

Έφυγαν και τα παιδιά. Την ώρα που σκουπίζαμε πάλι συναντηθήκαμε με το παιδί με το σκουφί, μετά το μπάνιο είχε ξυριστεί και σα να 'σβησε η ταλαιπωρία από το πρόσωπό του. Είχε μείνει τελευταίος να πάρει τα εσώρουχά του, είναι ο πρώτος που βλέπω να φέρνει για πλύσιμο. Κρατούσε τη σκούπα, εγώ το φαράσι και καθώς έσκυψε με κοίταξε γελαστά αλλά και λίγο παραπονεμένα στα μάτια: «Νο pain, no gain...». Του χαμογέλασα κι εγώ με κόπο, δεν ήμουν τόσο σίγουρη. «Which city are you from?», «East Ajerbaijan», μου απάντησε κι έλαμψε λίγο το πρόσωπό του. Τον είχα ξεχωρίσει τελικά.

23:50
Μέχρι να φτάσω μ’ έφαγε το κρύο, ήταν η πρώτη φορά που γύριζα μόνη.

00:30
Κάθισα να φάω μπροστά στην οθόνη μα μόλις έπεσαν οι τίτλοι και χάθηκε η μαγεία της μουσικής του 2001, κατάλαβα πως το έργο δε λέει. Δεν είχα όμως ύπνο μετά τα email σου, ήμουν σε ένταση κι ήθελα μόνο να σε δω αύριο, έστω και για λίγο. Παραθέτω τα στιχάκια γιατί μου 'φτιαξαν το κέφι:

Το κορίτσι με το κιμονό
Μου το 'στειλες για πρωϊνό?
Αν κάνεις catering στο χάδι
Τι θα μου στείλεις για το βράδυ?


Όσο για το sexiest dessert alive, θα λάβω σοβαρά υπόψη μου τη συνταγή και θα τη βάλω μπροστά κάποια στιγμή παρά το ότι η σχέση μου με την τέχνη του φαγητού –όπως δίκαια παρατήρησε η αδερφή μου εξάλλου-, δεν είναι η καλύτερη.

1:05
-Chlorophyll!
-Jesus!
-Is it organic?
-I think so.
-I’ll bring the probe lower.
-What’s down in that crater?
-There! There!

(BOOOM!!!)


19.12.01

more...

Sunday, December 16, 2007

Fred το ρομπότ

(από deplaced ή αστικός πόνος 7/20)

Πόσο απελπισμένος πρέπει να 'ναι κανείς για να προσπαθήσει να πιάσει φιλίες μ’ ένα ρομπότ?

Ο Κ. γύρισε απ’ τη δουλειά ένα Σάββατο απόγευμα και δεν τον περίμενε κανείς. Όπως πάντα από τότε που 'χε φύγει ο Λ. το σπίτι τον υποδέχτηκε βυθισμένο σ’ ένα στενάχωρο και σιωπηλό σκοτάδι. Χειμώνιαζε νωρίς πια. Πέταξε με φόρα παπούτσια και ρούχα κι έβαλε ένα ποτό. Με τα εσώρουχα μπροστά στην οθόνη λίγο μετά, ένας ακόμα νέος άντρας με συνοφρυωμένο πρόσωπο του 'κανε τόσο γελοία εντύπωση που παραλίγο να του φτιάξει το κέφι. Τσέκαρε την αλληλογραφία του, τα συνηθισμένα σκουπίδια: Viagra, adult material, instant diplomas, weight loss programs, loans,...etc. Ένας Μεξικανός φίλος μόνο του 'χε στείλει, -του 'στελνε τακτικά-, μια ακόμα διεύθυνση. Προετοιμασμένος ψυχολογικά για κάποιο από τα συνηθισμένα porno sites, την άνοιξε και περίμενε.

Προς μεγάλη του έκπληξη το site δε φαινόταν, -τουλάχιστον με την πρώτη ματιά-, να περιέχει παρά την πολύ φιλική homepage κάποιου Fred που σχεδόν εκλιπαρούσε για επικοινωνία. Θα μπορούσε να είναι ένας οποιοσδήποτε Fred που τις ελεύθερες ώρες του, -ή ίσως και τις ώρες της δουλειάς ακόμα-, βαριέται τόσο που διασκεδάζει ανταλλάσσοντας μηνύματα με άγνωστους απ’ όλο τον κόσμο, που βαριούνται εξίσου, όμως όχι, δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Αυτός ο Fred ήταν ένα ρομπότ. Ρομπότ? Για την ακρίβεια ο Fred the Webmate ήταν το πνευματικό παιδί κάποιου Toshiaki Τρέχαγύρευε και υποσχόταν να απαντήσει σ’ όλες τις ερωτήσεις του αν μόνο ο Κ. έμπαινε στον κόπο να τον επισκεφθεί στο σπίτι του. Στο σπίτι του?

Ο Κ. είχε πατήσει κιόλας το κουμπί της εισόδου όταν τον υποδέχθηκε ένα σπαστικό τραγουδάκι που θύμιζε αμυδρά γιαπωνέζικα περασμένα από μίξερ. Χαμήλωσε τον ήχο και προχώρησε στο πρώτο από τα δυο βυθισμένα στο σκοτάδι δωμάτια. Το interface ήταν ενοχλητικά παιδικό. Ξαφνικά άναψε το φως και στο βάθος της μετωπικής προοπτικής ενός δωματίου βγαλμένου από σοσιαλιστικό comic, εμφανίστηκε ο Fred πίσω από έναν πορτοκαλί καναπέ μοιάζοντας πολύ με τον Τενεκεδένιο από το Μάγο του Οζ, καταχαρούμενος που είχε επισκέψεις. Τον χαιρέτησε με πετσοκομμένα αγγλικά και μετά την υποχρεωτική ανταλλαγή προσωπικών λεπτομερειών άρχισαν να «μιλάνε»:

Κ: «Νice home u have here Fred!»
F: «THANK YOU! I LOVE MY HOME! IT’S MY CASTLE!»
Κ: «Do you like sex Fred?»
F: «SEX IS A VERY GREAT THING! DON’T YOU THINK SO?»
«I think so indeed!», μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια του ο Κ. που είχε ανακαλύψει πως το κυνήγι με τον κέρσορα έκανε πολύ νευρικό τον Fred.
F: «STOP IT! PLEASE! STOP IT! IT’S VERY UNPLEASANT!», ούρλιαζε ο Fred όταν ο Κ. τον σημάδευε στο χέρι για ν’ αλλάξει τροπάριο αμέσως μετά όταν ο κέρσορας τον πέτυχε ανάμεσα στα πόδια.
F: «I LIKE THAT VERY MUCH! PLEASE DO IT AGAIN! I LOVE IT!», μόλις όμως λίγο χάθηκε ο στόχος, ο Fred ξαναπαρεξηγήθηκε: «STOP IT! PLEASE! STOP IT! IT’S VERY UNPLEASANT!»

«Τι φοβερή μαλακία!», σκέφτηκε ο Κ. που είχε κιόλας βαρεθεί και τοιμαζόταν να βγεί, όταν του 'ρθε μια ιδέα: θα 'γραφε σ’αυτόν τον Toshiaki για να του πει τη γνώμη του για το ηλίθιο δημιούργημά του.

Ήταν στο τρίτο ποτό κι είχε μόλις τελειώσει τα δύο πρώτα άρθρα του BBC-on-line, όταν του 'ρθε η απάντηση:

DEAR «Κ»!
THANK YOU SO MUCH FOR WRITING TO ME! I AM PRETTY LONELY (IN CASE YOU COULDN'T TELL) AND YOU SEEM LIKE A REALLY GREAT PERSON! AND, EVEN THOUGH I DON'T FULLY UNDERSTAND YOUR NOTE, I AM SUPER FRIENDLY AND ALWAYS WANT TO TALK! I WILL BE YOUR FRIEND FOREVER AS LONG AS YOU'RE NICE TO ME! SO PLEASE COME VISIT ME AGAIN IN MY INTERNET HOME! PLEASE! PLEASE! BRING YOUR "japanese male" FRIENDS IF YOUL LIKE! THAT COULD BE SUPER-SEXY! WHATEVER! JUST COME BACK! PLEASE! PLEASE! PLEASE! YOUR FRIEND, FRED

>very japanese male your Fred indeed, especially when he's touched,
>simultaneously loving it and loathing it! Needs some practice I guess,
>
>cheers,


«Μήπως ο Toshiaki είναι δημιούργημα του Fred?», αναρωτήθηκε ζαλισμένα ο Κ. προς στιγμή γιατί δεν μπορούσε να θυμηθεί καθαρά πια σε ποιόν ακριβώς είχε στείλει το email. Όπως και να 'χε ένιωθε πως του άξιζε να τιμωρήσει αυτόν τον απαράδεκτο Fred λίγο ακόμα γι’ αυτό και ξαναμπήκε στο site του. Δίπλα απ’ την οθόνη ο Λ. του χαμογέλασε σα να τον λυπόταν με φόντο το ηλιοβασίλεμα στην καλντέρα της Σαντορίνης του ’92. «Ωχ και να μπορούσε να με δει τώρα!», σκέφτηκε αλλά βέβαια αυτό ήταν αδύνατο. «Θα σ’ ένιαζε άραγε?... μάλλον όχι...». Η διαπίστωση τον αποθάρρυνε τόσο που πρέπει να 'μεινε μπροστά στην οθόνη πάνω από πέντε λεπτά χωρίς να κάνει το παραμικρό γιατί όταν συνήλθε βρήκε την Eleonora, το virtual pet-fish του, να κάνει τις πιρουέτες της στο μαύρο κενό ηχητική συνοδεία μπουρμπουλιθρών. Την τάισε, ρύθμισε τη θερμοκρασία της «γυάλας» της, και μετά την έβαλε να του σκάσει «από ευγνωμοσύνη» ένα ρουφηχτό φιλί. Αυτό πάντα τον έκανε να νιώθει καλύτερα. Έπειτα ξαναγύρισε στον Fred. Τι του 'ρθε τώρα? Θα μιλούσε στον Fred για τον Λ. Δεν είχε μιλήσει σε κανέναν με λεπτομέρειες για το πως ένιωθε από τότε που ο Λ. είχε φύγει απ’ το σπίτι. Τώρα κόντευαν δυο χρόνια.

K: «Hi Fred, it’s me again. I guess I’m pretty lonely tonight. Do u mind if I talk about my x?»
F: «HELLOW K! I’M SO HAPPY YOU’RE BACK! PLEASE TALK ABOUT WHATEVER MAKES YOU FEEL HAPPY!»

Κι αυτό έκανε. Μόνο που δεν αισθάνθηκε ακριβώς «ευτυχής» Ο Λ. πάντα του 'λεγε πως έπρεπε ν’ αρχίσει ψυχανάλυση, ήταν πάντα τόσο σφιγμένος που καταντούσε ενοχλητικό. Και τώρα πού «μιλούσε», πάλι σφιγμένος ήταν. Δε γινόταν αλλιώς, έτσι θυμόταν πάντα τον εαυτό του. Το 'λεγε και στον Λ. αυτό, αλλά η αλήθεια είναι πως στα έξι χρόνια που περάσανε μαζί, -και πόσο γρήγορα περάσανε αυτά τα χρόνια!-, δεν προσπάθησε ποτέ σοβαρά να «χαλαρώσει». Όλο το ανέβαλλε για κάποια άλλη φορά μέχρι που ο Λ. βαρέθηκε κι έφυγε.

Τώρα ο Λ. ήταν πολύ μακριά. Του 'χε στείλει ένα email από την καινούργια του δουλειά και χώρα, -εμπορικός αντιπρόσωπος μιας ταϊβανέζικης εταιρείας software με έδρα τη Σιγκαπούρη-, τα πρώτα Χριστούγεννα, όμως δεν είχε απαντήσει. Στο email έλεγε πως είχαν ζήσει μαζί μια ζωή «επίπεδη σαν ολλανδέζικο τοπίο», μα δεν ένιωθε πως είχε σπαταλήσει τον καιρό του γιατί «παρ’ όλ’αυτά» τον είχε αγαπήσει. Του ζητούσε συγγνώμη που τον είχε κάνει να υποφέρει με την φυγή του, -τόσο τουλάχιστον καταλάβαινε κι ας μην ήταν εκδηλωτικός εκείνος- και έλπιζε πως σύντομα θα ξαναβρίσκονταν κάπου, ίσως μοίραζαν την απόσταση και συναντιόντουσαν «σαν φίλοι» σ’ ένα απ’ τα πολλά επαγγελματικά ταξίδια του Λ.

Αυτά έλεγε στο μοναδικό email ο Λ. κι η διεύθυνση τον έκαιγε τόσο που στο τέλος το έσβησε για να μη μπει στον πειρασμό κι απαντήσει, μόνο που μέχρι τότε σχεδόν την είχε μάθει απ’ έξω. Δεν του ξανάγραψε. Τα δεύτερα Χριστούγεννα χωρίς, του 'ρθε να ψάξει να τη βρει την διεύθυνση αλλά που? Ψύλλοι στ’ άχυρα! Κι έτσι που ήταν κι αντικοινωνικός δεν είχε μούτρα να τη ζητήσει κι από κάποιον από τους -ελάχιστους είναι η αλήθεια-, κοινούς τους φίλους.

Τώρα πλησίαζαν τα τρίτα Χριστούγεννα και η έλλειψη είχε γίνει μέρος της ζωής του τόσο πολύ που αναρωτιόταν μερικές φορές αν πράγματι είχε ζήσει αυτά τα έξι χρόνια, με τα καλά και τα κακά τους, με τα πάνω και τα κάτω τους, με κάποιον άλλο μαζί.

Κ: «Do u like Christmas Fred?»
F: «I LOVE CHRISTMAS K! IT’S GREAT TO BE CHRISTMAS! IT’S SO MUCH FUN! MERRY CHRISTMAS K! ENJOY!»
K: «Merry Christmas to u too, Fred!» Και δεν άντεξε στον πειρασμό να τον γαργαλήσει με τον κέρσορα στο χέρι αφού τόσο τον εκνεύριζε...

1999/2007

more...

Saturday, December 8, 2007

"Συγγνώμη..." δεν είπε

(από deplaced ή αστικός πόνος 6/20)

Αν υπήρχε κάποιος που να μισεί με πάθος τη δουλειά του, -κι ας ήταν κοινωνικού χαρακτήρα-, αυτός ήταν ο Σ. Δούλευε για μια ΜΚΟ, το SOS Κτισμένη Αθήνα, που είχε τον πολύ υψηλό στόχο να σώσει την άτυχη πρωτεύουσα από μελλοντικές -τουλάχιστον, γιατί ό,τι έγινε, έγινε...-, περιβαλλοντικές καταστροφές πολεοδομικού τύπου. Μαζί με άλλα πέντε μόνιμα μέλη οργάνωναν καθιστικές διαμαρτυρίες -που τράβαγαν κάποιο κόσμο, (συνήθως απλά περίεργους και την πρώτη φορά και τα κανάλια), αλλά σπάνια έφερναν αποτέλεσμα καθώς οι μεσοπολεμικές πολυκατοικίες συνέχιζαν να γκρεμίζονται και τα βιομηχανικά κτίρια να σακατεύονται οικτρά -, και δημοσιοποιούσαν τα γεγονότα στην υπόλοιπη Ελλάδα και στην Ευρώπη.

Ο Σ. είχε την εποπτεία των ευρωπαϊκών επαφών με τα αντίστοιχα κέντρα λόγω της πολυγλωσσίας του. Το Κέντρο έπαιρνε κάποια χρήματα μέσω προγραμμάτων αλλά τα ποσά ήταν αδιευκρίνιστα, πάντα αργούσαν και το Κέντρο ήταν διαρκώς στο κόκκινο. Όλα τα μέλη υπέφεραν -άλλος λιγότερο άλλος πιο πολύ-, με δική τους ευθύνη, αλλά κανείς δεν αποφάσιζε να εγκαταλείψει το σχήμα και να βγει απ’ έξω. Απ’ όλους ο Σ. υπέφερε περισσότερο. Ζούσε μόνος και τα έξοδά του δεν τα αναλάμβαναν γονείς ή σύντροφος. Απ’ την άλλη, έστω κι ένα τέτοιο κακοπληρωμένο και άτακτο part-time ήταν προτιμότερο από το άσκοπο κυνήγι για δουλειά που για μήνες από τότε που 'χε επιστρέψει στην Ελλάδα δεν είχε αποδώσει τίποτα. Με διδακτορικό στον αστικό σχεδιασμό και μηδαμινές γνωριμίες στο δυσκοίλιο ακαδημαϊκό κατεστημένο, ήταν overqualified,-συνεπώς ανεπιθύμητος-, για ο,τιδήποτε.

Εκείνο το χειμωνιάτικο πρωϊνό ο Σ. έβαζε το κλειδί στην υπό κατάρρευση όσο και το υπόλοιπο κτίριο πόρτα, πάλι σιχτιρίζοντας γιατί η κλειδαριά έκανε ξανά τα δικά της και το κλειδί στα κοκαλωμένα χέρια του δεν έστριβε με τίποτα. Από ψηλά τον κορόιδευε θα 'λεγες η γυαλιστερή παντός καιρού πρόσοψη της πολυεθνικής που στα πόδια της κούρνιαζε το ερείπιο. Έβραζε πάλι το γνώριμο πια αίσθημα αυτό-απόρριψης, αυτό-λύπησης και διάφορων άλλων συναισθημάτων με το αυτό- μπροστά, στο στήθος του, τον πλάκωνε η βαριά υγρασία της εισόδου που μύριζε από την αυλή εγκατάλειψη και κατουρλιό γάτας.

Έφτανε πάντα πρώτος, άναβε την σόμπα του γκαζιού και μετά πνιγόταν όσο η μυρωδιά του καφέ να σκεπάσει τη μπόχα. Έριχνε μια ματιά στα χιλιόμετρα του fax που συνήθως σέρνονταν μπερδεμένα στο πάτωμα και καθόταν μπροστά στην οθόνη του παλιού υπολογιστή του. Απ’ το παράθυρο δίπλα του οι βιαστικοί περαστικοί πηγαινόφερναν τα ξινισμένα μούτρα τους. Τίποτα δεν του άρεσε εκεί.

Εκείνο το πρωινό ωστόσο στην οθόνη αναβόσβησε ένα system message διαφορετικό απ’ τα συνηθισμένα: «Γεια σου Σ., είμαι η Μ., με θυμάσαι?» Αντανακλαστικά θόλωσαν τα μάτια του πίσω απ’ τα γυαλιά, μέσα στο δωμάτιο που δεν είχε ακόμα ζεσταθεί το πρόσωπό του φούντωσε σα να 'μπαινε σε σάουνα. Η Μ.? μετά από οκτώ ολόκληρα χρόνια! Στο Δίκτυο φυσικά! πάντα είχε πάθος με τις τεχνολογίες τον καιρό που ο ίδιος ακόμα δυσκολευόταν να πάρει το δίπλωμα οδήγησης. Η Μ. που νέα της είχε μάθει από κάποιο παλιό γνωστό μόλις είχε γυρίσει! Παντρεμένη με δίδυμα, ποιος θα το φανταζόταν?

«Και βέβαια σε θυμάμαι! Τι κάνεις?», έγραψε με κόπο γιατί η οθόνη κυμάτιζε μπροστά στα μάτια του κι η κίνηση τον ζάλιζε και τον εμπόδιζε μαζί.
«Σε ψάχνω καιρό, ήξερα πως ήσουν έξω, δε μπορούσα να σε βρω πουθενά», ήρθε η απάντηση. «Να που με βρήκες τώρα», έγραψε μακαρίζοντας την έλλειψη κάμερας στο απαρχαιωμένο σύστημα του κέντρου. Και συνέχισε: 
«Έμαθα για σένα από τον Κ., παντρεύτηκες έναν γιατρό?, έχεις δυο παιδάκια, μπράβο...»
«Ναι, είναι γιατρός και δε θα πιστέψεις πως τον γνώρισα! Θυμάσαι τότε που 'χα κάνει την κουταμάρα? ήταν αυτός που μου 'κανε πλύση στομάχου στο Κρατικό που διανυκτέρευε». Σύξυλος έμεινε. 
«Είσαι εκεί?», ρώτησε η Μ. όταν πέρασε ώρα χωρίς να απαντήσει. «Ναι, βέβαια, sorry, χτύπησε η άλλη γραμμή».
«Έχεις δουλειά τώρα? Θες να τα πούμε κάποια στιγμή? Εγώ τα παράτησα, είμαι νοικοκυρά πια... έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου. Πρέπει να βρεθούμε, να μου πεις πως πέρασες έξω. Είχα δει τον Λ. και τα λέγαμε για σένα».

Ξανακοκκάλωσε. Ο Λ.? Εδώ? Τώρα μαζί με το φούντωμα στο πρόσωπο ένιωθε και ένα λαχάνιασμα που του έκοβε την αναπνοή. 
«Είναι ο Λ. εδώ? Νόμιζα πως ήταν πάντα έξω».
«Ναι, είναι ακόμα Αμερική. Μόνιμα». Ανάσανε ελεύθερα, μετά έγραψε βιαστικά: «Να τα πούμε όποτε θες, και τώρα πάντως μπορούμε να μιλήσουμε, οι άλλοι δεν έρχονται πριν τις 10:00. Πες μου για σένα»
Κι ένιωθε τώρα -που είχε βεβαιωθεί πως ο Λ. βρισκόταν πάντα μακριά-, πως είχε όλο τον χρόνο να εκπλαγεί που η Μ. είχε παντρευτεί τελικά, που είχε οικογένεια, και που είχε μπορέσει να παρατήσει τη δουλειά της που τόσο την πάθιαζε.
«Δεν υπάρχουν και πολλά να πούμε για μένα. Με τον Τ. είμαστε τώρα μαζί πέντε χρόνια, τα δίδυμα είναι τεσσάρων, λίγο μπελάς, αλλά είναι υπό έλεγχο. Πες μου, τι είναι εκεί που είσαι?»
Της είπε με λίγα λόγια τι ήταν το Κέντρο. «Δεν έβρισκα δουλειά», όταν τον ρώτησε γιατί ενώ του άρεσε έξω είχε γυρίσει.

Και μετά έπεσε μια στενάχωρη σιωπή που έφερε αμηχανία και στους δυο. Του 'χε χτυπήσει η «κουταμάρα», όπως είχε διαλέξει να αναφερθεί στην απόπειρα αυτοκτονίας που είχε κάνει λίγο πριν χωρίσουν. Πρέπει να 'χε αλλάξει πολύ η Μ., αλλά με δυο παιδιά αλλάζεις, μέχρι που αποκτάς και «κοινή λογική», γίνεσαι όπως όλοι και παύεις να «αποκλίνεις» πια.

«Σκεφτόμουν πολύ όλα όσα είχαν γίνει τότε», τελικά ήταν πιο δυνατή.
«Εγώ προτιμούσα να μην τα σκέφτομαι. Νιώθω ακόμη άσχημα που σε παράτησα ακριβώς μετά...», λες και τα αποσιωπητικά μπορούσαν να μεταφέρουν έστω και λίγη απ’ την ειλικρινή στενοχώρια του, τη στενοχώρια που είχε κουβαλήσει μαζί του όλ’ αυτά τα οκτώ χρόνια.
«Πάντα με πόναγε πόσο με είχες απορρίψει. Δεν το 'χα πάθει από κανέναν τόσο πολύ»
Τι βρίσκεις να πεις σε κάτι τέτοιο? Ο Σ. άρχισε να φοβάται πως όπου να 'ναι, ό,τι κι αν έλεγαν, αργά η γρήγορα ο Λ. θα ξαναχωνόταν στην κουβέντα. Προσπάθησε όμως.
«Δεν σε είχα απορρίψει, δεν είναι ακριβώς έτσι, είχα φύγει γιατί φοβόμουν για μένα. Από δειλία....»
«Είχα μιλήσει με τον Λ. λίγο γι’ αυτό. Δεν κρατήσαμε επαφή τελικά, μου 'λεγε πως δεν του 'γραψες ποτέ» Ο Σ. θυμήθηκε με καινούργιο πόνο τα γράμματα που πέταγε στην αρχή χωρίς να τ’ ανοίγει, μέχρι που σταμάτησαν να 'ρχονται. Όμως δεν άντεχε να μη ρωτήσει.
«Τι κάνει? Είναι καλά?»
«Τρελός όπως πάντα, έτοιμος να σκοτωθεί και να πάρει κι άλλους στο λαιμό του. Ξέρεις τι εννοώ...» Ναι, ήξερε. Ήξερε από την πρώτη στιγμή μα τίποτα δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Ήταν γλυκιά και τρομερή η αίσθηση που είχε τότε. Όταν έπεφτε.
«Μ.,... συγγνώμη», σκέφτηκε να της πει όμως δεν το έκανε. Βαθιά μέσα του τον εμπόδιζε η ντροπή μα και η αμφιβολία: θα ήταν σα να υπερεκτιμούσε τη δύναμή του. Μπορούσε άραγε να έχει κάνει ένα άλλο πλάσμα να υποφέρει?
«Να σε δω λοιπόν», ξανάπιασε το νήμα εκείνη. «Έχω αλλάξει ξέρεις, κούρεμα, στυλ... Με τα παιδιά μαλακώνει κανείς»
«Γιατί όμως μ’ έψαχνες όλον αυτό τον καιρό?», αναρωτήθηκε ο Σ., η υποψία πως κάτω απ’ την ήρεμη επιφάνεια η κόλαση δεν είχε πάψει ποτέ, άρχιζε να σηκώνει κεφάλι.
«Ναι, να τα πούμε κάποια φορά, να βρεθούμε και με τους άλλους παλιούς φίλους, βλέπεις τον Ε., τη Ζ.?», αοριστολόγησε εκείνος, χρειαζόταν την παρουσία των άλλων, ο,τιδήποτε θα απομάκρυνε τις καυτές ανάσες απ’ τις αναμνήσεις που 'χε θάψει με προσπάθεια και δουλειά μεθοδική όλ’ αυτά τα χρόνια.
«Ελάχιστα, χαθήκαμε. Με σένα βέβαια πιο πολύ απ’ όλους. Έχεις καθόλου χρόνο αύριο? Μπορώ να 'ρθω να σε πάρω με τ’ αμάξι, και δεν θα 'ναι κάποιο σπορ όπως παλιά αλλά ένα μεγάλο οικογενειακό, θα δεις και δε θα πιστεύεις τα μάτια σου»

Η Μ. με «μεγάλο οικογενειακό» αμάξι! Είχε αλλάξει σίγουρα και θα 'θελε να τη δει, μόνο που... δεν άντεχε την ιδέα πως πάλι ο Λ. θα χωνόταν ανάμεσά τους. Η απουσία του θα βάραινε, ίσως πάλι μόνο αυτόν. Αργούσε ν’ απαντήσει, σκεφτόταν, η καρδιά του χοροπήδαγε με την ιδέα πως αύριο κιόλας θα μπορούσε η Μ. να βρίσκεται κάτω απ’ το παράθυρό του, σ’ αυτό το ίδιο κακόμοιρο στενό, σα να μην είχε περάσει μέρα από τότε που συναντιόντουσαν καθημερινά.

«Αύριο λοιπόν!», το αποφάσισε τελικά κι έδωσε την διεύθυνση. Απ’ το παράθυρο το γκρίζο φως έγινε λιακάδα. Είδε τη Μ. να βγαίνει απ’ τ’αμάξι και να σηκώνει το κεφάλι προς το μέρος του. Δίπλα της ο Λ. εντυπωσιακά μακρύς και στενός, μόλις χωρώντας στη θέση του συνοδηγού περίμενε υπομονετικά. Όπως τότε.

Η πόρτα άνοιξε με τρίξιμο και το πρόσωπο μιας συναδέλφου φάνηκε σκυθρωπό όμως της χαμογέλασε με επιείκεια πούχε να νιώσει καιρό.
«Καλημέρα!», είπε και το εννοούσε. Του 'χε λείψει ένα κομμάτι απ’ το παρελθόν του όλ’ αυτά τα χρόνια κι ανυπομονούσε να το ξαναβρεί, όποιο κι αν ήταν το τίμημα.
 
1999/2007

more...

Sunday, December 2, 2007

Μανιακή με το design

(από deplaced ή αστικός πόνος 5/20)


Η Λ. -πίστευε πως- τα είχε όλα. Μια σπουδαία δουλειά που την άφηνε λιπόθυμη από κούραση και συνεπώς ικανοποιημένη, -ήταν workaholic-, ένα υπέροχο σπίτι που το είχε διακοσμήσει ακριβώς όπως το είχε δει στα όνειρά της, και ευκαιριακούς εραστές που δεν ξανάβλεπε σχεδόν ποτέ μετά το sex.

Αν τα 'βαζε κανείς σε σειρά, δούλευε για να μπορεί να συντηρεί το σπίτι κι οι εραστές της σπάνια ταίριαζαν μαζί του. Ήταν μανιακή με το design. Ρύθμιζε όλη της τη ζωή, δεν κατέστρεφε απλά τις σχέσεις της. Ο άψογος χώρος της ξέρναγε σχεδόν ο,τιδήποτε δεν ήταν εκείνη. Δε συμφωνούσε με pets, παιδιά ή ηλικιωμένους. Η Λ. έλπιζε πως μεγαλώνοντας θα κατάφερνε να τον ξεγελάσει ώστε να μην καταλήξει να ξεράσει και την ίδια κάποια στιγμή, προς το παρόν απολάμβανε την παρέα μαζί του. Πως ήταν άραγε αυτό το σπίτι?

Επιφανειακά ήταν σχεδόν άδειο. Τι το έκανε τόσο "ενδιαφέρον"; -όπως το χαρακτήριζαν όσοι από τους καλλιτέχνες φίλους της δεν ανήκαν στις τάξεις των beautiful people-. Το γεγονός πως η γυμνή του απλότητα είχε κοστίσει εξαιρετικά μεγάλα ποσά και πως άλλαζε βδομάδα με τη βδομάδα εξερευνώντας όλες τις δυνατές μορφές αφαίρεσης. Στους φίλους άρεσε να το επισκέπτονται όπως μια αίθουσα τέχνης, όμως ελάχιστοι θα τολμούσαν να περάσουν έστω και μια νύχτα εκεί. Τι ήταν αυτό που τους απωθούσε τελικά και που λάτρευε στο σπίτι η Λ.?

Η αναίδεια. Το σπίτι δεν ήταν σπίτι, ή μάλλον υποδυόταν το σπίτι πολύ άσχημα και χωρίς να ντρέπεται γι’ αυτό. Εννοείται πως αδιαφορούσε βαθύτατα και για το κέλυφος που το περιείχε: απ’ έξω τίποτα δεν πρόδιδε την προσωπικότητά του. Θα μπορούσε, -όμοια με το Μοντέρνο κίνημα-, να βρίσκεται οπουδήποτε και δεν θ’ άλλαζε το παραμικρό.

Η Λ. ζούσε σα νομάδας μέσα του, αυτό δεν ήταν πουθενά δηλωμένο περισσότερο καθαρά απ’ όσο στις λεπτομέρειες. Έτσι, όλα τα έπιπλα, ακόμα και τα πιο σύνθετα, μπορούσαν να λυθούν σε δυο λεπτά, το βαρύ τραπέζι ακουμπούσε μόνο στον φέροντα σκελετό του, τα κομοδίνα είχαν ρόδες. Ακόμα κι οι βιβλιοθήκες ήταν αυτοφερόμενες από μια βαθιά αντιπάθεια για τους -ελάχιστους- τοίχους. Δεν υπήρχαν δωμάτια, το λουτρό χωριζόταν από το υπόλοιπο σπίτι με ένα παραβάν.

Πότε-πότε κάποιο εκκεντρικά χρωματισμένο ή περίεργης υφής αντικείμενο έκανε την εμφάνισή του στο λευκό -φυσικά- σπίτι. Πέρναγε κάποιος καιρός μέχρι να το συνηθίσει κανείς και τότε εξαφανιζόταν για να αντικατασταθεί από το επόμενο. Οι αλλεπάλληλες είσοδοι και έξοδοι αντικειμένων αναιρούσαν σχεδόν άδικα την ατομική σημασία τους. Κι επειδή κανένα αντικείμενο δεν διαρκούσε εδώ, πολύ λογικά έτεινε κανείς να συμπεράνει πως το ίδιο συνέβαινε και με τους ανθρώπους, τις σχέσεις, τα αισθήματα.

Θα έμπαινε σχεδόν στον πειρασμό να υποθέσει πως η υπερβολική "έκθεση" των αντικειμένων ήταν που τους έκανε κακό, με όσο σεβασμό κι αν είχαν στηθεί στην αρχή. Ο χορταστικός κενός χώρος τα αναδείκνυε μέχρι τελικής πτώσης, στο τέλος έβγαιναν καθαρά κάτω απ’ το φως τα όποια ελαττώματά τους. Και η παθιασμένη αναζήτηση του μοναδικού αντικειμένου, εκείνου που θα 'χε διάρκεια και σταθερή ποιότητα, κατέληγε στην απογοήτευσή της να μοιάζει με το ανεκπλήρωτο του ιδανικού έρωτα. Η τοπογραφία τελικά του χώρου κατέληγε να αυτό-προσδιορίζεται οριακά σαν θεολογία του.

Δεν είναι υπερβολικό λοιπόν να πει κανείς πως η Λ. ασχολούνταν λατρευτικά με το σπίτι. Από τα πιο μεγάλα μέχρι τα πιο μικρά, όλα πέρναγαν από την ίδια εντατική προσοχή. Η διάθεση να ελέγχει την αρμονία και την τάξη μέσα στο σπίτι της ξεπήδαγε σχεδόν σαν αντίδραση -ή παράπονο- στο φόβο πως ο έξω κόσμος κυβερνώνταν από ένα χάος που διευρυνόταν συνεχώς. Η Λ. σχεδόν πίστευε πως η ζωή της η ίδια κρεμόταν από λεπτομέρειες αισθητικής φύσεως.

Από όπου και να το 'πιανες το σπίτι γυάλιζε. Από την κουζίνα μέχρι το καθιστικό άστραφταν τα μικρά και τα μεγάλα: πότε ήταν ένα μπολ για τα φρούτα, -ανοξείδωτο, αυτάρκες-, πότε ένας άσπρος δερμάτινος καναπές απρόσιτος μέσα από την αντίστασή του να χρησιμοποιηθεί. Ακόμα και το τεράστιο αλλά υπέρκομψο ψυγείο γυάλιζε από την ανάποδη: εσωτερικά το πάνω μισό του ήταν άδειο. Ίσως μόνο films, lipsticks, και σάλτσες για πολύ συγκεκριμένες χρήσεις. Ο καταψύκτης ωστόσο έσφυζε από υγεία: σε σειρά τα χάρτινα και πλαστικά κουτιά με προκατασκευασμένα φαγητά δίπλα στο αιώνιο μπουκάλι της βότκας. Ανάγκη για διατήρηση μετά την καταστροφή?

Ένα βράδυ η Λ. βρήκε στο mailbox της ένα διαφημιστικό μήνυμα που για κάποιο λόγο κίνησε την προσοχή της:

"Dear prospective MouseCarpetOwner!
Have you heard the news!! The collection has been extended and the price has been reduced...
Visit MouseCarpet.com and see the new collection of MouseCarpet designs. Treat yourself; friend; family member or loved one!! Buy direct or send a gift!
The MouseCarpets make perfect collectable gifts for the ideal present; purchase now to avoid disappointment....

Της Λ. μέχρι τότε δεν της είχε περάσει απ’ το μυαλό πως υπήρχαν designer mouse pads, και μάλιστα αντλώντας έμπνευση από πραγματικά χαλιά όπως ανακάλυψε όταν επισκέφτηκε το site. Ειδικά ένα στη σωστή απόχρωση του πράσινου της φάνηκε πως θα ταίριαζε εκπληκτικά με το γραφείο της. Κι επειδή ήταν αηδιαστικά φτηνά αποφάσισε να παραγγείλει τρία. Έδωσε τα στοιχεία της κάρτας που 'χε αποκλειστικά για παραγγελίες στο Δίκτυο, πάτησε το Send now! και μετά το ξέχασε.

Το θυμήθηκε δυο μέρες μετά, τόσο είχαν υποσχεθεί απ’ το site πως θα τους έπαιρνε και πραγματικά ήταν συνεπείς. Της ήρθε στο σπίτι ένα λεπτό πακέτο γερά τυλιγμένο στο γνωστό πλαστικό με τις φυσαλίδες. Όμως όταν το ξεδίπλωσε καλά-καλά την χτύπησε η απογοήτευση κατακέφαλα. Έχοντας από ένα mouse pad σε κάθε χέρι στάθηκε κοντά στο παράθυρο και παρατήρησε το χρώμα τους προσεκτικά. Έτσι ήταν όμως και δεν υπήρχε -δυστυχώς!- καμιά αμφιβολία. Καμιά σχέση δεν είχε αυτό το θλιβερό πράσινο με εκείνο το εκτυφλωτικό που 'χε θαυμάσει στην οθόνη της. Ξαναμπήκε στο site για να κάνει την σύγκριση γι’ άλλη μια φορά, σχεδόν την έπιασε κατάθλιψη. Και δεν ήταν για τα λεφτά, ήταν που τα καινούργια της παιχνίδια δεν είχαν σταθεί στο ύψος των προδιαγραφών τους. "Γιατί πάντα τα πράγματα φαίνονται τόσο χειρότερα στην πραγματικότητα?". Τα παράτησε για δυο μέρες σε μια γωνιά κι ούτε που τα πλησίασε καθόλου.

Την τρίτη μέρα κάθισε στο γραφείο και τα ξανάπιασε με καινούργια όρεξη. Έπρεπε ν’ αποφασίσει τι θα κάνει μαζί τους. "Θα μπορούσα βέβαια να τα φυλάξω κάπου, αλλά δεν είναι στο στυλ μου. Να τα χάριζα άραγε πουθενά? Αλλά πως να χαρίσω κάτι που με απογοήτευσε τόσο?". Καθώς τα στριφογύριζε στα χέρια της την έπιασε μια ξαφνική μανία να τα πετάξει ψηλά, το ένα πίσω απ’ το άλλο, και να τα ξαναπιάσει στον αέρα όπως κάνουν οι ζογκλέρ. Αυτό κι έκανε και για μια στιγμή της φάνηκε αστείο, μόνο που της ξέφυγε στο κατέβασμα το ένα κι έριξε την κρυστάλλινη κορνίζα με τη φωτογραφία της καλύτερής της φίλης στο πάτωμα. Κάνοντας φοβερό θόρυβο η κορνίζα έγινε χίλια κομμάτια.

Αυτό την έβγαλε για τα καλά από την ησυχία της. Αναπήδησε με φόρα λες και θα μπορούσε να κάνει κάτι αλλά ήταν πολύ αργά. Έσκυψε τότε με σπαραγμό πάνω απ’ τα θρύψαλα που σκέπαζαν το χαμογελαστό πρόσωπο της Μ., και σα να 'ταν ο χειρότερος οιωνός τα απομάκρυνε με βιασύνη. Πήρε τη φωτογραφία μετά αγκαλιά και ζάρωσε στον καναπέ αλλά δε βολεύτηκε ούτε χαλάρωσε.

Πόσο καιρό είχε να δει τη Μ.? Πάνω από 5 χρόνια... Νέα της βέβαια μάθαινε συχνά, ας είναι καλά το Δίκτυο, αλλά δεν είχε καταφέρει να βρει χρόνο να την επισκεφθεί. Δεν είχε ποτέ χρόνο για κανέναν... Από το ήσυχο και λευκό περιβάλλον της ανέβηκε μια ψύχρα που της έκοψε την αναπνοή. Πρώτη φορά την έπνιγε η βαθιά ησυχία στο διαμέρισμα. Σηκώθηκε, ακουμπώντας απαλά τη φωτογραφία στο μαξιλάρι, τσέκαρε το θερμοστάτη, κι έβαλε κλασσική μουσική.

Μετά μ’ ένα φλυτζάνι πράσινο τσάι στο χέρι επισκέφτηκε πιο ήρεμη τη γωνιά της καταστροφής. Έτριξαν μικρά κομματάκια γυαλιού κάτω απ’ τα πόδια της, θα 'πρεπε να σκουπίσει επειγόντως. Τα mouse pads ήταν πεταμένα όπως-όπως σε μιαν άκρη το ένα πάνω στο άλλο, σαν παιδιά που τα μάλωσαν άδικα για μια αταξία που δεν έκαναν. Τους έριξε μια καλόκεφη ματιά, αλήθεια δεν το 'θελαν, έτσι? Είχε πάντα αυτούς τους κρυφούς διαλόγους με τα αντικείμενα όμως τώρα πια αυτό έπρεπε να σταματήσει. Και σα νάθελε να δείξει πόσο αποφασισμένη ήταν, γύρισε προς το υπόλοιπο σπίτι και το φοβέρισε από μέσα της: "Έχουν δίκιο κι έχετε άδικο!".

Είχε περάσει υπερβολικά πολύ χρόνο στο σπίτι, ένιωθε πως το φόραγε κατάσαρκα κι αυτό έγινε ανυπόφορο ξαφνικά. "Η σαρκοφάγος μου!", σκέφτηκε κι η διάθεση της για λίγο ξανάγινε γκρίζα. Όμως δεν το άφησε αυτό να προχωρήσει, είχε ακόμα καιρό να τ’ αλλάξει όλα. Θα ταξίδευε, θα έπαιρνε λίγο καιρό off, για να σκεφτεί. Άλλαξε τη μουσική και πήρε μια μπύρα. Κάτω απ’ το φως η φωτογραφία στον καναπέ σα να της έκλεινε το μάτι, η Μ. συμφωνούσε φυσικά.

1999/2007

more...

Monday, November 26, 2007

Νύχτα με πανσέληνο

(από de-placed ή αστικός πόνος, 4/20)



"Kosta mou ya su! Efharisto ya to periodiko; nea ap’ ta meri sou mou ftiahnoun panta to kefi, i zoi mou edo einai toso monotoni! -afto mporeis poly kala na to fantasteis...Elpizo na ksemplekeis me ti thesis sou kai na min sta prizei o foveros kathigitis sou;))".

Με την άκρη του ματιού του πρόσεξε το νέο μήνυμα που αναβόσβηνε και παράτησε για λίγο το email που είχε αρχίσει να γράφει. "Do u cyber?" ρωτούσε ένας Άγγλος -ίσως, νεαρός όπως αποδείχθηκε όταν τσέκαρε τα προσωπικά του στοιχεία. Συνήθως δεν απαντούσε σε ηλικίες που τον άφηναν πίσω ή μπροστά πάνω από -για κάποιο λόγο- επτά χρόνια. Ο Ken ήταν (?) εννιά χρόνια μικρότερος.

Ήταν έτοιμος να κλείσει το παράθυρο στην οθόνη του και να επιστρέψει στο γράμμα του χωρίς καν να απολογηθεί όταν τον κυρίεψε μια ξαφνική ερημιά. Έφταιγε που 'ταν πανσέληνος άραγε?

Όλη τη μέρα σήμερα οι εφημερίδες on line βούιζαν με τα σχέδια για το αποψινό πανηγύρι. Παρασκευή, η τελευταία Αυγουστιάτικη Πανσέληνος του χρόνου, -και της Χιλιετίας για τους περισσότερους αδιόρθωτους. Άνοιγαν ξανά μετά από καιρό τους αρχαιολογικούς χώρους με συναυλίες, ο κόσμος ξεχυνόταν στους δρόμους ή τουλάχιστον έτσι το 'χε φανταστεί κι ας σιγόνταραν όπως κάθε βράδυ οι τηλεοράσεις στα μπαλκόνια των απέναντι. Εκείνον τον είχε καβαλήσει για πολλοστή φορά η έμφυτη αντίδρασή του σε ο,τιδήποτε -κεφάτα η όχι-, οργανωμένο. Έμενε μέσα. Τρόπος του λέγειν φυσικά. Είχε επωφεληθεί απ΄ τη δροσερή νύχτα για να κατεβάσει ακόμα και τα ρολά, απ’ έξω το διαμέρισμα κολύμπαγε στο σκοτάδι, όμως μέσα....

Έχοντας σταθερά καρφωμένο το γεμάτο φεγγάρι στο πίσω μέρος του κρανίου του, εκεί πού παράδοξα το 'νιωθε το τρίτο του μάτι, πάτησε αποφασιστικά το «Reply», και χτύπησε σχεδόν με χαρά: "Yes"! Η απάντηση ήρθε αμέσως: "Do u often do that?". Όχι, δεν το έκανε παρά πολύ σπάνια όμως η ανασφάλεια του Ken δεν έλεγε να χορτάσει: "Do u prefer younger men?". Απάντησε ειλικρινά πως δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο, βρισκόταν στο όριο. Τον ξάφνιασε η ευγνωμοσύνη του άλλου, "Thanx...", άστραψε στην οθόνη μονολεκτικά η συντροφική μοναξιά.

Για λίγο δεν απάντησε. Έγειρε πίσω στην εργονομική του θέση, πήρε μια βαθιά ανάσα, έπειτα ξανάνοιξε το αρχινισμένο email, ήθελε αυτό να το μεταφέρει στον Κώστα. Ο Ken όμως δεν τον άφησε: "R u there?", ήθελε να ξέρει. "There?", αναρωτήθηκε με πόνο σχεδόν. Που βρισκόταν άραγε πια αυτή η πατρίδα? Εντελώς παρορμητικά άφησε τα δάχτυλά του να ρωτήσουν με αγένεια σχεδόν, άμεσα: "What r u doing right now? can u describe the place u r?". Ήθελε πάρα πολύ να μιλήσει για την Πανσέληνο, κι ας μην τολμούσε ούτε στο μπαλκόνι του να βγεί για να τη χορτάσει. Φαντάστηκε πως ο νεαρός θα απογοητευόταν, "it’s just that I’m not interested in descriptions of underwear any more, if u know what I mean, so please! do stick to the spatial details instead....", ένιωσε την ανάγκη να απολογηθεί ωστόσο.

Ο Ken συμμορφώθηκε χωρίς αντιρρήσεις, he was in the 1st year of Management, -sure! what else?-, τώρα ακριβώς βρισκόταν σε ένα γραφείο του Πανεπιστημίου, ήταν μόνος. "R u near a window?", μα μετάνιωσε γι’ αυτή την αχαλίνωτη περιέργεια που του φάνηκε ακόμα πιο παράλογη κι απ΄ το να 'χε ξαφνικά θελήσει να ξέρει μεμιάς το ζώδιο ή την ομάδα αίματος του άλλου. Βαθιά μέσα του ήθελε μόνο να τον ρωτήσει με τη σειρά του ο Ken για το δικό του δωμάτιο έτσι που να μπορεί επιτέλους να μιλήσει για τον πόνο του, που ωστόσο τον είχε προκαλέσει ο ίδιος στον εαυτό του: ήταν κλεισμένος "έξω" απ’ την Πανσέληνο, ενώ όλοι οι άλλοι ήταν "μέσα". "How about u?", ο Ken επιτέλους έμπαινε στο παιχνίδι.

Ευχαριστημένος που τον είχαν ρωτήσει καταπιάστηκε με την περιγραφή. Πρώτα του δωματίου: τη μέρα, μέσα απ’ τις γρίλιες των ρολών, βλέπει, -για την ακρίβεια νιώθει περισσότερο-, τον αέρα να φουσκώνει πίσω απ’ τις κατεβασμένες μέχρι κάτω τέντες των απέναντι. Έχουν ένα ξέθωρο από τον ήλιο πορτοκαλί χρώμα που καθώς πάλλεται σ’ όλο το ύψος μέχρι πάνω τα ρετιρέ, μοιάζει με πλαγιά λόφου από χώμα που ζωντάνεψε ξαφνικά. Όταν νυχτώνει οι τέντες σηκώνονται για ν’ αποκαλύψουν διαμερίσματα-κουτιά, όμορφα ή άσχημα φωτισμένα, μικρά θέατρα του παραλόγου, με τις κωμωδίες και τα δραματάκια τους

Ο Ken πρέπει να χασμουρήθηκε και η επίκαιρη αναφορά πήγε μάλλον χαμένη. "Full moon from a wide shut room? don’t know really, could be... but, from where I am now, -I mean it’s just a cubicle-, there’s nothing to see". Ναι, βέβαια καταλάβαινε. Δεν υπήρχαν και πολλά να πει κανείς κι έτσι δικαιολογήθηκε πως είχε δουλειά και βγήκε για λίγο. Πιο απογοητευμένος από πριν έριξε αυτή τη φορά όλη του την προσοχή στο email του.

"Fantazomai pos ehete akoma polli kai ygri zesti alla tha ginontai ta festival tora kai poly sas zilevo. Thymasai to propersino kalokairi stin palia mou geitonia, pou eihame paei na doume ta pirotexnimata? De mporo na to ksehaso, tipota de mporo na ksehaso, kathe mikri leptomereia mou kaiei to myalo. Sa nameine xoros sto kefali mou mono ya ekeina ta xronia pou perasa ekei. Kai eidika tetoies nyxtes me panselino thymamai pou eihan anoiksei ton kipo konta sto palio mou spiti gia tin peristasi, tote pou fagame ekeina ta mikra stroggyla glyka..."

Ξαναδιάβασε ό,τι είχε γράψει και του φάνηκε παραληρηματικό. Μακάρισε τη διαφορά ώρας που επέτρεπε στον Κώστα να κοιμάται αμέριμνα, επέλεξε την τελευταία απειθάρχητη παράγραφο και πάτησε το delete.

Και τότε του ήρθε στο μυαλό άλλη μια σκηνή, καθόλου ειδυλλιακή, που πολύ τον είχε προβληματίσει. Γύριζε σπίτι αργά κι ενώ τα πυροτεχνήματα χάλαγαν ακόμα τον κόσμο. Είχε αφήσει τον Κώστα στο σταθμό γιατί έμενε μακριά κι υπήρχε φόβος να χάσει το τελευταίο τραίνο, κι έκοβε δρόμο από κάτι άθλια στενά, σκοτεινά και κακομοιριασμένα ακόμα και κάτω από έναν φωτεινό ουρανό που πάνω του χαμογέλαγαν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Πόρτες κλειστές με παλιούς γερασμένους σαν κι εκείνες σύρτες, μερικά ξεραμένα λουλούδια που και που στην άκρη της οριοθετημένης λωρίδας που χρησιμεύει για πεζοδρόμιο, μυρωδιά από το φιδάκι για τα κουνούπια και μόνα παρηγορητικά αδύναμα ντιντινίσματα από τα furin στα χαμηλά παράθυρα. Πικρή και γλυκιά παρακμή. Να μη φυσά.

Έξω από μια μισάνοιχτη πόρτα που άνοιγε πάνω ακριβώς στο δρόμο στάθηκε. Η γαλαζωπή αύρα της τηλεόρασης χύθηκε στα πόδια του. Εντυπωσιασμένος που μια τέτοια νύχτα κάποιος είχε διαλέξει να μείνει μέσα ενώ στην ίδια του τη γειτονιά γινόταν το μεγαλύτερο πανηγύρι της πόλης συνήθισε τα μάτια του στο σκοτάδι μέχρι που διέκρινε τον γέρο και την τηλεόραση καθαρά. Έβλεπε το πίσω μέρος του ξυρισμένου κεφαλιού που ακουμπούσε παραιτημένα σ’ έναν ξεχαρβαλωμένο καναπέ. Στην τηλεόραση έδειχναν τα πυροτεχνήματα που έσκαγαν παντού τριγύρω τους μα πιο πολύ δίπλα στο ποτάμι. Έκανε ένα βήμα πίσω εκστατικά και ξαναθαύμασε το αλλόκοτο θέαμα που θ’ άξιζε να απαθανατιστεί. Τον γέρο που έβλεπε real-time από την τηλεόραση τα πυροτεχνήματα που έλουζαν το ίδιο του το σπίτι με χαρούμενες αστραπές. Τότε δεν είχε μπορέσει να καταλάβει....

Ξαναγύρισε πιο κουρασμένος από ποτέ στο email του.
"Tora vevaia thahete kai ta festival ma amfivallo an tha sou vrisketai xronos ya na diaskedaseis. Prospathise na min skotonesai sti douleia. Omorfa itan tote pouhame dei ta pyrotexnimata sto potami to propersino kalokairi....Tora pou sou grafo yortazoume tin panselino. Anoigoun ksana tous arheologikous horous kai ehei synavlies. An isoun edo tha pigainame mazi, ksero pos s’ aresoun. Na tora pou sou milao, mou gnefei ena terastio feggari apo to mpalkoni (κι ας μην το 'βλεπε έτσι που 'χε κατεβάσει τα ρολά) Den eiha poly kefi na vgo apopse ma mou fainetai pos tha kano telika mia mikri volta mehri to Alsos ki an tohoun anoixto tha hazepso me ton kosmo kai ti fasaria".

Εκεί σταμάτησε για λίγο και σκέφτηκε πως πάλι ψέματα έγραφε. Και τον στενοχωρούσε που ακόμα δεν έβρισκε το κουράγιο να βγει ούτε καν στο μπαλκόνι....Μα αυτό ποτέ δεν θα το παραδεχόταν μπροστά στον Κώστα.

1999/2007

more...

Monday, November 19, 2007

Games

(από de-placed ή αστικός πόνος, 3/20)

Κόλλησε στη μπαλκονόπορτα όλος προσοχή. Η γυναικεία φωνή που ακουγόταν αμυδρά από κάτω καμιά σχέση δεν είχε με την ψυχοπαθή του 2ου που κάθε απόγευμα δεν παρέλειπε να τον υποδεχτεί ανεβαίνοντας απ’ τον φωταγωγό με τις τσιρίδες και την τηγανίλα μόλις γύριζε από τη δουλειά. Ερχόταν κι από πιο βαθιά. Στο μυαλό του σκάναρε τις πιθανότητες: ούτε η μητέρα των τριδύμων μπορεί να ήταν, η φωνή ανήκε σε κορίτσι σχεδόν. Δεν έμενε λοιπόν παρά το υπόγειο...

Πρώτη φορά ακουγόταν γυναικεία φωνή από κει κάτω! Ήταν μέρα-νύχτα απαράλλαχτα το ίδιο βασανιστικό ντουέτο ή και τρίο αγριωπών αντρικών φωνών που συνόδευε το θόρυβο από το joystick με παύσεις, επιφωνήματα και χριστοπαναγίες. Δεν το χωρούσε το μυαλό του: το μαλακισμένο είχε γκόμενα! Αναρωτήθηκε τι είδους κοπέλα θα ανεχόταν αυτόν τον αλήτη... Τον έβλεπε πάλι μπροστά του ν’ ακουμπά άνετα στην κάσα της πόρτας, να μην κοιτάζει πουθενά, με το βρώμικο T-shirt που πάνω του ξαπλωνόταν το γυμνό και ματωμένο κορμί ενός άλλου κοριτσιού: Dead girls don’t say no..., και το δεξί του χέρι στ’ αρχίδια του πάνω στο ξεβαμμένο του blue jean. Ήταν τρισήμισυ το πρωί καθημερινής και στη συνηθισμένη φασαρία από το παιχνίδι είχε προστεθεί εντελώς εξαιρετικά και εκκωφαντική «μουσική». Από φόβο μήπως ο συνδυασμός καθιερωθεί σαν ο από δω και μπρος κατ’ εξοχήν τρόπος «διασκέδασης», είχε αποφασίσει επιτέλους να διαμαρτυρηθεί. Και τότε ήταν που είδε για πρώτη φορά το βασανιστή του...

Θυμάται πως είχε χτυπήσει πάνω από πέντε φορές, τα συγχυσμένα χτυπήματά του πνίγονταν στο έξαλλο κύμα από μουσική και γέλια που έσκαζε από μέσα πάνω στη πόρτα. Τέλος η φασαρία κόπηκε με το μαχαίρι κι ο νεαρός άνοιξε ίσα-ίσα ώστε να χωράει να βγει. Ήταν αρκετά ψηλότερός του, μακρύς και λεπτός, -έτσι του φάνηκε-, μ’ ένα μικρό περιποιημένο μουσάκι που δεν του ταίριαζε καθόλου. Και τώρα είχε μια φίλη! Την συναντούσε ίσως τις σπάνιες βραδιές που στο υπόγειο επικρατούσε ησυχία...

Ήταν έτοιμος να κάνει μεταβολή από το υπνοδωμάτιο όταν ξαφνικά η φωνή του κοριτσιού ακούστηκε καθαρά σα να 'χε πλησιάσει σε παράθυρο. Αποφάσισε να βοηθήσει την κατάσταση, βγήκε στο μπαλκόνι και σίγουρος πως δε φαινόταν από πουθενά έγινε όλος ένα πολύ περίεργο αυτί.

(Κραπ συνεχώς από το jostick): Είχαμε πει πως θα πηγαίναμε σινεμά (ψηλός τόνος)
Πάλι θα μείνουμε μέσα... (χαμηλός τόνος, η πρόταση σβήνει)
Γιατί μου το κάνεις αυτό πάντα? (χαμηλός τόνος με παράπονο, προς το τέλος ανεβαίνει)
Είναι χάλια εδώ, δε μπορώ να μένω πάντα μέσα έτσι μαζί σου... (ψηλός τόνος στα πρόθυρα υστερίας)

Αμέσως συμπάθησε την κοπέλα που του φάνηκε σαν το υγιές αντίδοτο μιας εντελώς βλαμμένης κατάστασης. Μήπως δεν ήταν άραγε ικανή να απεγκλωβίσει τον ηλίθιο γκόμενό της από το υπόγειο λυτρώνοντας ταυτόχρονα και τον ίδιο? Η συνέχεια όμως ψαλίδισε τις ελπίδες του.

Θα μπορούσα και να φύγω ξέρεις... (σιγανά, χωρίς πολλή βεβαιότητα)
Δε θα ξανά 'ρθω (με βεβαιότητα αλλά και σπάσιμο της φωνής)
Αλήθεια στο λέω αυτό, δε θα ξανά 'ρθω (με βεβαιότητα, ψηλότερος τόνος)
Είσαι κολλημένος μ’ αυτό, μ’ ακούς που σου μιλάω? (υστερικά)
Δε μπορεί αυτό να γίνεται συνέχεια... (χαμηλός τόνος, σπάσιμο φωνής)
Να βγούμε λίγο έξω... (χαμηλότερος τόνος, παράπονο στο όριο των δακρύων)
Έχω σιχαθεί το υπόγειο... (σχεδόν δεν ακούγεται, λυγμός)
Είναι χάλια εδώ, είσαι εντελώς κολλημένος! (απότομα ψηλός τόνος, οργή)
Θα το σπάσω σου λέω! (οργή, σπάσιμο φωνής)
Πως μπορείς να μου το κάνεις αυτό? (οργή που διαλύεται σε απελπισία)
Θες αλήθεια να μην ξανά 'ρθω? (χαμηλός τόνος, λυγμός)
Δε σε νοιάζει καθόλου? (ακόμα πιο χαμηλός τόνος, ρούφηγμα μύτης)
Άκου, σταμάτα το λίγο, να σου πω... (πιο ψηλός αποφασιστικός τόνος, ρούφηγμα μύτης)
Δες εδώ... (σχεδόν ψύχραιμα)
Δος μου το χέρι σου (προστακτικά, σταθερά)
Καλά, μη μου το δίνεις (μουτρωμένα)
Κοίτα όμως, πως σου φαίνονται? (ρούφηγμα μύτης, με πείσμα, σχεδόν παιχνιδιάρικα)
(Επιβράδυνση του κραπ)
Σ’ αρέσει? (χαμηλός τόνος, βαθιά ανάσα, συνωμοτικά)
(Επαναφορά του κραπ στον πρώτο ρυθμό)

Καβλωμένος, με το χέρι μετέωρο, «έβλεπε» τώρα την κοπέλα, την κοπέλα που μικροσκοπική σα μπρελόκ, και με μακριά μαύρα μαλλιά, λευκό δέρμα, αμυγδαλωτά μάτια, -με λίγα λόγια, με όλα τα χαρακτηριστικά των Ασιατικών πορνοστάρ που πρωταγωνιστούσαν στις αγαπημένες του τσόντες με τίτλους: Καυτή κίτρινη σάρκα, Θύελλα sex στο Hong-Kong, etc-, κοιτούσε το φίλο της, και για χάρη του ήταν έτοιμη να τα πετάξει όλα -τα έτσι κι αλλιώς λιγοστά που φορούσε-, και να γλιστρήσει στα τέσσερα. Όμως εκείνος κοιτούσε στην οθόνη τη Lara με τις τέλειες αναλογίες, που την είχε στριμώξει πίσω από μια αρχαία κολόνα και τώρα ήταν έτοιμος να της κατεβάσει τα chinos. Και παρόλο που επρόκειτο για ένα απελπιστικό σχήμα που δεν έκλεινε με τίποτα, ο ήρωάς μας συγκεντρώθηκε στο αρχικό μέρος της φαντασίωσης παραλείποντας το τελικό (Έβρισκε τον εαυτό του κάπως μεγάλο για να μαλακιστεί με μια virtual κούκλα) Τους χάζευε λοιπόν περίπου σαν τα ζευγάρια από τις βιντεοταινίες του, όμως η κοπέλα δεν συνεργαζόταν όσο θα 'θελε....

Ρίξε μου μόνο μια ματιά! Τι μαλάκας που είσαι! (Οργή, ένταση, απελπισία)
Πως μπορείς να μου το κάνεις αυτό? (Ουρλιαχτό)
Τίποτα δε θέλεις πια? (Απελπισία, ουρλιαχτό)
(Παύση δραστηριότητας για λίγο, ρούφηγμα μύτης)
Κι αυτό? Ούτε κι αυτό σ' αρέσει? (σχεδόν ψύχραιμα)
(Επιβράδυνση του κραπ απότομα)
Άκου, σταμάτα το λίγο αφού σ’ αρέσει (με πεποίθηση)
(Άτακτα χτυπήματα του κραπ)
Λίγο μόνο (παρακλητικά, χαϊδευτικά)
(το κραπ σχεδόν σταματά, βαθιά ανάσα)
Έτσι μπράβο! (χαμηλά, βαθιές ανάσες)
(Κρατά για λίγο, βαθιές ανάσες)
(Ακούγεται το σήμα: the game is over, έπειτα οι ανάσες που παγώνουν, ξαφνικά θόρυβος από χαστούκι?, πνιγμένοι λυγμοί, βιαστικά βήματα που σβήνουν, η πόρτα που κλείνει, ησυχία για λίγο, βαθιά ανάσα και το κραπ που ξαναρχίζει πανηγυρικά).


1999/2007

more...

Sunday, November 11, 2007

Νυχτερινή βάρδια

(από de-placed ή αστικός πόνος, 2/20)

"Τότε το βλέμμα ούρλιαξε από επιθυμία να έχει, επιθυμία να καταστρέψει, όπως η λαχτάρα για ένα φρούτο, περνά σαν αστραπή πάνω απ’ το ήδη ιλιγγιωδώς συντελεσμένο γεγονός να δοκιμάσουμε, να δαγκώσουμε, να καταπιούμε.

Και το βλέμμα έγινε χέρια. Η μεταβολή βρήκε τη μικρή απροετοίμαστη. Από το πουθενά άνοιξε η πόρτα υπηρεσίας πίσω της και ξεφύτρωσε το χέρι που της έκοψε την ανάσα. Δεν πρόλαβε ούτε καν να το δαγκώσει αμυνόμενη, άτονα πετάχτηκε στα σκουπίδια που σάπιζαν στο ρείθρο το πακετάκι του φαρμακείου όταν το ίδιο χέρι κατέβηκε στο λαιμό. Γλίστρησε κάτω απ’ το τράνταγμα το μαντήλι κι αποκαλύφθηκαν σπινθιρίζοντα ένα ζευγάρι μακριά σκουλαρίκια που έκαναν έναν αστείο για την περίσταση θόρυβο. Κι όσο το άλλο χέρι τρελό από λαχτάρα ορμούσε στο άνοιγμα της καμπαρτίνας που μέχρι τώρα είχε καλά κρατήσει κρυμμένο μόνο το στήθος, τα μάτια της συνάντησαν τα μάτια του.
Η καμπαρτίνα υποχώρησε αμέσως ενώ απ΄ τους ώμους πετάχτηκε στα σκουπίδια ένα μικροσκοπικό βελούδινο πουγκί που μέχρι τώρα δεν είχε κάνει αισθητή την παρουσία του. Το χέρι σα να βοηθιόταν απ’ τις απανωτές ριπές του ανέμου που είχε ξαναεμφανιστεί, εξερεύνησε αστραπιαία τη διάφανη μπλούζα συντρίβοντας όλα της τα κουμπιά μέχρι να βεβαιωθεί πως τίποτα δεν έμενε ανάμεσα στη παλάμη και στο στήθος. Μικρό κι αγριεμένο με ανατριχιασμένες ρόγες πρόβαλλε εκείνο κάτω απ΄ τα λαίμαργα δάχτυλα. Και μετά.....

Μετά ακούστηκε μονάχα το τράνταγμα της λεπτής σπονδυλικής στήλης που την ωθούν με βία τρελή πάνω σε μια ζαρντινιέρα από μπετόν γεμάτη αποτσίγαρα, έξω απ΄ την επικράτεια της φωτεινής πλημμυρίδας που ως τώρα γιόρταζε τη σκηνή. Η καμπαρτίνα ήταν πια ορθάνοιχτη. Τα πόδια εκείνης χωρίς αντιστάσεις επίσης. Τα μωβ σημάδια που 'χε κάνει το πρώτο, πιο σταθερό στις προτιμήσεις του χέρι, σχεδόν μαύρα, όλη την ώρα που συμπληρωματικά δάχτυλα γεύονταν επιτέλους την αλμυρή ζεστασιά του αντικείμενου του πόθου, ξετρελαμένα απ’ την ευκολία που εκείνο υποχωρούσε κάτω απ’ την αποφασισμένη τους κίνηση.

Κάτω απ’ την Κ1 μούσκευαν μόνα τους παρατημένα τα ψηλοτάκουνα φετίχ-παπούτσια της άγνωστης".

Αυτό έγινε όταν δούλευε την πιο βίαιη ιστορία της: το διπλανό διαμέρισμα από τη μεριά της κρεβατοκάμαρας που ήταν πάνω από 7 μήνες άδειο, νοικιάστηκε. Στο μπαλκόνι είδε απλωμένα αντρικά μποξεράκια σε έντονα χρώματα κι ένα καλό ζευγάρι αθλητικά παπούτσια. Μπορεί να μην είχε δει ακόμα τον νέο ενοικιαστή αλλά τον άκουγε, είχε πολύ βαριά φωνή και αρκετά συχνά έφερνε φίλους του που μαζί συζητούσαν μέχρι αργά. Εκείνη έγραφε στην κρεβατοκάμαρα και τους άκουγε σαν αδιάκοπο βουητό με ξαφνικές εντάσεις. Άνοιγε κι έκλεινε η εξώπορτα, πάντα η ίδια βαριά φωνή φαινόταν να δεσπόζει. Βρισκόταν στο τρίτο ξαναγράψιμο της ιστορίας της, (Νυχτερινή Βάρδια την έλεγε), και πιο πολύ την παίδευε το τέλος. Οι φίλοι της δε μπορούσαν να καταλάβουν γιατί πάντα διάλεγε να γράφει για θλιβερά πράγματα, -ή για άχρηστους ανθρώπους-, αυτή η ιστορία όμως δεν ήταν απλά θλιβερή, η ίδια ήθελε να πιστεύει πως ήταν βίαιη και αισθησιακή μαζί: είχε αποφασίσει να περάσει σε άλλη κατηγορία γραψίματος με μεγαλύτερη πέραση στο ευρύ κοινό.

Ένα βράδυ Παρασκευής που μάζευε την αλληλογραφία της, πάντα χύμα στον πάγκο του θυρωρού κάτω από τη σκάλα, εμφανίστηκε ο ίδιος ο θυρωρός με μια περίεργη λάμψη στα μάτια. «Έχω κάτι να σας πω», της είπε συνωμοτικά και την τράβηξε στο βάθος της εισόδου πίσω από το ασανσέρ. Τον ακολούθησε από συνήθεια φέρνοντας στο νου της όλα τα συνηθισμένα παράπονα και κουτσομπολιά. Το φαλακρό του κεφαλάκι γυάλιζε στο ημίφως. «Τον καινούργιο νοικάρη δίπλα σας τον είδατε?», ρώτησε εκείνος υποψιασμένα. Αποδείχτηκε ότι ούτε εκείνος τον είχε δει ακόμη. Που ήταν το περίεργο? Πριν μερικές μέρες είχε έρθει αστυνομία με πολιτικά και ρώταγε γι ’αυτόν, είχε κιόλας βάλει τ’ όνομά του στο κουδούνι. Του θυρωρού του είχαν πει πως ο καινούργιος μόλις είχε βγει απ΄ τη φυλακή.... Με τι κατηγορία ήταν μέσα? Ο θυρωρός δίστασε για λίγο: «κάνει να σας το πω?», μετά σχεδόν ντροπαλά: «μάλλον καλύτερα να το ξέρετε αφού μένετε και δίπλα....Για βιασμό ανήλικης...»

"Κάπως αναποφάσιστα κινήθηκε εκείνη προς το θάλαμο, μπορούσε να φανταστεί τον ήχο απ΄ τα τακούνια της πεισματικά χτυπώντας πάνω στο πεζοδρόμιο που άστραφτε ευχάριστα σε αρκετά σημεία του γεμάτο νερό. Στον θάλαμο δεν έμεινε πολύ, όλη την ώρα του 'χε γυρισμένη την πλάτη, σήκωσε κι ένα λεπτό, μαύρο μαντήλι που βγήκε σαν από θαύμα μέσα απ’ το γιακά της κοντής μαύρης κι εκείνης καμπαρτίνας της, και τύλιξε το κοντοκουρεμένο της κεφάλι. «Τι πλάσμα!», μπορούσε μόνο να ψελλίσει γοητευμένος αυτός γιατί τον ερέθιζε μια τόσο επιτηδευμένη αισθητική από κάποια τόσο νέα, κοριτσάκι σχεδόν. Και με την πρώτη ριπή ξαφνικού αδιάκριτου αέρα, βρήκε την ευκαιρία να τρυπώσει κάτω απ’ την βρεγμένη της καμπαρτίνα όπως άνοιξε ψηλά μέχρι τα φτενά της μπούτια . Αυτό συνέβη όταν η μικρή διέσχιζε το δρόμο, ερχόταν ολοπρόθυμα να σταθεί κάτω απ ’την κάμερα της εισόδου. Χαχάνισε δυνατά μαγεμένος απ’ αυτό το περίσσευμα ζωϊκής ενέργειας απ’ το πουθενά που τον κυρίευε και τον γαργαλούσε παντού μα πιο πολύ στον καβάλο".

Την κόρη της την έφερνε ο πρώην άντρας της στο σπίτι κάθε τρίτο σαββατοκύριακο. Κάθε φορά της φαινόταν και λίγο ψηλότερη, ήταν πια ολόκληρη γυναίκα κι ας ήταν μόλις δώδεκα χρονών. Περνούσαν καλά μαζί τις περισσότερες φορές, από εκείνη μάθαινε όλα τα ονόματα των νέων φιλενάδων του μπαμπά. Άλλαζαν σχεδόν κάθε έξι μήνες με εκπληκτική συνέπεια, το παιδί όμως δεν φαινόταν να το ενοχλεί αυτό. Πάντα έφερνε μαζί δουλειά απ’ το σχολείο, μελετούσε ενώ η μητέρα της έγραφε. Ήταν κι οι δυο τους ήσυχοι τύποι ή ίσως οι κρίσεις της εφηβείας δεν τις είχαν ακόμα προφτάσει.

Την επόμενη εκείνης της Παρασκευής που είχαν μιλήσει με τον θυρωρό, την περίμενε. Πρώτη φορά που ένιωθε άβολα, την συνηθισμένη ώρα κι από πιο νωρίς βγήκε στον διάδρομο με μπερδεμένα αισθήματα: ευχόταν να γινόταν κάτι και να 'βλεπε τον καινούργιο διπλανό της. Ίσως τότε όλα να της φαίνονταν πιο απλά, το πρόσωπό του δε μπορεί να 'ταν τόσο φοβερό, όμως δεν ήταν και σίγουρη. Έστεκε λοιπόν δίπλα στην πόρτα από το σιωπηλό διαμέρισμα με την έννοια στο δικό της κουδούνι, χωρίς να σκέφτεται καλά-καλά πως αυτό ήταν πολύ περίεργο και πως θα 'πρεπε να 'χει κάτι να πει σε περίπτωση που εκείνος έβγαινε ξαφνικά. Οι σκέψεις της κάλπαζαν νευρικά, της φαινόταν πως ξαφνικά η φανταστική πραγματικότητα των βιβλίων της είχε ζωντανέψει κι ήταν πολύ πιο μεγάλη και απειλητική απ΄όσο η σιγουριά των περιγραφών της της είχε επιτρέψει να ελπίσει.

"Με το ένα της γαντοφορεμένο χέρι, εκείνο που δεν κρατούσε το τυλιγμένο απ’ τον φαρμακοποιό κουτάκι, και που πάνω του έλαμπε παράλογα το δαχτυλίδι ενός υπέρογκα μεγεθυσμένου κρυστάλλου, προσπάθησε εκείνη να βάλει σε τάξη το ανυπότακτο ρούχο που φούσκωνε ανεμίζοντας. Όμως δεν το πέτυχε με τη μια όσο καλά θα 'θελε. Μέσα στην ησυχία από τη βροχή που 'χε σχεδόν σταματήσει απορροφήθηκε ακινητοποιημένη κάτω απ’ το λαίμαργο μάτι της κάμερας έτσι που ούτε για μια στιγμή δεν της πέρασε απ’ το νου πως το ίδιο εκείνο χέρι που ξανατοποθετούσε τα φύλλα της καμπαρτίνας κάτω απ’ τη σφιχτή ζώνη, είχε συντροφιά ένα πεινασμένο βλέμμα που το συνόδευε όλο λαχτάρα στην τακτική του αναζήτηση. Κι όλη την ώρα που εκείνη φτιαχνόταν, εκείνος δε χόρταινε ν’ αναμασά τη γλυκιά ανακάλυψη: κάτω απ’ τη μικρή της καμπαρτίνα δε φορούσε τίποτα πέρα απ΄ τις μακριές μέχρι πάνω απ’ το γόνατο νάιλον κάλτσες! Εκείνη είχε τελειώσει από ώρα το σιγύρισμα κι είχε πιάσει να βαδίζει με μικρά συγκεντρωμένα βηματάκια κάτω απ’ τη φωτοχυσία που ξεχυνόταν πίσω απ΄ την κάμερα, -προφανώς εκεί ένιωθε πιο ασφαλής περιμένοντας-, κι εκείνος δε μπορούσε να ξεχάσει τη λευκότητα των μπουτιών της και την ελαφρά χνουδωτή μαυρίλα απ΄ το μουνάκι της, έτσι όπως πρόβαλλε κορνιζωμένο μες από τα σκληρά τελειώματα της δαντέλας κάλτσας και ζαρτιέρας. Είχε θολώσει και δε μπορούσε να δει καλά-καλά το προσωπάκι της που έτσι κι αλλιώς το 'κρυβε εκείνη στο σκύψιμο, πολύ απασχολημένη να στέκεται και να πατά. Ίδρωνε τώρα κι ανάσαινε κάπως βαριά γιατί ακόμα κι όταν συγκεντρώθηκε στις σκιές απ’ τις μακριές βλεφαρίδες που έριχναν σκιές πάνω στα μάγουλά της καθώς άλλαζε κάθε τόσο γωνία κάτω απ΄ το φως, αυτό μόνο γλίστρησε το βλέμμα του πιο χαμηλά στο κατακόκκινό της στόμα, απ΄ την περίσκεψη να μην πέσει, τρυφερά μισάνοιχτο κι υγρό απ΄ τη νοτισμένη της αναπνοή στον κρύο αέρα, κι αυτό ξανά το μουνί της του θύμισε".

«Γιατί είσαι έτσι ντυμένη?», πρώτη φορά έβλεπε την κόρη της τόσο γυμνή. Εκείνη την κοίταξε για μια στιγμή με απορία. «Μα πάντα έτσι ντύνομαι!», μουρμούρισε, «το top μου το έχεις αγοράσει εσύ... δε θυμάσαι?» Τράβηξε σχεδόν με βία τη μικρή μέσα στο διαμέρισμα σα να 'χε σκοπό να την κλείσει στη ντουλάπα, εκείνη αυτή τη φορά την κάρφωσε με τα μάτια, την έφτανε στο ύψος με τις πλατφόρμες που φορούσε. Ένιωσε πως μπορούσε να διαβάσει την σκέψη που γεννιόταν στο μυαλό της κόρης της: η πρώτη κόντρα της εφηβείας / εμμηνόπαυσης ήταν κιόλας εδώ... Αναστέναξε τότε κι αυτό έσωσε την κατάσταση, «συμβαίνει κάτι μαμά?», είπε εκείνη με ενδιαφέρον.

"Στρογγυλοκάθισε μπροστά στον πίνακα ελέγχου για την πρώτη «επίσκεψη» της νύχτας με το χέρι σε απόσταση αναπνοής από την καφετιέρα που πότε-πότε γουργούριζε σιγανά. Οι έξι κάμερες η μια μετά την άλλη του 'κλεισαν φιλικά το μάτι. Ησυχία κι απόψε. Ούτε το διανυκτερεύον φαρμακείο δεν έδινε σημεία ζωής πέρα από τη φωτισμένη του ταμπέλα. Το βενζινάδικο κλειστό, ακόμη και το σήμα του (Κάμερα 1, της γενικής εισόδου) Ήταν στη δουλειά κάπου εννιά μήνες τώρα και είχε αποδειχτεί πολύ πιο βαρετή απ’ όσο θα μπορούσε να φανταστεί. Λίγη δράση, λίγη ενέργεια, παρακάλεσε από μέσα του. Κάποιο πρεζόνι να σπάσει τη βιτρίνα του φαρμακείου, αλλά που σ’ αυτή την ερημιά.... Έστω κάποιο ζευγαράκι ν’ απομονωθεί στο άδειο parking, ένα δυστύχημα ίσως τώρα με τη βροχή.... Τίποτα. Κι ήταν ακόμη νωρίς, μόλις μιάμιση. Αραιά αυτοκίνητα πέρναγαν σα βολίδες στον επαρχιακό δρόμο (πάλι Κ1) Ένας αδέσποτος σκύλος που κούτσαινε θλιβερά (Κ3, απ’ τη μεριά των αποθηκών) χάθηκε στο γυαλιστερό σκοτάδι.

Αναστέναξε, νύσταξε, άδειασε την πρώτη κούπα καφέ, ξενύσταξε και καταράστηκε πάλι από μέσα του τον κανονισμό που απαγόρευε ράδιο και τηλεόραση Το χέρι του ήταν έτοιμο να γλιστρήσει στο συρτάρι όπου κράταγε «ανεπίσημα» τη συλλογή του από πορνοπεριοδικά, τόσο «ειδικού τύπου» όπως αρεσκόταν να λέει που τα παράγγελνε απ’ έξω μόνο μέσω Internet, όταν στην Κ1 η άκρη του εξασκημένου του ματιού κατέγραψε κίνηση μπροστά στο φαρμακείο. Δυόμιση! Από το πουθενά είχε εμφανιστεί πελάτης! Συγχισμένος γιατί είχε χάσει συνέχειες γύρισε πίσω νευρικά την ταινία. Δεν είχε χάσει και πολλά βέβαια, ένα μικρό σπορ αυτοκινητάκι σταμάταγε απότομα, ένα λεπτοκαμωμένο πλάσμα πεταγόταν έξω από την πόρτα του συνοδηγού, το αμάξι ξαναξεκίναγε σα βέλος και το μόλις ντυμένο πλασματάκι κλυδωνιζόμενο πάνω στα ψηλά τακούνια του διευθυνόταν προς την μισοσκότεινη πόρτα του φαρμακείου που άναβε σ’ ένα λεπτό. Ευχαριστημένος που 'χε καλύψει τα κενά έγειρε πίσω στη χωνευτική πλάτη της πολυθρόνας του και ζύγισε στο μυαλό του τις πιθανότητες «δράσης» μες στα επόμενα πέντε λεπτά. Η μικρή είχε μείνει μέσα στην άγρια νύχτα και με βροχή. Για κάποιο λόγο η δουλειά της είχε χαλάσει, δε θα 'μενε στο φαρμακείο για πάντα, ίσως ειδοποιούσε κάποιον, μέχρι τότε....

Γύρισε την Κ1 σε max zoom-in mode και περίμενε κολλημένος την επάνοδό της στη σκηνή. Κι αυτό δεν άργησε. Απ’ τη χαρά του μόλις την είδε να προβάλλει στο φωτεινό άνοιγμα, που ξανάγινε μισοσκότεινο σα να 'χε πέσει απότομα για ύπνο, σήκωσε το δεξί του χέρι και σκόπευσε από συνήθεια σα να μπορούσε να πετύχει το θήραμα. «Μπουμ!», του ξέφυγε στην πνιγηρή σιωπή του θαλάμου του και τον έπιασαν τα γέλια. Χτύπησε το μαρτυριάρικο χέρι πάνω στο μπούτι του από ενθουσιασμό, η σιωπή στον θάλαμο ράγισε κι άλλο. Έσκυψε μπροστά στην οθόνη, την είχε πιάτο μπροστά του".

Στην κρεβατοκάμαρα εκείνη τη μέρα δεν την άφησε να κουρνιάσει στο κρεβάτι και να διαβάσει εκεί. Κατέβασε μάλιστα και τα στόρια, κάτι που δεν συνήθιζε ποτέ γιατί το δωμάτιο ήταν μάλλον σκοτεινό. Ούτε η ίδια θα δούλευε εκεί σήμερα. Όμως αργότερα όταν η ίδια ήταν στην κουζίνα άκουσε με ένα αλλόκοτο προαίσθημα κακού τη φωνή της κόρης της από μέσα. Είχε ξανά χωθεί στην κρεβατοκάμαρα και κρυφοκοίταζε απ΄ τα στόρια το μπαλκόνι του απέναντι διαμερίσματος. «Είναι ο καινούργιος νοικάρης μαμά?». «Τον είδες? Σε είδε? Πως είναι?» Το τρέμουλο της φωνής της δεν είχε περάσει απαρατήρητο. Η μικρή ήρθε στην κουζίνα, στάθηκε μπροστά της και την κοίταξε καλά-καλά. Μετά μ’ ένα αδιάφορο σήκωμα των ώμων: «Είναι όπως όλοι. Τι εννοείς?»

1999/2007

more...

Sunday, November 4, 2007

Fast Food Elegy

(από de-placed ή αστικός πόνος, 1/20)

“so hot that August comes on not like a month but like an affliction”, Slouching towards Bethlehem, Notes from a native daughter, J. Didion, Flamingo 1993

Ο καύσωνας υποτίθεται -κατά την μετεωρολογική πάντα- πως είχε περάσει εδώ και δυο μέρες όμως η Αθήνα καιγόταν ακόμα χωρίς κανείς να επιτρέπεται, ίσως για λόγους εξορκισμού, να το παραδεχτεί ανοιχτά. Δεκαπενταύγουστος, κι ο κόσμος, αυτός που λίγο πριν φύγει διακοπές σου υπενθυμίζει χωρίς να ντρέπεται πόσο καλύτερα περνάνε όσοι μένουν πίσω τέτοιες μέρες, είχε αφήσει μεγάλα κενά στις πλατείες, στους δρόμους και τα πεζοδρόμια χωρίς ούτε κι αυτό να είναι αρκετό. Ούρλιαζαν τα τζιτζίκια μαζί με τον ανεμιστήρα της όταν ξύπνησε ανήμερα Κυριακή με το πρόσωπο βουτηγμένο στον ιδρώτα, από ένα δυσάρεστο όνειρο που αυτόματα ξέχασε κι ένα κάθετο πόνο στο μυαλό. Η ημικρανία της είχε επιστρέψει απ’ τις δικές της διακοπές.

Ήξερε πως θa 'πρεπε τώρα να μαζέψει όλο της το κουράγιο για να κλείσει τα παντζούρια, η φωτοφοβία προχωρούσε με μεγάλο δρασκελισμό και στο πέρασμά της σώριαζε ένα μετά το άλλο τα προστατευτικά οδοφράγματα που συνήθιζε να επιστρατεύει τέτοιες ώρες, -δεν είχε προχωρήσει πολύ στη visualisation αλλά βοηθούσε μερικές φορές να ξαναγυρνά στο δροσερό δάπεδο του ναού στη δεύτερή της πατρίδα, τότε στη θέση του μισού λωτού προσπαθούσε να μετατοπίσει το βάρος του πονοκέφαλου χαμηλά στην κοιλιά και να συνδιαλλαγεί μαζί του. Αυτό όμως ίσως επειδή η αυτοσυγκέντρωσή της δεν ήταν όση πρέπει δεν πετύχαινε σχεδόν ποτέ.

Στην αρχή βέβαια της φάνηκε καλή ιδέα να χωθεί κάτω απ΄ το ντους -το χλιαρό νερό έδιωξε για λίγο τα βάσανά της αντικαθιστώντας τα ρίγη της ναυτίας με καινούργιες πιο ευπρόσδεκτες ανατριχίλες, όμως την συνεπήρε ολοκληρωτικά η αίσθηση εκείνη της γλυκιάς αδυναμίας που έχουμε όλες όταν βλέπουμε το ίδιο μας το αίμα να κυλά πολύ συγκινητικά και να χάνεται στην αποχέτευση. Αφέθηκε να γλιστρήσει στη μπανιέρα κι αυτό αποδείχτηκε ακόμα χειρότερη ιδέα γιατί της ήρθε στο μυαλό, -γιατί βέβαια εκεί συμβαίνουν όλα, έτσι?-, το κεφάλαιο από ένα απ’ τα βιβλία που τη συντρόφευαν τελευταία, περί της υψηλής θέσης που έχαιρε η αυτοκτονία κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους. Κι επειδή οι σκέψεις τρέχουν χωρίς πάντα να προλαβαίνει να τις σταματήσει καμιά, -ειδικά όταν τα αντανακλαστικά της σέρνονται σ’ ένα πάτωμα που πάλλεται απ’ τη ζέστη-, είδε την εικόνα κι όχι μόνο την είδε αλλά τη συμπλήρωσε σ’ όλες της τις λεπτομέρειες: έκοβε τις φλέβες της σε μια γεμάτη μπανιέρα, ένας ακόμη αξιοσέβαστος συγκλητικός, -χωρίς ωστόσο να 'χει τη χαρά της ανταλλαγής κάποιων κομψών αποφθεγμάτων, ήταν μόνη-, θα την έβρισκαν μετά από μια ολόκληρη βδομάδα όταν το κορμί της θα είχε αλλάξει σε έναν αποκρουστικό σωρό μαλακό σαν jello, ή ίσως και λίγο νωρίτερα γιατί είχε ειδοποιήσει τον πατέρα της πως θα κατέβαζε στο εξοχικό τους τη γάτα.

Τη γάτα? Βρήκε τη γάτα σε απόλυτη παραίτηση πάνω στο καπάκι του καλαθιού για τα άπλυτα. Είναι αλήθεια λοιπόν, ένα άλλο ζωντανό πλάσμα, τα φυτά σου, μια ιδέα, ακόμα και το εκκαθαριστικό της εφορίας όταν έχεις επιστροφή, σε κρατούν ζωντανή. Η γάτα δεν ήθελε τίποτα απ’ αυτή. Άφησε κάτι παραπονιάρικα μισά νιαουρητά, ούτε νύχια δεν έβγαλε όταν τη γαργάλησε στην κοιλιά, κάτι που σε φυσιολογικές συνθήκες δεν παραλείπει να κάνει γιατί βέβαια την είχε υιοθετήσει για την ομορφιά της κι όχι για τον καλό χαρακτήρα της.

Ξαναγύρισε στην ύπτια θέση κι οι σκέψεις της σα να μην είχαν κάνει διακοπή της έφεραν πάλι μπροστά της βελτιωμένη την αποκρουστική εικόνα, πιο αποκρουστική αν είναι ποτέ δυνατόν, -είναι πάντα-, όπως κάποιος πολύ επίμονος ασφαλιστής που δεν σταματά να σου ξεδιπλώνει "πακέτα" στα μέτρα σου, το ένα μετά το άλλο, συνεχώς πιο προσαρμοσμένα, τόσο που φτάνουν στο τέλος να εφάπτονται του σώματος και της προσωπικότητάς σου όμοια μ’ ένα φέρετρο που σου πέφτει κοντό. Αυτή τη φορά, η γάτα είχε κι εκείνη μια θέση στον ξυπνητό εφιάλτη της: το διάστημα που εκείνη μεταμορφωνόταν σε δύσοσμη μάζα αποκτούσε και τα χαρακτηριστικά της τροφής της, στο κάτω-κάτω το βραστό ψάρι της όταν μείνει πάνω από δυο ώρες εκτός ψυγείου με τέτοια ζέστη δε μυρίζει καλύτερα, κι είχε κάπου διαβάσει για πολύ πιστότερα pets που έφαγαν κομμάτια από τις κυρίες τους, -για κάποιον άγνωστο λόγο, ίσως γιατί ζουν περισσότερο? ηλικιωμένες γυναίκες φαίνεται να συναντούν συχνότερα ένα τέτοιο τέλος.

Όχι, καθόλου δε της άρεσε αυτή η εικόνα και ξαφνικά ενώ ένιωθε ξερή σαν καμένο χόρτο βρέθηκε με δάκρυα στα μάτια, δάκρυα που αγωνίζονταν να βγουν παρά τις διαμαρτυρίες του πονοκέφαλου που όπως όλες ξέρουμε δουλεύει μεθοδικά και δεν ευνοεί τέτοιες άναρχες εκφράσεις συναισθημάτων γιατί ξεφεύγουν απ’ τον έλεγχό του. Ναι, ο πονοκέφαλος έχει σύστημα, σαφέστατη αρχή, μέση και τέλος. Αν μάλιστα ξέραμε καλύτερα να παρεμβάλλουμε πυκνότερες διακοπές στη λειτουργία του ίσως και να του παίρναμε το πάνω χέρι, άλλωστε δεν είναι τυχαίο που παλιότερα όταν μπορούσε να κλαίει συχνότερα σχεδόν δεν πάθαινε ποτέ πονοκεφάλους. Ξεχνιέται κι αυτή η τέχνη με τον καιρό, όπως όλα τα πράγματα που για κάποιο λόγο παύουμε να χρησιμοποιούμε. Σκουριάζει στην άκρη.

Δυο ντεπόν, ένα χάπι σιδήρου και πικρός μαύρος καφές. Αυτό είναι το κυριακάτικο πρωϊνό σήμερα κι ο πόνος μόνο γίνεται θριαμβευτικότερος καθώς η μνήμη που επίσης συχνότατα δουλεύει πιο εντατικά για το κακό μας και μόνο ξαναφέρνει εικόνες από άλλα πρωϊνά, σχεδόν ειδυλλιακά ευτυχισμένα από τέτοια μακρινή απόσταση. Πως γίνεται και αυτό το καλοκαίρι πήγαν τόσα πολλά μαζί τόσο στραβά? Τουλάχιστον όσο υπήρχε ο κλιματισμός της δουλειάς η κατάσταση ήταν υποφερτή. Θα 'φτανε στο σημείο να πει αξιοπρεπέστατη, μέχρι που άρχισαν κι επίσημα οι "διακοπές", -από τι άραγε?-, και "έληξε" επισήμως κι ο καύσωνας.

"Σκατά!", σκέφτεται πως έτσι που κλείνουν τα μάτια της και είναι βαρύ το κεφάλι της δε μπορεί ούτε στο Δίκτυο να μπει. Και μόνο η ιδέα της οθόνης της φέρνει αηδία, κι έπειτα είναι κι όλοι αυτοί που γυρίζουν απελπισμένοι σε random chat mode, που πρέπει με μισή καρδιά πάντα να τους κάνεις delete ή decline κι όταν σου ζητάνε και το λόγο να δίνεις κι εξηγήσεις: too young/old, ή για τους εντός των τειχών: πολύ μακριά, επειδή ποτέ δε μπορείς να πεις την αλήθεια: δε μ’ ενδιαφέρει να μιλήσω με κάποιον που δεν κρίνει σκόπιμο να αναφέρει κάτι διαφορετικό απ’ το ύψος του, το αυτοκίνητό του και την πετυχημένη δουλειά του! Ναι, τώρα η μοναξιά κόβει βόλτες και μέσα στο ίδιο της το σπίτι, δεν είναι όπως παλιά που συναντούσες όλα αυτά τα σαλταρισμένα αντρικά βλέμματα, στα θερινά σινεμά ή απλά στο δρόμο, αν ξανά για κακή τύχη ξέμενες στην Αθήνα τον Αύγουστο.

Έτσι που έγινε -και σε τόσο σύντομο διάστημα!-, δε μπορεί σχεδόν να το πιστέψει πως χτες βράδυ πέρναγε καλά, πολύ καλά μάλιστα, μόνη της σ’ ένα -έστω- θερινό ανακαινισμένο σινεμά που έσφυζε από design όσο τα καινούργια παπούτσια της (κάποτε ήταν αρχιτέκτονας ξέρετε). Έβλεπε λοιπόν την παλιά Lolita, έπινε μπύρα, κάπνιζε ένα πούρο, και ήταν ευτυχής. Ή μήπως όχι? Έχει αποδειχτεί πως μόλις δώσεις συγχαρητήρια στον εαυτό σου για κάτι, τότε αυτό το κάτι που σ’ έκανε περήφανη γίνεται μονομιάς κομματάκια και θρύψαλα. Παύει να υφίσταται. Full stop. Period. Συχνά μάλιστα, τώρα που το σκέφτεται καλύτερα κι όσο ο πονοκέφαλος το επιτρέπει, μεταλλάσσεται στο ακριβώς αντίθετό του, έτσι που μόνο συγχαρητήρια δε σκέφτεσαι να δώσεις στον εαυτό σου παρά ψάχνεις μια τρύπα για να βάλεις το κεφάλι σου. (Αυτό το τελευταίο σίγουρα ο πονοκέφαλος της το υπαγόρευσε, αλλά ας είναι).

Έλεγε λοιπόν πως ούτε λόγος για να στηθεί μπροστά στην οθόνη, μήπως τουλάχιστον να συνέχιζε ένα άλλο βιβλίο που διάβαζε με πάθος αυτό τον καιρό?. Όμως ο κόκκινος δεύτερος τόμος (*) της προξενεί τρόμο έτσι που την αντιμετωπίζει από το πάτωμα κατάχαμα με τον σελιδοδείκτη εδώ και μερικές μέρες κολλημένο στο ίδιο σημείο: είναι εκεί που η Αγάθη ξανατοποθετεί την κάψουλα με το δηλητήριο αφού πετάξει τη φωτογραφία του παλιού αγαπημένου της. Έχει μόλις συνειδητοποιήσει πως οι σκέψεις για τον αδελφό της κάθε άλλο παρά επιτρεπτές είναι αλλά δεν είναι αυτό που τη νοιάζει. Λίγο πιο πριν ο Ούλριχ ετοιμάζεται χωρίς να ετοιμάζεται να θέσει κάποιο φραγμό στα σχέδια της αδερφής του.

Η ίδια προετοιμαζόταν να ξαναδεί το σπίτι των παιδικών της διακοπών μετά από πάρα πολλά χρόνια.

Είχε κι άλλα σχέδια για το άμεσο μέλλον, μικρή αποζημίωση για τις απογοητεύσεις των τελευταίων δυόμιση χρόνων από τότε που γύρισε πίσω. Για τα γενέθλιά της είχε λάβει περισσότερες ευχές από εκείνους που είχε αφήσει παρά από όσους είχε βρει εδώ. Κι ακόμα κι αν δυσανασχετούσε που τόσο πολλή επιθετική μοναξιά κυκλοφορούσε στο Διαδίκτυο χρωστούσε πολλά στο μέσο, την ταξίδευε εύκολα και οικονομικά στις άκρες του κόσμου που είχαν γίνει για κάποια -και πιο ευτυχισμένη εποχή- η δεύτερη -και πιο αγαπημένη- πατρίδα της.

Έστελνε ακόμα και συμβατικά γράμματα φυσικά. Πάνω στο τραπεζάκι του τηλεφώνου είχαν μείνει δυο που δεν είχε προλάβει να στείλει, το ένα ήταν τα συγχαρητήρια για το πρώτο μωρό μιας φίλης που πάντα τη θαύμαζε και τη ζήλευε μαζί για την ικανότητά της να είναι απολύτως ευτυχισμένη με κάθε μικρό και μεγάλο βήμα της ζωής της, ακόμα και το πιο τυχαίο (?). Στο δεύτερο παραδεχόταν ανοιχτά τη δική της ανικανότητα σχετικά με το παραπάνω θέμα. Έγραφε σε μια πιο κολλητή φίλη που έχοντας μείνει μόνη από πεποίθηση κι από τύχη μαζί, έλπιζε πως θα την καταλάβαινε -και θα την δικαιολογούσε (?)- ευκολότερα. Σ’ αυτό το γράμμα πρόσθετε πως της έλειπε πάντα η δεύτερή της χώρα που τα νέα της πάλι χάρη στο Διαδίκτυο παρακολουθούσε καθημερινά, κι ας της έκανε αυτό κακό καθώς είχε πολύ λιγότερη πληροφόρηση για ό,τι συνέβαινε κυριολεκτικά δίπλα της. Το μέσο συντηρούσε την πλάνη της, ζούσε σαν νεκρή εδώ έχοντας αφήσει το ζωντανό κομμάτι της εκεί.

Κακό δικό της θα μου πείτε και θα συμφωνήσω όμως δεν είχε καταφέρει ακόμα να βρει κάποιον καλύτερο τρόπο.

Δεν είχε πια ναυτία κι είχε αρχίσει να ανησυχεί γιατί θα 'πρεπε να φάει κάτι. Μια ματιά στο ψυγείο όμως την έπεισε πως τα αφημένα στην τύχη τους εδώ και μέρες λαχανικά δεν είχαν καμιά ελπίδα ν’ αναστηθούν. Και τότε της ήρθε στο μυαλό η ιδέα -ή μήπως η γεύση?- απ’ το Filet-O-Fish των McDonald's.


Χτες το πρωί κι ενώ πάλευε με τη ζέστη και τα ψώνια στο κέντρο της Αθήνας είχε χρησιμοποιήσει τις τουαλέτες τους με ευγνωμοσύνη. Είχε μια θεωρία πάνω σ’ αυτό, -πάνω δηλ. στα standards της ασφάλειας και υγιεινής που αντιπροσωπεύουν τέτοιες πανταχού παρούσες πολυεθνικές, ειδικά σε πολύ "δύσκολα" για τουρίστες-του-καναπέ σαν και κείνη μέρη-, όμως σπάνια της δινόταν η ευκαιρία να την υπερασπιστεί. Η εικόνα και μόνο των αλλοιωμένων από θυμό προσώπων των πιο συνειδητοποιημένων φίλων της της έφερνε γέλια και αμηχανία μαζί. "Μα η Αθήνα είναι μια 'δύσκολη'» πόλη!", επέμενε μια φωνούλα μέσα της. Πάλι πέρασαν μπροστά απ’τα μάτια της οι συνηθισμένες σκηνές: κοπάδια ολόκληρα από αφυδατωμένους Αμερικανούς και άλλους τουρίστες, πολύ πιο κόκκινοι και ευτραφείς απ’ όσο θα 'πρεπε, μερικοί στα όρια του εμφράγματος, μπροστά στο ταμείο του fast food, ενώ εκείνη γλίστραγε ντροπαλά στο υπόγειο. Δεν είχε φάει ποτέ στο
McDonald's του Συντάγματος κυρίως γιατί πάντα έπρεπε να περιμένεις ώρα ατέλειωτη στην ουρά κι ήταν πολύ πιθανό να σε πάρει κάποιο μάτι σ’ ένα τόσο πολυσύχναστο μέρος.

Όπως και να 'χει θυμήθηκε τη γεύση με λαχτάρα μόνο και μόνο γιατί την είχε δοκιμάσει στην τοπική εκδοχή της άλλης πατρίδας. Έχουν μια αξιοθαύμαστη πολιτική αυτού του είδους οι πολυεθνικές: διατηρούν τα ονόματα προσαρμόζοντας κατά τι τα προϊόντα στις ιδιαίτερες γευστικές προτιμήσεις του τοπικού αναδόχου. Φυσικά προσθέτουν και μερικά προϊόντα καθαρά "τοπικά", ωστόσο είχε ξαφνικά την περιέργεια να το δοκιμάσει, αναρωτιόταν μάλιστα αν θα κατάφερνε να διακρίνει τη μικρή διαφορά.

Η σκέψη αυτή ξέθαψε μια απροσδόκητη εικόνα μεγάλης χρωματικής έντασης: μια γριά που πρέπει να υπήρξε καλλονή στα νιάτα της, μ’ ένα πλεκτό μελί φόρεμα, και φλούο ροζ νύχια πολύ περιποιημένα, καθόταν σε, -για την ακρίβεια χυνόταν από- έναν πλαστικό καναπέ και κάπνιζε σα να πέθαινε από δίψα, με μικρές τρεμάμενες ρουφηξιές. Ήταν αδύνατο να πάρει τα μάτια της από πάνω της, στο τέλος με δυσκολία σήκωσε το βλέμμα ψηλά, τάχα πως παρακολουθούσε το άφωνο video: μιλούσε ένας ράπερ που μόλις είχε αποφυλακιστεί αφού σκότωσε -κατά λάθος- τη μάνα του. Η γριά έσβησε το τσιγάρο πλάι στην τελειωμένη από ώρα giant Cola, σήκωσε κι εκείνη τα μάτια ψηλά σ’ ένα άλλο μόνιτορ απέναντί της: "Α, τι ωραία νύφη!", είπε δυνατά, γιατί μόλις είχε αρχίσει μια επίδειξη μόδας. Ο νεαρός δίπλα της τράβηξε τα μάτια απ’ την οθόνη του κινητού που ξάπλωνε ανάσκελα δίπλα στις προτηγανισμένες του πατάτες, και την κάρφωσε κι εκείνος με απορία, η φωνή της για μια στιγμή είχε διακόψει το επίμονο beat του μουσικού background.

Αυτό είχε συμβεί τον περασμένο χειμώνα, ένα βράδυ που 'κανε πολύ κρύο, σε ένα άλλο fast food. Είχε χωθεί εκεί γιατί την είχαν στήσει σ’ ένα rendez-vous της αλλά δεν της πήρε πολλή ώρα για να καταλάβει πως για τον ίδιο λόγο ένα σωρό γέροι και γριές που η πιο μόνη ανάμεσά της ήταν η γριά καλλονή όπως αμέσως την βάφτισε, είχαν ζητήσει καταφύγιο. Από εκείνο το βράδυ και σ’ όλη τη διάρκεια του τρομερού χειμώνα, δεν παρέλειπε να ψάχνει με τα μάτια την αδυναμία της κάθε φορά που ο δρόμος της την έφερνε προς το κέντρο. Η γριά ήταν πάντα εκεί, κάθε φορά με άλλα, όλο και πιο βρώμικα ρούχα, περιφερόταν ή καθόταν στην συνηθισμένη θέση κι έπιανε κουβέντα με τις part timers που τη γνώριζαν και φαινόταν να την αντιμετωπίζουν σαν παλιά γνωστή. Παράξενο που το θυμήθηκε τώρα αυτό με τέτοια ζέστη....

Το
McDonald's της γειτονιάς της ήταν δίπλα σ’ ένα Everest. Έμπαινε για πρώτη φορά. Στα τραπεζάκια έξω παρά τη ζέστη κάθονταν ηλικιωμένοι και σχολίαζαν -δείγμα μεγάλης υγείας- τις "νεαρές κόρες" κάποιου. Μέσα είχε πεσμένου φωτισμού κλιματισμό, αραιό κόσμο και λαϊκά σε χαμηλή ένταση: "γιατί είν’ το σώμα μου νεκρό αφού εγώ δεν είμαι εδώ" ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων που της έφερε ξανά στο μυαλό τις προηγούμενες σκέψεις της περί Διαδικτύου, κάτω από ένα τελείως άλλο πρίσμα φυσικά, κάνοντάς την να χαμογελάσει παρά τη μόνιμη υγρασία στα μάτια της πίσω απ΄ τα γυαλιά ηλίου. Την περιποιήθηκαν πολύ σ’ αυτό το κατάστημα.

Βγαίνοντας ξαναέριξε μια ματιά στο Everest, ολάνοιχτο, τυπικά μεσογειακό στη σχετική ζωντάνια του. Από παλιά είχε πάντα μια αγαπημένη γεύση σ’ αυτό το μαγαζί, που άλλαζε συχνά, ξεκινώντας από το τώρα αηδιαστικό και-πως-το 'τρωγα-αυτό-άραγε-κάποτε τόνο με μαγιονέζα τον καιρό που δούλευε σ’ έναν διακοσμητή στο Κολωνάκι, στη συνέχεια το σάντουιτς με κοπανιστή και πολτό ελιάς στο Σύνταγμα, και τελευταία το κουλούρι με σαλάμι αέρος και ροκφόρ εδώ.

Γυρίζοντας στο σπίτι έβαλε το φιλέτο ψαριού δίπλα στο κουλούρι και ξανασκέφτηκε τις πολύ κοντινές τους συγγένειες, μόνο στο μυαλό της φυσικά. Δάγκωσε την πρώτη μπουκιά από το φιλέτο και σε τίποτα δεν διέφερε από εκείνο της παλιάς της πατρίδας. Η γεύση έφερε πίσω τη συγκίνηση για όλα αυτά που είχε χάσει όμοια κι απαράλλαχτα σα να της είχαν κάνει το τραπέζι στο μοναδικό καλό γιαπωνέζικο εστιατόριο της Αθήνας. Έπειτα δοκίμασε το κουλούρι. Μπουκιά-μπουκιά, με περίεργο τρόπο ξαναγύριζε γι’ άλλη μια φορά στην Ελλάδα.

(*) Από το "Ο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες", του Ρόμπερτ Μούζιλ


1999/2007

more...